08 Νοεμβρίου, η Σύναξις των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών ασωμάτων Δυνάμεων: τα Λειτουργικά Αναγνώσματα της εορτής.

Εν τω Εσπερινώ

Ιησού Ναυή το ανάγνωσμα
Ιησούς Ναυή Ε. 13 – 15

Εγένετο, ως ήν Ιησούς εν Ιεριχώ, αναβλέψας τοις οφθαλμοίς αυτού, είδεν άνθρωπον εστηκότα εναντίον αυτού, και η ρομφαία αυτού εσπασμένη εν τη χειρί αυτού. Και προσελθών Ιησούς, είπεν αυτώ. Ημέτερος εί, ή των υπεναντίων? Ο δέ είπεν αυτώ. Εγώ Αρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου. Νυνί παραγέγονα: και Ιησούς έπεσεν επί πρόσωπον επί την γήν, και είπεν αυτώ: Δέσποτα, τί προστάσσεις τω σώ οικέτη; και είπεν ο Αρχιστράτηγος Κυρίου προς Ιησούν. Λύσον το υπόδημα εκ των ποδών σου’ ο γάρ τόπος εφ’ ού σύ έστηκας επ αυτού, άγιός εστί. Και εποίησεν Ιησούς ούτως.

Απόδοση.

Ενώ ο Ιησούς του Ναυή βρισκόταν κοντά στην Ιεριχώ, είδε ξαφνικά έναν άνδρα να στέκεται μπροστά του, κρατώντας ένα γυμνό σπαθί στο χέρι του. Ο Ιησούς τον πλησίασε και τον ρώτησε: «Είσαι μαζί μας ή με τους εχθρούς μας;»
Εκείνος απάντησε: «Εγώ είμαι ο αρχιστράτηγος του στρατού του Κυρίου• τώρα μόλις ήρθα».
Τότε ο Ιησούς έπεσε με το πρόσωπο στη γη και του είπε: «Δέσποτα, τι προστάζεις στον δούλο σου;»
Ο αρχιστράτηγος του Κυρίου πρόσταξε τον Ιησού: «Λύσε τα σανδάλια από τα πόδια σου, γιατί ο τόπος πάνω στον οποίο στέκεσαι είναι ιερός».

Κριτών το ανάγνωσμα
Κριταί ΣΤ. 2, 7, 11 – 24.

Εγένετο εν τη ημέρα εκείνη, και κατίσχυσε Μαδιάμ επί τους υιούς Ισραήλ, και αυτοί εβόησαν προς τον Θεόν. Και ιδού Άγγελος Κυρίου παρεγένετο, και εκάθισεν υπό την δρύν, την ούσαν εν Εφραθά, την του Ιωάς, και Γεδεών ο υιός αυτού ερράβδιζε πυρούς εν ληνώ, και έσπευδε του εκφυγείν από προσώπου Μαδιάμ. Και ώφθη αυτώ Άγγελος Κυρίου, και είπε προς αυτόν. Κύριος μετά σού δυνατός τη ισχύϊ. Και είπε προς αυτόν Γεδεών. Εν εμοί, Κύριέ μου, και εί έστι Κύριος μεθημών, ίνα τί εύρεν ημάς τα κακά ταύτα; Και πού εστι πάντα τα θαυμάσια αυτού, όσα διηγήσαντο ημίν οι πατέρες ημών, λέγοντες. Ουχί εξ Αιγύπτου ανήγαγεν ημάς Κύριος; Και νύν απώσατο ημάς, και παρέδωκεν ημάς, εν χειρί Μαδιάμ. Και επέβλεψε προς αυ τον ο Άγγελος Κυρίου, και είπεν αυτώ. Πορεύου εν τη ισχύϊ σου ταύτη, και σώσεις τον Ισραήλ εκ χειρός Μαδιάμ. Ιδού εξαπέστειλά σε. και είπε προς αυτόν Γεδεών. Εν εμοί, Κύριε, εν τίνι σώσω τον Ισραήλ; Ιδού η χιλιάς μου ταπεινοτέρα εν Μανασσή, και εγώ ειμι μικρότερος εν τω οίκω του πατρός μου. Και είπε προς αυτόν ο Άγγελος Κυρίου. Κύριος έσται μετά σού, και πατάξεις τον Μαδιάμ ωσεί άνδρα ένα. Και είπε προς αυτόν Γεδεών. Ει εύρον χάριν εν οφθαλμοίς σου, και ποιήσεις μοι σήμερον πάν ό,τι σύ λαλείς μετ’ εμού, μή δή χωρισθής εντεύθεν, έως του ελθείν με προς σέ, και οίσω την θυσίαν μου, και θύσω ενώπιόν σου. Και είπεν. Εγώ ειμι: καθήσομαι έως του επιστρέψαι σε. Και Γεδεών εισήλθε, και εποίησεν έριφον αιγών, και οιφί αλεύρου άζυμα, και τα κρέα έθηκεν εν τω κοφίνω, και τον ζωμόν έβαλεν εν τη χύτρα, και εξήνεγκεν αυτά προς αυτόν, υπό την δρύν, και προσήγγισε. Και είπε προς αυτόν ο άγγελος Κυρίου. Λάβε τα κρέα και τους άρτους τους αζύμους, και θές προς την πέτραν εκείνην. Και τον ζωμόν εχόμενα έκχεε. Και εποίησεν ούτω. Και εξέτεινεν ο Άγγελος Κυρίου το άκρον της ράβδου τη εν τη χειρί αυτού, και ήψατο των κρεών, και των αζύμων. Και ανήφθη πύρ εκ της πέτρας, και κατέφαγε τα κρέα και τους αζύμους. Και ό Άγγελος Κυρίου απήλθεν απ’ οφθαλμών αυτού. Και είδε Γεδεών, ότι Αγγελος Κυρίου εστί, και είπε Γεδεών. Οίμοι Κύριε, Κύριε! ότι είδον τον Άγγελον Κυρίου πρόσωπον προς πρόσωπον. Και είπεν αυτώ Κύριος. Ειρήνη σοι, μή φοβού, ου μή αποθάνης. Και ωκοδόμησεν εκεί Γεδεών θυσιαστήριον τω Κυρίω, και εκάλεσεν αυτό, Ειρήνη Κυρίου, έως της ημέρας ταύτης.

Απόδοση.

Εκείνη την εποχή οι Μαδιανίτες καταπίεζαν σκληρά τους Ισραηλίτες, κι αυτοί επικαλέστηκαν τον Θεό. Τότε ήρθε άγγελος Κυρίου και κάθισε κάτω από τη φιστικιά, που βρισκόταν στην Εφραθά η οποία ανήκε στον Ιωάς, τον πατέρα του Εσδρί. Ο Γεδεών, ο γιος του Ιωάς, κοπάνιζε σιτάρι μέσα στο πατητήρι, για να το κρύψει από τους Μαδιανίτες. Ο άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε σ’ αυτόν και του είπε: «Ο παντοδύναμος Κύριος είναι μαζί σου».
Ο Γεδεών του απάντησε: «Συγχώρησέ με, Κύριέ μου, αλλά αν ο Κύριος είναι μαζί μας, γιατί μας βρήκαν αυτές οι συμφορές; Και πού είναι όλα τα θαυμαστά έργα του, που μας διηγούνταν οι πατέρες μας και μας έλεγαν πως ο Κύριος τους είχε βγάλει από την Αίγυπτο; Τώρα, όμως, μας απέρριψε και μας παρέδωσε στην εξουσία των Μαδιανιτών».
Τότε ο άγγελος Κυρίου στράφηκε σ’ αυτόν και του είπε: «Πήγαινε μ’ αυτή τη δύναμη που έχεις, και θα ελευθερώσεις τους Ισραηλίτες από την εξουσία των Μαδιανιτών. Εγώ σε αποστέλνω».
Ο Γεδεών του είπε: «Συγχώρησέ με, Κύριέ μου, αλλά με ποιον τρόπο θα ελευθερώσω τους Ισραηλίτες; Η συγγένειά μου είναι η πιο αδύναμη στη φυλή Μανασσή, και εγώ είμαι ο μικρότερος στην οικογένεια του πατέρα μου».
Ο άγγελος Κυρίου του απάντησε: «Ο Κύριος θα είναι μαζί σου και θα νικήσεις τους Μαδιανίτες σαν να ήταν ένας μόνον άνθρωπος».
Ο Γεδεών του είπε: «Λοιπόν, αν έχω την εύνοιά σου, κάνε μου σήμερα ό,τι μου ανήγγειλες• μην απομακρυνθείς από δω, ώσπου να επιστρέψω κοντά σου, να φέρω τη θυσία μου, που θέλω να σου προσφέρω».
Κι εκείνος του απάντησε: «Εγώ θα καθίσω εδώ ώσπου να επιστρέψεις». Ο Γεδεών μπήκε στο σπίτι του, μαγείρεψε ένα κατσίκι από τα γίδια του και άζυμες λαγάνες με ένα σακί αλεύρι και τοποθέτησε τα κρέατα μέσα στο κοφίνι και το ζουμί σε μια χύτρα, και τα έφερε σ’ αυτόν που καθόταν κάτω από τη φιστικιά, και τον πλησίασε.
Ο άγγελος του Θεού του είπε: «Πάρε τα κρέατα και τις άζυμες λαγάνες και βαλ’ τα σ’ εκείνον τον βράχο, και το ζουμί χύσ’ το πάνω τους»• έτσι κι έκανε. Τότε ο άγγελος Κυρίου άπλωσε την άκρη του ραβδιού που κρατούσε στο χέρι του, άγγιξε τα κρέατα και τις άζυμες λαγάνες, κι αναπήδησε φωτιά από τον βράχο και τα έκαψε εντελώς. Έπειτα ο άγγελος Κυρίου χάθηκε από τα μάτια του.
Τότε κατάλαβε ο Γεδεών ότι αυτός ήταν ο άγγελος Κυρίου, και είπε: «Αχ, αχ, Κύριέ μου, Κύριε, είδα τον άγγελο Κυρίου πρόσωπο με πρόσωπο!»
Κι ο Κύριος του απάντησε: «Ησύχασε, μη φοβάσαι, δεν θα πεθάνεις». Ο Γεδεών έχτισε εκεί θυσιαστήριο στον Κύριο, το ονόμασε «Ειρήνη Κυρίου», και βρίσκεται εκεί μέχρι σήμερα.

Προφητείας Δανιήλ το ανάγνωσμα
Δανιήλ Ι. 1 – 21.

Εν έτει τρίτω κυρου του βασιλέως Περσών, λόγος απεκαλύφθη τω Δανιήλ, ού το όνομα επεκλήθη Βαλτάσαρ. Και αληθινός ο λόγος, και δύναμις μεγάλη, και σύνεσις εδόθη αυτώ εν Οπτασία. Εν ταις ημέραις εκείναις, εγώ Δανιήλ, ήμην πενθών τρείς εβδομάδας ημερών. Και άρτον επιθυμιών ουκ έφαγον και κρέας και οίνος ουκ εισήλθεν εν τω στόματί μου, και άλειμμα ουκ ηλειψάμην, έως πληρώσεως τριών εβδομάδων ημερών. Και εν ημέρα εικοστή τετάρτη του μηνός του πρώτου, εν τω τρίτω έτει, εγώ ήμην εχόμενα του ποταμού του μεγάλου: ούτός εστι Τίγρις. Και ήρα τους οφθαλμούς μου, και είδον, και ιδού ανήρ είς, ενδεδυμένος βαδδίν, και η οσφύς αυτού περιεζωσμένη χρυσίω Ωφάζ, και το σώμα αυτού ωσεί θαρσίς, και το πρόσωπον αυτού ωσεί όρασις αστραπής, και οι οφθαλμοί αυτού ωσεί λαμπάδες πυρός, και οι βραχίονες αυτού και τα σκέλη, ως όρασις χαλκού στίλβοντος, και η φωνή των λόγων αυτού, ώς φωνή όχλου. Και είδον εγώ Δανιήλ μόνος την οπτασίαν, και οι άνδρες οι μετ’ εμού ουκ είδον, αλλ’ ή έκστασις μεγάλη επέπεσεν επ’ αυτούς, και έφυγον εν φόβω. Και εγώ υπελείφθην μόνος, και είδον την Οπτασίαν την μεγάλην ταύτην, και ουχ υπελείφθη εν εμοί ισχύς, και η δόξα μου μετεστράφη εις διαφθοράν, και ουκ εκράτησα ισχύος. Και ήκουσα την φωνήν των λόγων αυτού. Και εν τω ακούσαί με φωνήν ρημάτων αυτού, ήμην κατανενυγμένος επί πρόσωπόν μου επί την γήν. Και ιδού χείρ απτομένη μου, και ήγειρέ με επί τα γόνατά μου, και ταρσούς χειρών μου. Και είπε προς με. Δανιήλ, ανήρ επιθυμιών, σύνες εν τοις λόγοις, οις εγώ λαλώ προς σέ, και στήθι επί τη στάσει σου, ότι νύν απεστάλην προς σε. Και εν τω λαλήσαι αυτόν προς με τον λόγον τούτον, ανέστην έντρομος. Και είπε προς με. Μή φοβού Δανιήλ, ότι από της ημέρας της πρώτης, ής έδωκας την καρδίαν σου συνιέναι, και κακωθήναι έναντι Κυρίου του Θεού σου, ηκούσθησαν οι λόγοι σου, και εγώ ήλθον εν τοις λόγοις σου. Και ο Άρχων της βασιλείας Περσών ειστήκει εξεναντίας μου είκοσι και μίαν ημέραν. Και ιδού Μιχαήλ, εις των Αρχόντων των πρώτων ήλθε βοηθήσαί μοι, και αυτόν κατέλιπον εκεί μετά του Άρχοντος βασιλείας Περσών. Και ήλθον συνετίσαι σε, όσα απαντήσει τω λαώ σου επ’ εσχάτων των ημερών’ ότι έτι η όρασις εις ημέρας. Και εν τω λαλή σαι αυτόν μετ’ εμού κατά τους λόγους τούτους, έδωκα το πρόσωπόν μου επί την γήν, και κατενύγην. Και ιδού ως ομοίωσις υιού ανθρώπου, ήψατο των χειλέων μου, και ήνοιξα το στόμα μου και ελάλησα, και είπα προς τον εστώτα εναντίον μου. Κύριε, εν τη Οπτασία σου εστράφη τα εντός μου εν εμοί, και ουκ έσχον ισχύν. Και πώς δυνήσεται ο παίς σου, Κύριε, λαλήσαι μετά του Κυρίου μου τούτου; Και από του νύν ού στήσεται εν εμοί ισχύς, και πνοή ουχ υπελείφθη εν εμοί. Και προσέθετο, και ήψατό μου ως όρασις ανθρώπου, και ενίσχυσέ με και είπέ μοι. Μή φοβού ανήρ επιθυμιών, ειρήνη σοι, ανδρίζου και ίσχυε. Και εν τω λαλήσαι αυτόν μετ εμού, ίσχυσα και είπα. Λαλείτω ο Κύριός μου, ότι ενίσχυσάς με. Και είπεν. Ει Οίδας ότι ήλθον προς σέ; Και νύν επιστρέψω του πολεμήσαι μετά του Άρχοντος Περσών, και εγώ εξεπορευόμην, και ο Άρχων των Ελλήνων ήρχετο. Αλλ’ ή αναγγελώ σοι το εντεταγμένον εν γραφή αληθείας και ουκ έστιν είς αντεχόμενος μετ’ εμού περί τούτων, αλλ’ ή Μιχαήλ ο άρχων υμών.

Απόδοση.

Το τρίτο έτος της ηγεμονίας του βασιλιά των Περσών Κύρου, ο Δανιήλ, ο επονομαζόμενος Βαλτάσαρ, δέχτηκε ένα αποκαλυπτικό όραμα, που περιείχε ένα αξιόπιστο μήνυμα. Ο Δανιήλ ενισχύθηκε από τον Θεό, ώστε να κατανοήσει το όραμα.
Εκείνη την περίοδο, εγώ ο Δανιήλ πενθούσα επί τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Φαγητό λαχταριστό δεν έφαγα, κρέας και κρασί δεν έβαλα στο στόμα μου, κι ούτε λάδι καλλυντικό έβαλα πάνω μου, για τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Την εικοστή τέταρτη μέρα του πρώτου μήνα βρισκόμουν κοντά στον μεγάλο ποταμό Εδδεκέλ, δηλαδή στον Τίγρη. Σήκωσα τα μάτια μου και ξαφνικά είδα έναν άνδρα που φορούσε λινό ένδυμα και στη μέση του είχε μια ζώνη από χρυσάφι της Ωφάζ. Το σώμα του λαμποκοπούσε από χρυσόλιθο και το πρόσωπό του σαν τη λάμψη της αστραπής• τα μάτια του άστραφταν σαν δάδες αναμμένες, ενώ οι βραχίονές του και τα πόδια του έμοιαζαν με αστραφτερό χαλκό, κι όταν μιλούσε ακουγόταν σαν ένα πλήθος που φωνάζει.
Μόνον εγώ ο Δανιήλ είδα αυτό το όραμα. Οι άνδρες που ήταν μαζί μου δεν το είδαν, παρ’ όλα αυτά τους κατέλαβε μεγάλος φόβος κι έφυγαν τρομαγμένοι. Έτσι, εγώ έμεινα μόνος και είδα αυτό το μεγαλειώδες όραμα. Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν, έχασα το χρώμα του προσώπου μου και δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος. Τότε άκουσα τον άνδρα να μιλάει και, καθώς τον άκουγα ένιωσα συγκλονισμένος και έπεσα με το πρόσωπο στη γη.
Ξαφνικά, ένα χέρι με άγγιξε, με έκανε να σηκωθώ στα γόνατά μου, και ο άνδρας μού είπε: «Δανιήλ, άνθρωπε ιδιαίτερα αγαπητέ, δώσε προσοχή στα λόγια που θα σου πω• στάσου όρθιος, γιατί σ’ εσένα στάλθηκα τώρα». Όταν μου είπε αυτά τα λόγια σηκώθηκα έντρομος• εκείνος όμως συνέχισε να μου μιλάει: «Μη φοβάσαι, Δανιήλ, γιατί από την πρώτη μέρα που αποφάσισες να προσπαθήσεις να καταλάβεις και να υποφέρεις γι’ αυτό μπροστά στον Κύριο τον Θεό σου, τα αιτήματά σου εισακούστηκαν και εγώ ήρθα για να σου δώσω απάντηση. Αλλά ο αρχάγγελος του βασιλείου των Περσών στεκόταν εμπόδιο στον δρόμο μου για είκοσι μία μέρες, και τότε ήρθε ο Μιχαήλ, ένας από τους πρώτους αρχαγγέλους για να με βοηθήσει. Τον άφησα, λοιπόν, εκεί με τον αρχάγγελο του βασιλείου των Περσών και ήρθα να σε διαφωτίσω σχετικά με όσα θα συμβούν στον λαό σου κατά τις τελευταίες ημέρες, γιατί αυτό το όραμα αναφέρεται στο μέλλον».
Ενώ αυτός έλεγε σ’ εμένα αυτά τα λόγια, είχα το πρόσωπό μου στραμμένο στη γη και ήμουν συγκλονισμένος. Ξαφνικά, κάποιος που έμοιαζε με άνθρωπο άγγιξε τα χείλη μου. Τότε άνοιξα το στόμα μου και είπα σ’ αυτόν που στεκόταν μπροστά μου: «Κύριε, με την εμφάνισή σου ταράχθηκαν τα σωθικά μου και πια δεν έχω δύναμη. Πως, λοιπόν, να μπορέσω εγώ ο δούλος σου, Κύριε, να συνομιλήσω μ’ εσένα τον Κύριό μου; Εμένα πια τα πόδια μου δεν με κρατούν και μέσα μου δεν έμεινε πνοή».
Τότε εκείνος που έμοιαζε με άνθρωπο με άγγιξε πάλι και με δυνάμωσε. «Μη φοβάσαι», μου είπε, «άνθρωπε ιδιαίτερα αγαπητέ. Ειρήνη σ’ εσένα. Πάρε θάρρος και δύναμη»
Καθώς αυτός μιλούσε σ’ εμένα, ενδυναμώθηκα και είπα: «Μίλα, Κύριέ μου• μού ’δωσες δύναμη».
Εκείνος μου είπε: «Ξέρεις γιατί ήρθα σ’ εσένα; Τώρα θα επιστρέψω να πολεμήσω εναντίον του αρχαγγέλου των Περσών, αλλά ήδη όταν έφευγα από ’κει ερχόταν ο αρχάγγελος των Ελλήνων. Ήρθα, λοιπόν, να σου αναγγείλω αυτό που είναι γραμμένο στο βιβλίο της αλήθειας, αλλά δεν υπάρχει κανείς να μου συμπαρασταθεί σ’ αυτό το έργο, εκτός από τον Μιχαήλ, τον αρχάγγελό σας».

Από το βιβλίο ΠΡΟΦΗΤΟΛΟΓΙΟΝ, Τα λειτουργικά Αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη σελ. 490-501 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Επιμέλεια κειμένων Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ

Το Αποστολικόν Ανάγνωσμα.
Προς Ευραίους επιστολής Παύλου: Β. 2 – 10.

Αδελφοί, ει ο δι’ Αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος, και πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας? Ήτις αρχήν λαβούσα λαλείσθαι δια του Κυρίου, υπό των ακουσάντων εις ημάς εβεβαιώθη, συνεπιμαρτυρούντος του Θεού σημείοις τε και τέρασι και ποικίλαις δυνάμεσι και Πνεύματος Αγίου μερισμοίς κατά την αυτού θέλησιν.
Ου γάρ Αγγέλοις υπέταξε την οικουμένην την μέλλουσαν, περι ής λαλούμεν. Διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων: τί εστιν άνθρωπος ότι μιμνήσκη αυτού, ή υιός ανθρώπου ότι επισκέπτη αυτόν? Ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’ Αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν (και κατέστησας αυτόν επι τα έργα των χειρών Σου). Πάντα υπέταξας υποκάτω των ποδών αυτού’ εν γάρ τω υποτάξαι αυτώ τα πάντα, ουδέν αφήκεν αυτώ ανυπότακτον. Νύν δέ ούπω ορώμεν αυτώ τα πάντα υποτεταγμένα” τον δέ βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένον βλέπομεν Ιησούν, δια το πάθημα του θανάτου, δόξη και τιμή εστεφανωμένον, όπως χάριτι Θεού υπέρ παντός γεύσηται θανάτου. Έπρεπε γάρ αυτώ, δι’ Ον τα πάντα και δι’ Ού τα πάντα, πολλούς υιούς εις δόξαν αγαγόντα, τον αρχηγόν της σωτηρίας αυτών, δια παθημάτων τελειώσαι.

Απόδοση.

Αδελφοί, αν ο λόγος που δόθηκε άλλοτε μέσω αγγέλων, αποδείχτηκε αληθινός, κι όσοι τον παρέβηκαν ή δεν υπάκουσαν σ’ αυτόν δέχτηκαν την τιμωρία που τους έπρεπε, πώς είναι δυνατό εμείς να ξεφύγουμε, αν δε δώσουμε την προσοχή που ταιριάζει σε μια τόσο σπουδαία σωτηρία; Tη σωτηρία αυτή που άρχισε να διακηρύσσει ο Κύριος μας, τη βεβαίωσαν όσοι άκουσαν το λόγο του. Κι ο Θεός πρόσθεσε τη μαρτυρία του γι’ αυτόν, με κάθε λογής θαυματουργικές ενέργειες και με τις διάφορες δωρεές των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με το θέλημά του.
Το μελλοντικό κόσμο, για τον οποίο μιλάμε, ο Θεός δεν τον υ¬πέταξε στους αγγέλους. Αντίθετα, όπως λέει κάπου η Γραφή,
Τι είναι ο άνθρωπος
για να τον σκέφτεσαι;
Τι ο υιός του ανθρώπου για να τον φροντίζεις;
Τον έκανες για λίγο
κατώτερο απ’ τους αγγέλους,
τον στεφάνωσες με δόξα και τιμή•
(τον εγκατέστησες δε πάνω απ’ τα δημιουργήματά Σου.)
όλα τα υπέταξες κάτω απ’ τα πόδια του.
Λέγοντας «όλα τα υπέταξες » σ’ αυτόν, εννοεί πως τίποτε δεν άφησε που να μην το υποτάξει σ’ αυτόν. Ως τώρα όμως δε βλέπουμε να είναι όλα υποταγμένα σ’ αυτόν. Βλέπουμε όμως ότι ο Ιησούς, που έγινε για ένα χρονικό διάστημα «κατώτερος απ’ τους αγγέλους», στεφα¬νώθηκε «με δόξα και τιμή» εξαιτίας του θανάτου του. Γιατί η χάρη του Θεού θέλησε να γευτεί ο Ιησούς το θάνατο για το καλό όλων.
Ο Θεός, λοιπόν, η αρχή και ο σκοπός των πάντων, ενώ οδήγησε πολλούς υιούς στη δόξα, έπρεπε να οδηγήσει τον αίτιο της σωτηρίας τους στην ολοκλήρωση του έργου του με το πάθος.

Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: Ι. 16 – 21.

Είπεν ο Κύριος: ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς, εμέ αθετεί. Ο δέ εμέ αθετών, αθετεί τον αποστείλαντά με.
Υπέστρεψαν δέ οι εβδομήκοντα μετά χαράς λέγοντες: Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου. Είπε δέ αυτοίς: εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα. Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επι πάσαν την δύναμιν του εχθρού, και ουδέν υμάς ου μή αδικήση. Πλήν εν τούτω μή χαίρετε, ότι τα πνεύματα υμίν υποτάσσεται” χαίρετε δέ ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς. Εν αυτή τη ώρα ηγαλλιάσατο τω πνεύματι ο Ιησούς και είπεν: εξομολογούμαί σοι, πάτερ, κύριε του ουρανού και της γής, ότι απέκρυψας ταύτα απο σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις. Ναί, ο πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν σου.

Απόδοση.

Είπε ο Κύριος: όποιος ακούει εσάς, ακούει εμένα• όποιος απορρίπτει εσάς, απορρίπτει εμένα• κι όποιος απορρίπτει εμένα, απορρίπτει αυτόν που μ’ έστειλε».
Όταν γύρισαν πίσω οι εβδομήντα μαθητές, έλεγαν γεμάτοι χα¬ρά: «Κύριε, ακόμη και τα δαιμόνια μας υπακούν όταν τα προ¬στάζουμε στο όνομά σου». Κι ο Ιησούς τους είπε: «Εγώ έχω δει το σατανά να πέφτει από τον ουρανό σαν αστραπή. Σας έχω δώσει εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς, και να κυριαρχείτε πάνω σ’ όλη τη δύναμη του εχθρού• τίποτε δε θα σας βλάψει. Μη χαίρεστε όμως γιατί σας υπακούν τα δαιμονικά πνεύματα• μάλλον να χαίρεστε που τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον ουρανό».
Εκείνη τη στιγμή ο Ιησούς ένιωσε μέσα του αγαλλίαση, και είπε: «Σ’ ευχαριστώ Πατέρα, Κύριε του ουρανού και της γης, γιατί αυτά που απέκρυψες από τους σοφούς και τους συνετούς τα φανέρωσες στους ταπεινούς. Ναι, Πατέρα μου, αυτό έγινε γιατί έτσι το θέλησες».

Επιμέλεια κειμένων Ιωάννης Τρίτος.

Παράβαλε και:
08 Νοεμβρίου, η Σύναξις των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών ασωμάτων Δυνάμεων – Συναξάριον, Υμνολογική εκλογή, Παρακλητικός Κανών.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.