Ο εκπεσών άγγελος – Hans Killians.

Το να είσαι «αδελφή» όλων των άρρωστων κι όλων εκείνων που υποφέρουν, είναι ένα απ’ τα ωραιότερα, αλλά κι’ απ’ τα δυσκολώτερα έργα στα οποία μπορεί μια γυναίκα ν’ αφιερώση τον εαυτό της. Όταν ο Πασκάλ τοποθετούσε τον άνθρωπο σαν μια ύπαρξι ανάμεσα στα ζώα και στους αγγέλους, είχα πάντα την εντύπωσι ότι οι αδελφές μας του τάγματος του Βενσάν, που ήταν δοσμένες σε μια ανιδιοτελή αγάπη για τον πλησίον τους, στέκονται πιο κοντά στους αγγέλους. Αλλά, όταν οι άγγελοι πέφτουν, τότε πέφτουν βαθιά.
Ο βασιλεύς της Γαλλίας τον τοποθέτησε επικεφαλής των ιερέων που είχαν αναλάβει τους καταδίκους στις γαλέρες. Εκείνος είχε βοηθήσει πολλούς ανθρώπους, που ήταν στα κάτεργα, στην βαρειά, καταναγκαστική δουλειά τους», μου εξήγησε η αδελφή Αγνή με θέρμη, όταν κάθησα κοντά στο κρεββάτι της. Ήταν καλόγρια και είχα αρχίσει μαζί της μια κουβέντα για τον ιδρυτή του τάγματος της, τον Βενσάν ντε Πωλ, γιατί εγώ σαν γιατρός δεν ήξερα πως ν’ αρχίσω την κουβέντα μαζί της. Ακόμη και τώρα θυμάμαι την ώρα που ήλθε στην κλινική μας. Ήταν νέα κι’ όμορφη, με την πραγματική σημασία της λέξεως. Το μεγάλο, λευκό, σκληροκολλαρισμένο καπέλλο της, πλαισίωνε σφιχτά ένα πρόσωπο που—έτσι μου φάνηκε τότε—θα μπορούσε να ήταν η μορφή μιας μαντόνας. απ’ τα μάτια της φεγγοβολούσε μια εσωτερική ηρεμία, κάτι εξαϋλωμένο που—πρέπει να το ομολογήσω—με μάγεψε από την πρώτη στιγμή.
Στο διάδρομο της κλινικής μας την είδα για δεύτερη φορά πάλι με δεμένο το δεξί της χέρι. Την συνώδευε η γερόντισσα αδελφή Βερόνικα.
— Κύριε επιμελητά, είπε η Βερόνικα. Σας φέρνω την αδελφή Αγνή, σαν ασθενή. Τώρα της δείχνω το δωμάτιο της, θα πάη στο κρεββάτι. Ίσως θάχετε την καλωσύνη να την δήτε για λίγο ύστερα απο μισή ώρα. Έχει κάτι στο χέρι της.
Μου φάνηκε άραγε, ή πράγματι τα έξυπνα και φωτεινά μάτια της Βερόνικας, πάνω στο ωχρό ρυτιδωμένο της πρόσωπο, είχαν παίξει πονηρά καθώς τάλεγε αυτά ; Δεν πλανιόμουν. Πράγματι ήταν ένα σύνθημα προειδοποιήσεως που έλεγε: Προσέξτε, εδώ είναι κάτι που δεν πηγαίνει καλά ! Και μια τέτοια προειδοποίησις, Όταν προέρχεται απ’ τη Βερόνικα, σημαίνει ότι αξίζει να είναι κανείς προσεκτικός.
Γιατί αυτή η Αδελφή του Ελέους της κλινικής μας, διέθετε μαζί με τις άλλες αξιόλογες ιδιότητες της, όπως ήταν προ πάντων η υπεράνθρωπη καλωσύνη και υπομονή, και μια ικανότητα οξυδέρκειας στην κρίσι των ασθενών και των νοσημάτων τους.
Είχαν οι νεαροί γιατροί δυσκολίες στη διάγνωσι, όπως παραδείγματος χάριν σ’ έναν Ελεό ; Ή αργοπορούσαμε κάπως να ενεργήσουμε; η Βερόνικα μας ήλεγχε. Στεκόταν πότε στο ένα και πότε στο άλλο πόδι και έλεγε, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά απ’ την ποδιά της:
—Ανοίξτε τον, ανοίξτε τον! Αφού σας το λέω εγώ αυτό είναι. Έχει ιλεό… Και επέμενε και πίεζε τόσο που απεφάσιζε κανείς να κάνη την εγχείρησι. Ή όταν κανείς, επιστρατεύοντας και τις τελευταίες δυνάμεις του, αγωνιζόταν για έναν άρρωστο, για να τον βοηθήση να τα βγάλη πέρα παρ’ όλη την πραγματική του κατάστασι, τότε μπορούσε εκείνη με μια τρομακτική ωμότητα να πη:
— Μπορεί να κάνετε σεις ο,τι θέλετε—αυτός θα σας πεθάνη.
Δεν θυμάμαι καμμιά περίπτωσι που να είχε άδικο στην διάγνωσί της.
Για την αδελφή Αγνή, λοιπόν, η Βερόνικα είχε κλείσει το μάτι κι’ αυτό για μένα έλεγε ότι έπρεπε νάχω το νου μου. Όταν εννοείται εγώ αργότερα μπήκα στο δωμάτιο και είδα την αδελφή Αγνή ξαπλωμένη στο κρεββάτι, μου φάνηκε, ή ότι για πρώτη φορά είχε πλανηθή η καλή γερόντισσα Πυθεία – γιατρός μας, ή ότι εγώ δεν είχα καταλάβει καλά τα νοήματα της. Η αδελφή Αγνή είχε βγάλει το μεγάλο λευκό κάλυμμα της κεφαλής και αντί γι’ αυτό είχε βάλει μια μικρή σκουφίτσα. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, μου φάνηκε το κανονικό της όμορφο πρόσωπο ακόμη πιο τρυφερό, αθώο κι’ αξιαγάπητο απ’ ο,τι πιο πριν.
Χωρίς να της το ζητήσω τέντωσε εμπρός μου το δεξί της χέρι που ήταν περιτυλιγμένο με λευκούς, λεπτούς επιδέσμους. Έβγαλα το δέσιμο και τρόμαξα: Έλειπαν δύο δάκτυλα και το τρίτο φαινόταν να κινδυνεύη—ήταν νεκρό, όπως φαινόταν, μέχρι τη μέση της μεσαίας φάλαγγος. Το χέρι ήταν κατακόκκινο, πρησμένο, και το δέρμα τεντωμένο.
Ρώτησα πως είχε γίνει έτσι και εκείνη διηγήθηκε ήρεμα και γαλήνια με απαλή φωνή το ιστορικό της αρρώστιας της.
Στην αρχή εμφανίστηκε τελείως από μόνη της μια κοκκινίλα και μια φλεγμονή στο μικρό δάκτυλο, που αργότερα ωδήγησε σε τόσο επώδυνες εξελκώσεις, ώστε χρειάστηκε να κόψουν το τελευταίο τμήμα του μικρού δακτύλου σε μια κλινική. Ύστερα από λίγο παρουσιάστηκε μια φλεγμονή στο άκρον του τετάρτου δακτύλου και το κολόβωμα του μικρού δακτύλου ξανάνοιξε πάλι. Έπρεπε κανείς τελικά να αφαίρεση τελείως το μικρό δάκτυλο και να θυσιάση το άκρον του τετάρτου δακτύλου. Έτσι προχωρούσε διαρκώς. Τελικά έχασε και το τέταρτο δάκτυλο ολόκληρο και τώρα η φλεγμονή άρχιζε και στο τρίτο δάκτυλο. Μόνον ο δείκτης και ο αντίχειρας έμεναν ακόμη τελείως εν τάξει. Εν τούτοις τα χέρια και τα υπόλοιπα δάκτυλα διετρέφοντο καλώς, και ήταν ρόδένα, δεν υπήρχε ούτε μπλε ούτε μελανό χρώμα επάνω τους. Αυτό ήταν ένα αξιοπρόσεκτο πράγμα ! Διαρκώς σκεπτόμουνα αυτό το εύρημα. Και το πιο παράδοξο, μου φάνηκε ότι στο άλλο χέρι δεν μπορούσε κανείς να αναγνωρίση κανένα ίχνος αυτής της παράξενης αρρώστιας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ξεχώριζε κανείς σχεδόν με βεβαιότητα από άλλες πιθανές διαγνώσεις την αρρώστια που περιέγραψε ο Raynaud στην εποχή του, που οδηγεί, με το πέρασμα του χρόνου, από τους σπασμούς των λεπτών αγγείων, στη νέκρωσι του άκρου των δακτύλων και τελικά ολόκληρων των δακτύλων των χεριών και των ποδιών. Αλλ’ η αρρώστια του Raynaud εμφανίζεται πάντοτε κι’ από τις δυό πλευρές…
Και μια δηλητηρίασις από ερυσιβώδη όλυρα, που με τελείως όμοια φαινόμενα μπορεί να οδηγήση στην απώλεια των άκρων, αποτελούσε το ίδιο αναξία λόγου αιτία, όπως και ο διαβήτης, η αρτηριοσκλήρωσις ή και ο εξανθηματικός τύφος, στις όποιες είναι επίσης δυνατόν να παρουσιαστή μία νέκρωσις των άκρων. Όλα τα χαρακτηριστικά συμπτώματα για μια απ’ αυτές τις αρρώστιες έλειπαν.
Δοκίμασα να τεθώ επί τα ίχνη της αιτίας αυτής της μυστηριώδους αρρώστιας.
—Όταν κρατάτε το χέρι σε κρύο νερό, ρώτησα, έχετε το αίσθημα ότι τα δάκτυλα σας είναι νεκρά ; Έχετε πόνους ; Γίνονται τα δάκτυλα των χεριών σας ή των ποδιών σας ωχρά σαν το κερί, όταν βρίσκεστε στα κρύα του χειμώνα ή σε υγρασία;
Κούνησε το κεφάλι και είπε με φιλικό χαμόγελο:
-Όχι.
Επήρα μια μικρή λεκάνη, άφησα να τρέξη μέσα κρύο νερό, βούτηξα τα χέρια της- μέσα και παρατηρούσα, αλλά ούτε τα δάκτυλα του δεξιού ούτε του αριστερού χεριού ωχρίασαν.
Κατόπιν της έδωσα ένα φάρμακο που προκαλεί μια διεύρυνσι των αγγείων και περίμενα μισή ώρα.
Στο μεταξύ άρχισα μαζί της τη συζήτησι που ανέφερα στην αρχή του κεφαλαίου, για τον Βενσάν ντε Πωλ, τον οργανωτή του τάγματος της. Ήλπιζα από την συζήτησι να έχω μερικά στοιχεία στον ψυχολογικό τομέα γύρω από την προσωπικότητα της αδελφής Αγνής: ένιωσα όμως απογοήτευσι. Μιλούσε για τον άγιο με τον ίδιο σεβασμό, που μιλούν όλοι όσοι ανήκουν στο τάγμα του. Το μοναδικό σημείο, που μου έκανε κάποια έντύπωσι ήταν ότι εκείνη στεκόταν φανερά με ιδιαίτερη προτίμησι στην προσπάθεια που έκαμε ο άγιος για τους κατάδικους των κάτεργων, ενώ μόλις άγγιζε, φευγαλέα, το θέμα της άλλης αγαθοεργούς δράσεως αυτού του μεγάλου φιλάνθρωπου για τους άρρωστους, για τα νόθα, για τους τρελλούς, για την οποία ο Βενσάν ντε Πωλ επήρε από τον Πάπα Λέοντα τον ΙΓ’ την προσωνυμία του «προστάτου όλων των έργων της χριστιανικής αγάπης». Αυτό μου φάνηκε κάπως αξιόλογο γιατί στο τέλος – τέλος αυτή άνηκε σ’ ένα τάγμα που είχε ακριβώς σαν σκοπό του την φροντίδα των ασθενών.
Αφού πέρασε περίπου η μισή ώρα και θάπρεπε το αγγειοδιασταλτικό φάρμακο να έχη κάνει την ενέργεια του, τη ρώτησα:
— Νιώθετε τώρα αίσθημα ζέστης στα χέρια; Κούνησε το κεφάλι της:
— Ναι, τα δάκτυλα, τα χέρια και τα πόδια είναι κιόλας ζεστά. Τη ρώτησα ακόμη:
— Πως είναι οι πόνοι στο δεξί χέρι; Όπως πάντα απήντησε φιλικά:
— Μπορώ μονάχα να πω, κύριε επιμελητά, ότι είναι υποφερτοί. Όταν την εγκατέλειψα, βρισκόμουν σε αμηχανία. Η προσωπικότης της μου ήταν το ίδιο μυστηριώδης, όσο κι’ η αρρώστια της. Σαν συνέχεια όλων αυτών, πήρα την επομένη μέρα κατά μέρος την αδελφή Βερόνικα και προσπάθησα να ακούσω απ’ αυτήν τίποτε για την παράξενη άρρωστη μου. Ο,τι πληροφορήθηκα ήταν αρκετά ανεπαρκές. Μου είπε δηλαδή μονάχα:
—Η αδελφή Αγνή είναι λυπημένη. Στην τελευταία ανανέωσι της αφιερώσεώς μας, δεν μπορούσε να είναι παρούσα γιατί ήταν άρρωστη.
Δεν κατάλαβα τελείως ποιά σχέσι έχουν αυτά τα πράγματα, αλλά όταν προσπάθησα να τα εξηγήσω, γέλασε μονάχα η αδελφή Βερόνικα και μου είπε, μ’ εκείνη την ελαφρυά υπεροψία που οι άνθρωποι της μεγάλης πίστεως παίρνουν μερικές φορές απέναντι στα παιδιά του κόσμου:
— Αυτό δεν μπορείτε να το καταλάβετε εσείς. Οι αδελφές του τάγματος του Βενσάν, ανανεώνουμε κάθε χρόνο με εορταστικό τρόπο την αφιέρωσί μας.
Στο μεταξύ η αρρώστια της Αγνής έκανε προόδους. Τα δάκτυλα έμεναν φλογισμένα, η κοκκινίλα και το πρήξιμο προχωρούσαν τώρα σ’ ολόκληρο το χέρι. Αν θα εξακολουθούσε να προχωρή έτσι, θάπρεπε κάποια μέρα να σκεφθώ το κόψιμο του χεριού.
Η περίπτωσις με απασχολούσε όλο και περισσότερο και μάλιστα οχι μόνο από Ιατρικής πλευράς, αλλά κι’ απ’ την ανθρώπινη όψι της. Ένα βράδυ, όταν η δουλειά της κλινικής τελείωσε, γρηγορώτερα απ’ ο,τι συνήθως, απεφάσισα στο τέλος να ξεκαθαρίσω την ύπόθεσι. Έπρεπε να καταλάβω τι άνθρωπος ήταν τέλος πάντων αυτή η νεαρή αδελφή και ήλπιζα κρυφά ότι καταλαβαίνοντας την προσωπικότητα της, θα κατώρθωνα να έχω συγχρόνως ένα φως στην αιτία της αρρώστιας της, γιατί και σ’ αυτή την κατεύθυνσι δεν είχα κάνει ακόμη ούτε ένα βήμα: Το ιστορικό της αρρώστιας δεν ανέφερε έναν τραυματισμό ή κάποια μόλυνσι.
Μόλις μπήκα στο δωμάτιο της άρρωστης, τράβηξε την προσοχή μου ένας μεγάλος εσταυρωμένος, που κρεμόταν στο λευκοβαμμένο τοίχο απέναντι απ’ το κρεββάτι της. Πριν από λίγο δεν υπήρχε και θάπρεπε να τον είχαν φέρει εκεί σύμφωνα με την επιθυμία της άρρωστης.
Κατά έναν τρόπο είχα προετοιμαστή για τη συζήτησι που θ’ ακολουθούσε. Είχα διαβάσει κάθε βιβλίο που θα μπορούσε κανείς να βρη κάτι προχείρως για τον άγιο Βενσάν ντε Πωλ και για το τάγμα του. Μου φάνηκε ότι ήταν σωστό ν’ αρχίσω αμέσως μ’ αυτές τις γνώσεις. Της είπα λοιπόν ότι τελευταία, ύστερα από τις συζητήσεις μας, μελέτησα κάπως καλύτερα τη ζωή του αγίου Βενσάν.
Γέλασε επιδοκιμαστικά, αλλά δε με κύτταξε και είχε τα μάτια της σταθερά προσηλωμένα στο σταυρό, πάνω στον τοίχο. Κατά τα άλλα άκουσε, όσα της έλεγα, σιωπηλή.
— Πέστε μου αδελφή Αγνή, τη ρώτησα αδιάφορα, τι σας άρεσε πιο πολύ στον άγιο Βενσάν ;
Η απάντησις ήλθε με μια καταπληκτική συντομία.
— Το ότι βοήθησε τους ανθρώπους που ήταν καταδικασμένοι να δουλεύουν τόσο σκληρά.
Πιο πολύ ακόμη κι’ απ’ το περιεχόμενο, μου χτύπησε ο ξεχωριστός τόνος που έδινε στις λέξεις της. Για πρώτη φορά μιλούσε μ’ ένα πάθος που βρισκόταν σε μεγάλη αντίθεσι με την ήρεμη πραότητα με την οποία παρουσιαζόταν ως τώρα.
Έγινε μια μικρή παύσις και μετά έκανα τη δεύτερη ερώτησι, ενώ το πρόσωπο της είχε στραφή και πάλι στο σταυρό.
— Μου διηγήθηκαν, αδελφή Αγνή, ότι ήσαστε πολύ στενοχωρημένη γιατί δεν μπορέσατε να παρευρεθήτε την τελευταία χρονιά στην ανανέωσι της αφιερώσεώς σας. Είναι πράγματι σωστό;
Με μια αστραπιαία κίνησι τράβηξε τα μάτια της απ’ το σταυρό, πέρασε το βλέμμα της από μπροστά μου, κύτταξε κατόπιν έξω απ’ το παράθυρο και ψιθύρισε:
— Ναι, είμαι πολύ δυστυχισμένη γι’ αυτό.
Στον πόνο της ένιωθε κανείς μιαν αντίστασι. Δεν ήθελε να μιλήση γι’ αυτό το θέμα. Έτσι σταμάτησα την συζήτησι κι’ άρχισα να εξετάζω το χέρι της.
Καθώς έβγαζα τον επίδεσμο την παρατηρούσα. Και τώρα η αντίδρασίς της δεν ήταν φυσιολογική. Σχεδόν όλοι οι άρρωστοι παρακολουθούν όταν ο γιατρός ανοίγη μια πληγή. Αυτή όμως κύτταζε μακρυά, έξω απ’ το παράθυρο, με μια παράξενα χαμένη έκφρασι. Ακόμη και το σταυρό, όπου προηγουμένως είχε σταθερά καρφωμένα τα μάτια της, δεν τον κύτταζε πια. Μονάχα μια φορά έρριξε μια γρήγορη ματιά και, όπως μου φάνηκε, μια φοβισμένη ματιά.
Το χέρι ήταν όπως πάντα κόκκινο σε μεγάλο βαθμό και πρησμένο. Τα κολοβώματα των δακτύλων έδειχναν ένα μεγαλύτερο ερεθισμό από άλλοτε, το δέρμα ήταν γυαλιστερό και τεντωμένο. Η κατάστασις προχωρούσε λοιπόν ασταμάτητα. Σιωπηλά έδεσα πάλι τον επίδεσμο και χαιρετώντας την σύντομα έφυγα σκεπτικός.
Στο δωμάτιο μου εξήτασα και πάλι με τη σκέψι μου τις λεπτομέρειες της συναντήσεως. Τρία πράγματα μου είχαν κάνει εντύπωσι: Το γεγονός ότι στην αδελφή Αγνή, από τα έργα της αγάπης του Αγίου Βενσάν, είχε κάνει προφανώς την ισχυρότερη εντύπωσι η απελευθέρωσις των ανθρώπων απ’ τη σκληρή εργασία. Αυθόρμητα, χωρίς πολλή σκέψι, είχε δώσει στην ερώτησί μου αυτή την απάντησι και το πάθος που υπερασπιζόταν την άποψί της, απεδείκνυε ότι σ’ αυτό το σημείο προφανώς ανεφέρετο η προσωπική της κλίσι προς τον προστάτη του τάγματος της. Κατόπιν, καθώς γινόταν λόγος για την ανανέωσι της αφιερώσεώς της, είχε πάρει τα μάτια απ’ τον Εσταυρωμένο και ακόμη όταν την εξήταζα απέφευγε φανερά να βλέπη το σταυρό και έδειχνε συγχρόνως μια τελεία αδιαφορία για την κατάστασι του αρρωστημένου της χεριού. Υπήρχε άραγε ανάμεσα σ’ αυτά τα τρία πράγματα μια εσωτερική σχέσις;
Μια ιδέα έλαμψε μέσα μου, αλλά μου φάνηκε τόσο ανόητη, τόσο παραπλανητική, που αμέσως, σαν ένα ψιθύρισμα του Πονηρού, την έδιωξα. Εδώ και χρόνια γνώριζα τις ευσεβείς αδελφές αυτού του τάγματος. Ήξερα με πόση αυταπάρνησι για τη χάρι του Χριστού παράβλεπαν τη σκληρή τους δουλειά και μου φάνηκε ότι μια τέτοια σκέψις ήταν σχεδόν σαν μια προσβολή σ’ αυτές τις αξιοσέβαστες γυναίκες.
Παρ’ όλα αυτά πήγα στην επόμενη επίσκεψι με το αίσθημα μιας κάποιας αβεβαιότητος προς την αδελφή Αγνή. Μου έμενε μια αμφιβολία. Ντρεπόμουν γι’ αυτή την αμφιβολία και έτσι στεκόμουν μπροστά της με τη συναίσθησι της ένοχης ενός ανθρώπου που τρέφει μια προκατάληψι.
Με πολλή προφύλαξι έβγαλα τον επίδεσμο και κύτταξα το γυμνωμένο δεξί χέρι. Τότε αντελήφθην μια παράξενη αλλαγή. Στο τρίτο δάκτυλο μπορούσε κανείς να παρατήρηση μια κίτρινη χρώσι που έφτανε μέχρι την περιοχή της παλάμης.
Στην αρχή δεν είπα τίποτε, αλλά δοκίμασα προσεκτικά να καθαρίσω τη βαμμένη περιοχή. Παρ’ όλ’ αυτά το χρώμα δεν εξηφανίσθη. Το δέρμα ήταν μέχρι τις βαθύτερες στοιβάδες καφε-κίτρινο.
— Πονείτε σ’ αυτό το σημείο αδελφή ; ρώτησα. -Όχι.
Κούνησε το κεφάλι για να κάνη πιο δυνατή την απάντησί της. Αυτό ήταν το ίδιο περίεργο όσο και η φλεγμονή στο τρίτο δάκτυλο, που είχε σημαντικά αυξηθή.
Σιωπηλά ξανάβαλα τον επίδεσμο κι’ έφυγα. απ’ το δωμάτιο μου τηλεφώνησα αμέσως στο συνάδελφο μου της δερματολογικής κλινικής και τον παρεκάλεσα να έλθη όσο το δυνατόν γρηγορώτερα στη χειρουργική κλινική. Είπε «ναι» και ήρθε ύστερα από μια περίπου ώρα.
— Έχω μια πολύ περίεργη περίπτωσι, άρχισα, μια νεαρή ασθενή με ένα ανάπηρο χέρι. Μερικά δάκτυλα είναι κομμένα αλλά η φλεγμονή συνεχίζεται διαρκώς.
Προχωρούσαμε κιόλας προς την αδελφή Αγνή ενώ εγώ διηγούμην τις λεπτομέρειες.
— Σημέρα το πρωί παρατήρησα για πρώτη φορά μια καφετιά χροιά σα να χύθηκε πάνω στο χέρι ένα καυστικό υγρό. Αυτό μ’ έφερε σε δυσάρεστες σκέψεις.
Δεν μου φάνηκε να του έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι και είπε:
— Καλά, κάτι τέτοιο συμβαίνει, αυτό το ξέρουμε. Περί τίνος πρόκειται, λοιπόν;
— Για μια καλόγρια, είπα.
— Πως; έμεινε να με κυττάζη τρομαγμένος. Τι καλόγρια;
— Μια του τάγματος του Βενσάν.
Έκανε ένα μορφασμό και μετά ρώτησε, τονίζοντας τις λέξεις ψυχρά:
— Σκέπτεσθε, λοιπόν, για να το πούμε καθαρά, έναν αυτοακρωτηριασμό, κύριε συνάδελφε ; έναν αυτοακρωτηριασμό σε μια από τις αδελφές μας; Ίσως δεν μιλάτε σοβαρά!
— Κι’ όμως, μιλώ σοβαρώτατα. Γι’ αυτό σας παρακάλεσα να έλθετε. Έχω ανάγκη μιας επιβεβαιώσεως από την κρίσι τη δική σας.
Κούνησε μισοδύσπιστα, μισοαγανακτισμένα το κεφάλι του και βουβοί προχωρήσαμε, ο ένας δίπλα στον άλλον, μέσα στο μεγάλο διάδρομο. Μπρος στην πόρτα του δωματίου στάθηκε εκείνος άλλη μια φορά.
— Θα μείνετε μέσα ; ρώτησε σιγά.
— Μάλιστα, είπα και μετά μπήκαμε στο δωμάτιο.
Η αδελφή Άγνή, ξαπλωμένη στο χιονάτο της κρεββάτι μας κύτταξε ειρηνικά και φιλικά με τα μεγάλα της γαλάζια μάτια. Τα μαλλιά της ήταν, όπως πάντα, σκεπασμένα από τη λευκή της σκούφια. Το πρόσωπό της έμοιαζε με την όψι μιας πονεμένης μαντόνας, άπειρα τρυφερό και συγκινητικό μέσα στην παιδιάστικη ευσέβεια της.
Ο συνάδελφος μου την κύτταξε κι’ έπειτα μου έρριξε ένα βλέμμα γεμάτο επίπληξι, σχεδόν περιφρονητικό. «Πως μπόρεσες;» φάνηκε να ρωτούν τα μάτια του.
Τον επίδεσμο τον έλυσα μόνος μου, πολύ προσεκτικά. Δεν είπα λέξι. Κατόπιν σήκωσα προς τα εμπρός το ανάπηρο χέρι και έδειξα την κιτρινισμένη περιοχή. Εκείνος παραξενεύτηκε. Έσκυψε το κεφάλι βαθύτερα, παρετήρησε το χέρι και τα δάκτυλα για πολύ, και πολύ προσεκτικά το γύρισε προς όλες τις πλευρές.
Κατόπιν ανασηκώθηκε και μου έρριξε ένα βλέμμα, που πρόδιδε μια βαθειά συγκίνησι, αλλά είπε μονάχα:
— Θα το δούμε αμέσως ! Μπορώ να έχω λίγο χάρτη του ηλιοτροπίου ;
Χτύπησα το κουδούνι να έλθη μια αδελφή και την παρεκάλεσα να φέρη αμέσως χάρτη του ηλιοτροπίου από το εργαστήριο της κλινικής. Εκείνος πήγε στο μεταξύ αμίλητος στο παράθυρο, αγκάλιασε το χερούλι με τα δυό του χέρια και κύτταξε έξω. Στο δωμάτιο κυριαρχούσε μια καταθλιπτική σιωπή. Κύτταξα την αδελφή Αγνή. Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο και συγκρατημένο, όπως πάντα. Μονάχα μια φορά μου φάνηκε σαν το βλέμμα της να γλιστρούσε γεμάτο φόβο ανάμεσα στον ξένο γιατρό και σε μένα. Αλλά αυτό μπορούσε να ήταν μια ακόμη πλάνη μου.
Το κορίτσι έφερε το κουτί με το χάρτη του ηλιοτροπίου. Πάντοτε σιωπηλός, προχώρησε ο συνάδελφος στο κρεββάτι, έβρεξε την κίτρινη, βαμμένη θέσι στο χέρι με λίγο νερό από τη λεκάνη και έβαλε επάνω το χάρτη του ηλιοτροπίου. Αμέσως πήρε το χαρτί μια έντονη μπλε χροιά.
Η απόδειξις ήταν μπροστά μας—η απόδειξις ότι το χέρι ήταν καμμένο με ένα συμπεπυκνωμένο αλκαλικό διάλυμα.
Είχα λοιπόν δίκιο. Αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι σπάνια η ορθότης μιας διαγνώσεως με είχε κάνει τόσο λίγο ευτυχή όσο σ’ αυτή την περίπτωσι. Και ο συνάδελφος μου ήταν βαθιά συγκινημένος. Πέρασαν λίγα λεπτά, κι’ ύστερα με παράξενη, άτονη φωνή, μου είπε:
— Πιστεύω ότι μπορούμε ήσυχοι να ξαναβάλουμε τον επίδεσμο.
Φώναξα την αδελφή του τμήματος, της είπα τι έπρεπε να κάνη και μετά προχωρήσαμε κι’ οι δυό, ο ένας δίπλα στον άλλο, βουβοί, προς την έξοδο.
— Τι θα κάνετε τώρα, με ρώτησε στο τέλος, καθώς σταθήκαμε στον προθάλαμο.
Αναποφάσιστα σήκωσα τους ώμους:
— Δεν ξέρω ακόμη, αλλά θα το βρω.
Το συγκλονιστικό συμπέρασμα της εξετάσεως δεν μπορούσα, ουτε έπρεπε να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Αυτό ήταν φανερό. Έπρεπε να το πω στην προϊσταμένη μας, μια υπέροχη γυναίκα απ’ την οποία πολλά εξαρτούσα. Ο δρόμος προς τα εκεί μου φάνηκε δύσκολος, γιατί για τις συνέπειες που θα είχε η ανακοίνωσίς μου δεν υπήρχε καμμιά αμφιβολία.
Το γραφείο της προϊσταμένης ήταν δίπλα στο δικό μου. Αργοπορώντας στάθηκα άλλη μια στιγμή ακόμη μπροστά στην πόρτα της και την έφερα στη σκέψι μου.
Θα κάθεται στο γραφείο της, σκέφτηκα. Έχει όλη την ευθύνη για τις αδελφές—μια βαρειά ευθύνη. Το εκφραστικό της πρόσωπο, που έμοιαζε με την Ούτα του Νάουμπουργκ παρουσιάστηκε μπροστά μου. Άκουσα τον ήχο της φωνής της. Πάντοτε μου έκανε εντύπωσι πόσο αρμονικά ήταν όλα σ’ αυτή τη γυναίκα. Πρόσωπο, έμφάνισις, ψυχική διάθεσις και φωνή, αποτελούσαν όλα ένα μοναδικό σύνολο. Αναρρωτιόμουν συχνά από μέσα μου από που άραγε να κατήγετο η προϊσταμένη Μαρία-Ελίζα. Έμοιαζε με Ηγουμένη της Γοτθικής εποχής.
Στο τέλος συγκέντρωσα τις δυνάμεις μου και χτύπησα την πόρτα. Πράγματι, όπως το είχα φανταστή καθόταν στο γραφείο της.
Η προϊσταμένη σηκώθηκε αργά. Αμέσως αντελήφθη ότι με καταπίεζε κάτι πολύ βαρύ.
— Τι συμβαίνει, κύριε επιμελητά ; Συνέβη τίποτε ;
— Κατ’ αρχήν καθήστε, σας παρακαλώ. Πρέπει να σας πω κάτι τρομερό. Αυτό που έχω να σας φανερώσω—πρέπει να σας το πω απροκάλυπτα—είναι τρομερό.
Κάθησε πάλι.
— Σας παρακαλώ πέστε μου την αλήθεια. Τι συνέβη ; Έπρεπε να αγωνιστώ για να βγάλω την κάθε λέξι.
— Γνωρίζετε βέβαια την άρρωστη μας, την αδελφή Αγνή με το ανάπηρο χέρι. Υπάρχει υπόνοια ότι πρόκειται για έναν αυτοακρωτηριασμό!
Η Μαρία-Ελίζα, αναπήδησε ξαφνικά από το κάθισμα της. Τα μάτια της πέταξαν φλόγες από αγανάκτησι και με μια φωνή που έτρεμε από διέγερσι, μου πέταξε τις λέξεις:
— Αυτό είναι αδύνατον! Αυτό αποκλείεται, κύριε επιμελητά! Έμεινα τελείως ήρεμος, την κυττούσα διαρκώς στα μάτια και της απήντησα με σταθερότητα.
— Δυστυχώς δεν είναι αδύνατον, αλλά ακριβώς όπως σας το είπα, προϊσταμένη!
Και της ανεκοίνωσα ότι, επειδή είχα αυτή την υπόνοια, είχα φέρει τον επιμελητή της δερματολογικής κλινικής που είχε δει πολύ καλά το χέρι και απέδειξε ένα έγκαυμα με κάποιο συμπεπυκνωμένο αλκαλικό διάλυμα. Αμφιβολία δεν είναι πλέον δυνατή!
Έγινε κίτρινη σαν πεθαμένη. Υπεχώρησε και τα χαρακτηριστικά της συσπάστηκαν.
Ένιωθα πόσο αγωνιζόταν να ηρέμηση, κατόπιν όμως κέρδισε με μια καταπληκτική γρηγοράδα την βεβαιότητα της και τη σταθερότητα της.
— Κύριε επιμελητά, είπε σύντομα κι’ αποφασιστικά, πηγαίνουμε αμέσως τώρα στην αδελφή Αγνή. Ελάτε, σας παρακαλώ, μαζί.
Και έτσι βγήκαμε κι’ οι δυό, ο ένας δίπλα στον άλλον, στο μεγάλο διάδρομο. Δεν είπαμε ούτε μια λέξι. Μπροστά στην πόρτα γύρισε ξαφνικά, με κύτταξε και μου είπε:
—Αφήστε με στην αρχή να μπω μόνη μου. Περιμένετε εδώ! Ήμουν προετοιμασμένος να την περιμένω για πολύ, αλλά ύστερα από ένα λεπτό ξαναγύρισε η προϊσταμένη απ’ το δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα πίσω της και φαινομενικά ήρεμη και συγκρατημένη—μόνο τα χείλη της που έτρεμαν επρόδιναν την αναστάτωσί της—είπε:
— Είχατε δίκιο. Η αδελφή Αγνή τα ωμολόγησε όλα. Κρυφά τη νύχτα γλιστρούσε στο εργαστήριο και έκαιγε το χέρι της με αλκαλικό κάλλιο.
— Και γιατί τόκανε αυτό;
Αλλά η προϊσταμένη φάνηκε σαν να μην ήθελε ν’ ακούση την ερώτησί μου. Βάδιζε κατά μήκος του διαδρόμου αλύγιστη κι’ ευθυτενής προς το γραφείο της. Το πρόσωπο της ήταν σαν απολιθωμένο. Έμεινα στο πλευρό της και παρ’ όλη την αρνητική της στάσι τόλμησα μια δεύτερη ερώτησι:
— Τι θα γίνη τώρα ;
Η Μαρία – Ελίζα στάθηκε και είπε δυνατά και σκληρά:
—Αυτό αφήστε να το φροντίσουμε εμείς, το Τάγμα και η Εκκλησία.
Την επόμενη μέρα, η αδελφή Αγνή είχε εξαφανισθή από την κλινική. Δεν την ξανάδα ποτέ.
Η μοίρα της όμως—και προ πάντων η ερώτησις, τι θα μπορούσε ένα τόσο καλό κορίτσι να το οδηγήση σε μια τόσο τρομερή πράξι—με απησχόλησε για πολύν καιρό ακόμη.
Έτσι μερικούς μήνες αργότερα, κάνοντας ένα βράδυ συντροφιά μ’ έναν έξυπνο καθολικό Ιερέα, έφερα την κουβέντα για την αδελφή Αγνή και την περίπτωσί της. Έθεσα το ερώτημα στον συνομιλητή μου, έναν γέρο ιερέα που ενσάρκωνε την απέραντη ανεκτικότητα της εκκλησίας, το ερώτημα στο οποίον εγώ ο ίδιος ακόμη δεν είχα μπορέσει να απαντήσω: Ποιά αίτια θα μπορούσαν να είχαν σπρώξει αυτή τη νεαρή καλόγρια στον φρικιαστικό αυτοακρωτηριασμό ;
— Λοιπόν, είπε ήρεμα ο πνευματικός, θα μπορούσε να έχη γίνει ως εξής: αυτή η αδελφή Αγνή ήταν ίσως ένα πλάσμα με ταλέντα και εξυπνάδα, που υπέφερε με το να πρέπη να κάνη διαρκώς τις δουλειές μιας υπηρέτριας. Οι κανόνες του τάγματος είναι αυστηροί. Δεν έβρισκε το θάρρος για μια ανοιχτή επανάστασι, και μ’ αυτόν τον τρόπο, προσπαθούσε με πονηριά να αποκτήση μια θέσι μέσα στο τάγμα που θα την απελευθέρωνε από τη σωματική εργασία και θα συμφωνούσε περισσότερο με τις διανοητικές της ικανότητες.
Η εξήγησις ήταν διαφωτιστική, κι’ αμέσως άρχισα να νιώθω συμπόνια γι’ αυτό το πλανεμένο νεαρό κορίτσι. Έβρισκα τη στάσι της, όσο κι’ αν ήταν ακατάληπτη κι’ ανόητη, κάπως συγχωρητέα. Και είπα αυτή μου τη γνώμη δυνατά.
Τότε όμως απήντησε ο συνομιλητής μου με μια αυστηρότητα, που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι μπορούσε να έχη.
— Όχι, έχετε άδικο. Όσο πιο κοντά βρίσκεται ο άνθρωπος στην περιοχή του αγίου, τόσο πιο βαριά ζυγίζει η αμαρτία του.

Από το βιβλίο: «Πίσω μας στέκει ο Θεός» του HANS KILLIANS.
Μετάφρασις: Δ/ρος Αγλαίας Μπιμπή – Παπασπυροπούλου. Έκδοσις δεκάτη.
Εκδόσεις “Η Δαμασκός”. Αθήναι 2006.

Κατηγορίες: Λογοτεχνικά, Το ηχητικό περιοδικό μας - Ορθόδοξη Πορεία. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.