22 Φεβρουαρίου, μνήμη και των Αγίων εννέα Παιδομαρτύρων της Κολά (της Γεωργίας): Συναξάριον.

«Γιατί μας διώχνετε;»

Το συγκλονιστικό μαρτύριο των εννέα παιδιών, των οποίων τη μνήμη τιμά η Γεωργιανή Εκκλησία στις 22 Φεβρουαρίου, μας μεταφέρει στον 6ο αιώνα.
Σ’ ένα μεγάλο χωριό της νοτιοδυτικής Γεωργίας, στην πεδιάδα Κολά, όπου βρίσκονταν οι πηγές του ποταμού Κύρου, ζούσαν ελάχιστοι χριστιανοί. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν ακόμα ειδωλολάτρες.
Τα χριστιανόπουλα έπαιζαν όλη μέρα με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Μόλις όμως ο ιερέας χτυπούσε την καμπάνα για τον εσπερινό, άφηναν το παιχνίδι κι έτρεχαν στην εκκλησία.
Τα ακολουθούσαν πάντα εννέα από τα παιδιά των ειδωλολατρών, ο Γκουαράμ, ο Ανταρνασέ, ο Μπακάρ, ο Βάτσε, ο Μπαρτζίμι, ο Τάτσι, ο Τζουανσέρι, ο Ραμάζι και ο Παρσμάν. Μα σαν έφταναν στην πύλη του ναού, οι χριστιανοί δεν τ’ άφηναν να μπουν μέσα.
-Γιατί μας διώχνετε; Διαμαρτύρονταν εκείνα. Τα παιδιά σας είναι φίλοι μας και η θρησκεία σας τόσο ωραία!
-Είστε ειδωλολάτρες, τους απαντούσαν, γι’ αυτό δεν μπορείτε να μπείτε στον οίκο του Θεού.
Έτσι έφευγαν λυπημένα. Και αυτό έγινε πολλές φορές.
Η βάπτιση.
Κάποτε ήρθαν πάλι και προσπάθησαν να μπουν, σπρώχνοντας τους χριστιανούς.
-Ακούστε! Τους είπαν τότε εκείνοι. Αν θέλετε να σας δεχθούμε στο ναό μας, πρέπει να πιστέψετε στον Ιησού Χριστό, να βαπτισθείτε στο όνομα του Τριαδικού Θεού και να ζήσετε πια ως χριστιανοί.
Τα παιδιά με χαρά δέχτηκαν. Και ο ιερέας του χωριού, ένας άγιος και σεβάσμιος λευϊτης, φέροντας στο νου του τα λόγια του Κυρίου, «ο φυλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. 10, 37), τα κατήχησε αμέσως στη χριστιανική πίστη και τα δίδαξε τις ευαγγελικές εντολές. Δεν τολμούσε όμως να τα βαπτίσει, όσο ακόμα ήταν ημέρα, καθώς φοβόταν τους ειδωλολάτρες.
Όταν νύχτωσε, λοιπόν, τα πήρε μαζί του και τράβηξε για την πηγή του μεγάλου ποταμού. Πολλοί χριστιανοί τον ακολούθησαν.
Την εποχή εκείνη το ποτάμι ήταν παγωμένο σαν κρύσταλλο. Μα μόλις τα παιδιά μπήκαν μέσα για να βαπτιστούν, το νερό, με τη δύναμη του πανάγαθου Θεού, έγινε ζεστό!
Το εξαίσιο αυτό θαύμα το ακολούθησε ένα άλλο, ακόμα πιο απίστευτο: Μετά το μυστήριο, αφού βγήκαν από το ποτάμι, θεόσταλτοι άγγελοι κατέβηκαν από τον ουρανό και τα έντυσαν με λευκούς χιτώνες!
Ας μην παραλείψουμε να πούμε ότι ανάδοχοί τους έγιναν τα χριστιανόπουλα, οι φίλοι τους, στα σπίτια των οποίων πήγαν μετά το βάπτισμα.
«Είμαστε χριστιανοί».
Την άλλη μέρα οι ειδωλολάτρες γονείς άρχισαν να αναζητούν τα παιδιά τους. Βρίσκοντάς τα στα σπίτια των χριστιανών και μαθαίνοντας τι είχε συμβεί, έγιναν έξαλλοι από το κακό τους. Με κραυγές και κατάρες άρπαξαν τα νεοφώτιστα χριστιανόπουλα και, χτυπώντας τα αλύπητα, τα έσυραν ως τα σπίτια τους. Εκεί τους έδωσαν να φάνε ειδωλόθυτα. Εκείνα όμως δεν δέχονταν.
-Είμαστε χριστιανοί τώρα, έλεγαν, και δεν μπορούμε να φάμε τροφές που έχουν προσφερθεί στα είδωλα.
Έτσι πέρασαν εφτά ολόκληρες ημέρες χωρίς να βάλουν τίποτα στο στόμα τους.
Οι γονείς τους τα έπαιρναν με το καλό και τους έταζαν ωραία παιχνίδια, λαμπρές φορεσιές και άλλα πλούσια δώρα. Μα έπαιρναν τη σταθερή απάντηση:
-Είμαστε χριστιανοί και δεν θέλουμε τίποτ’ άλλο από σας, παρά να μας αφήσετε να πάμε στους αδελφούς μας.
Το μαρτύριο.
Βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να τα μεταπείσουν, παρουσιάστηκαν στον ηγεμόνα, ειδωλολάτρης επίσης, και ζήτησαν τη βοήθειά του.
-Πώς να σας βοηθήσω εγώ, είπε εκείνος. Παιδιά σας είναι, κάντε ό,τι νομίζετε.
Αφού σκέφτηκαν για λίγο, του ανακοίνωσαν τη φοβερή απόφασή τους:
-Αν τ’ αφήσουμε να ζήσουν, μπορεί να τα μιμηθούν και άλλοι. Ας τα σκοτώσουμε, λοιπόν, για να φοβηθούν οι υπόλοιποι συγχωριανοί μας. Κάνε μας τη χάρη, ηγεμόνα, να έρθεις μαζί μας.
Αφού πήραν μαζί τους και άλλους φανατικούς ειδωλολάτρες, τράβηξαν για το σπίτι του χριστιανού ιερέα. Σαν άγρια θηρία έπεσαν πάνω στο λειτουργό του Κυρίου. Τον χτύπησαν βάναυσα, τον έδιωξαν και άρπαξαν τα υπάρχοντά του.
Στη συνέχεια, με επικεφαλής τον ηγεμόνα, πήγαν στην πηγή του ποταμού, όπου λίγο καιρό πριν είχαν βαπτιστεί οι μικροί άγιοι. Εκεί έσκαψαν έναν βαθύ λάκκο κι έριξαν μέσα τα παιδιά. Ήταν όλα από εφτά έως εννέα χρονών.
-Θα πεθάνουμε για το Χριστό, που στ’ όνομά Του βαπτιστήκαμε, και θα ζήσουμε μαζί Του αιώνια στον ουρανό.
Αυτό μόνο είπαν μ’ ένα στόμα, πριν υποστούν το φρικτό μαρτύριο.
Πρώτοι οι άθεοι γονείς άρχισαν να ρίχνουν μεγάλες πέτρες μέσα στο λάκκο, συντρίβοντας τα κρανία και τα άλλα οστά των παιδιών. Τα άγρια θηρία και τα φαρμακερά ερπετά λυπούνται τα μικρά τους, εκείνοι όμως οι δαιμονισμένοι δεν λυπήθηκαν τα σπλάχνα τους. Τους μιμήθηκαν και οι άλλοι ειδωλολάτρες.
Ύστερ’ από κάμποση ώρα ο λάκκος είχε γεμίσει πέτρες και τα μαρτυρικά σώματα των παιδιών είχαν θαφτεί κάτω απ’ αυτές. Τέλος, έριξαν από πάνω χώμα και το πάτησαν καλά, ολοκληρώνοντας το σατανικό έργο τους.
Έτσι ολοκληρώθηκαν για μιαν ακόμα φορά τα λόγια του Κυρίου: «Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον… και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου» (Ματθ. 10, 21-22).

Από το βιβλίο: Οι Αγιοι της Γεωργίας. Έκδοσις: Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωροπός Αττικής. 2004.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Παράβαλε και:
22 Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Βαραδάτου: Βίος.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.