Το κήρυγμα του Μακαριστού Αρχιμ. Αθανασίου Χαμακιώτη – Μητροπ. Αργολίδος) Νεκταρίου Αντωνοπούλου.

«Ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνοις σοφίας
λόγοις, άλλ’ εν αποδείξει πνεύματος και δυνάμεως»

Ο γέροντας έδινε πολύ μεγάλη σημασία στο κήρυγμα. Συμβούλευε τα πνευματικά του παιδιά να παρακολουθούν τους φημισμένους μεγάλους ιεροκήρυκες της εποχής του. Αλλά και ο ίδιος ήθελε στη Νερατζιώτισσα πάντα να γίνεται κήρυγμα.
-Δεν πρέπει να γίνεται λειτουργία χωρίς κήρυγμα, έλεγε.
Και πράγματι κανόνιζε σε κάθε λειτουργία να υπάρχει ιεροκήρυκας, είτε κληρικός είτε λαϊκός. Αν δεν βρισκόταν ιεροκήρυκας, έβαζε τον ιεροψάλτη ή κάποιον άλλο να διαβάζει συναξάρι, Κυριακοδρόμιο, Εορτοδρόμιο κ.λπ. Στους εκάστοτε ιεροκήρυκες δεν επέτρεπε τους μακρόσυρτους λόγους. Το κήρυγμα γινόταν στο κοινωνικό και μέχρι ο ίδιος να τελειώσει τη θεία Μετάληψη και τη συστολή, θα έπρεπε και ο ιεροκήρυκας να τελειώσει, διαφορετικά τον διέκοπτε. Αλλά και αν ο ιεροκήρυκας ξέφευγε από το κήρυγμα και άρχιζε άσχετα θέματα ή πολιτικολογίες, ο γέροντας επενέβαινε. Κάποιος ιεροκήρυκας βγήκε να μιλήσει Κυριακή που συνέπιπταν εκλογές. Αντί να αναφερθεί στο Ευαγγέλιο, άρχισε να μιλάει σαν πολιτικός και να προτείνει ποιο κόμμα να ψηφίσουν. Ο ιεροψάλτης και άλλοι αντέδρασαν. Δημιουργήθηκε ταραχή, κάτι το εντελώς ασυνήθιστο για τη Νερατζιώτισσα. Ο π. Αθανάσιος που είχε πάντα τον τρόπο να επιβάλλεται, βγήκε στην Ωραία Πύλη και έβαλε τον πολιτικολογούντα ιεροκήρυκα στη θέση του.
-Παρακαλώ, ησυχάστε. Ούτε ο τόπος ούτε ο χρόνος είναι κατάλληλος για τέτοιες συζητήσεις. Μας ενδιαφέρει να ακούσουμε τι λέει το Ευαγγέλιο. Τίποτα παραπέρα.
Στο τέλος της λειτουργίας ο π. Αθανάσιος κήρυττε και ο ίδιος για λίγα λεπτά. Άλλοτε με δική του εισαγωγή διάβαζε σε ελεύθερη απόδοση λόγο πατερικό, και άλλοτε – το συνηθέστερο – έλεγε μερικές δικές του σκέψεις, μάλλον εμπειρίες από τη δική του αγωνιστική πορεία. Τα λόγια του απλά, κατανοητά. Όμως ήταν τόσο δυνατά, τόσο χαριτωμένα που συγκλόνιζαν τις ψυχές. Μίλαγαν στην καρδιά των ακροατών «και πάντες εμαρτύρουν αυτώ και εθαύμαζον επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού». Τα ζούσε και τα ένιωθε ο ίδιος, γι’ αυτό και συγκινούσαν τόσο τον μορφωμένο όσο και τον αγράμματο, τους καθηγητές πανεπιστημίου, αλλά και τους απλούς ανθρώπους. Τα δύο αγαπημένα θέματά του ήταν η ελεημοσύνη και η μετάνοια. Έφερνε παραδείγματα από το Ευαγγέλιο, τους αγίους, από την καθημερινή ζωή. Ο π. Α. Μ. γράφει: «Παρ’ ότι το κήρυγμά του ήταν στερεότυπο, ποτέ δεν κούραζε, γιατί όλοι ήξεραν ότι είναι το ξεχείλισμα των βιωμάτων του και της ελεήμονος καρδιάς του».
Και οι άνθρωποι χαίρονταν, κρέμονταν από τα χείλη του. Τότε μάλιστα η Νερατζιώτισσα δεν είχε μικρόφωνα. Πολλοί δεν χωρούσαν και κάθονταν έξω. Για να ακούσουν αυτό το απλό κήρυγμα σκαρφάλωναν στα παράθυρα, να μη χάσουν λέξη και να συλλέξουν με προσοχή τα μαργαριτάρια που έπεφταν από το στόμα του. Λόγια απλά, που έβγαιναν από ταπεινή καρδιά, δίχως επίδειξη μάταιης σοφίας, αποθησαυρίζονταν στις καρδιές των ακροατών του. Ο κ. Σ. Σ. διέσωσε κάποια ομιλία του γέροντα που αναφέρεται στην ευαγγελική περικοπή της Η’ Κυριακής του Λουκά. Παραθέτουμε το τέλος της ομιλίας αυτής:
«…Ανάγκη αυτοεξετάσεως, ίνα πληροφορηθώμεν ποία αμαρτήματα επιβαρύνουσιν ημάς. Πρέπει όμως να βεβαιωθώμεν, ότι τοσούτον μόνον αναγνωρίζομεν τα αμαρτήματά μας όσον φωτιζόμεθα άνωθεν, τοσούτον δε φωτιζόμεθα άνωθεν, όσον ο νους και η καρδία μας υψούται προς τον Θεόν, τοσούτον δε υψούμεθα όσον το πνεύμα γίνεται κουφότερον δια της νηστείας και προσευχής. Η προσευχή και η νηστεία είναι το μέσον δια του οποίου γνωρίζομεν καλύτερον τον εαυτόν μας. Άνευ προσευχής και νηστείας δεν έχομεν την συναίσθησιν των αμαρτιών μας και την συντριβήν της καρδίας και επομένως δεν εξομολογούμεθα καρποφόρως.
»Όθεν, επειδή η νηστεία και η προσευχή είναι ο μόνος τρόπος ο οποίος μας προπαρασκευάζει προς αληθή εξομολόγησιν, οφείλομεν μετ’ επιμελείας να τηρώμεν τας διαταγάς της Εκκλησίας και να προσερχώμεθα μετά συντριβής της καρδίας εις την εξομολόγησιν μετανοούντες ειλικρινώς δια τα αμαρτήματά μας, όπως τύχωμεν της αφέσεως των αμαρτιών και μας δεχθή ο Κύριος εις την Βασιλείαν Αυτού την Επουράνιον δια το πολύ Αυτού έλεος και το απειρότιμον Αυτού αίμα, το οποίον επί του Σταυρού έχυσε και εις τον Οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν».
Συχνά άκουγες να λένε:
-Έχω ακούσει πολλά κηρύγματα, αλλά αυτά που λέει ο π. Αθανάσιος πάνε κατευθείαν μέσα στην καρδιά μου.
Αναρωτιόταν κανείς, τι είναι αυτό το θαύμα που επιτελεί αυτός ο άνθρωπος; Σίγουρα δεν είχε το χάρισμα του λόγου, δεν ήταν ρήτορας, δεν έλεγε πρωτότυπα κι εντυπωσιακά πράγματα. Και όμως συγκλόνιζε, συνέπαιρνε τις καρδιές. Ποιο ήταν το μυστικό του; κάποτε «αποκαλύφθηκε». Διηγείται ο π. Χ. Μ.:
«Μια Κυριακή συλλειτουργούσαμε. Μετά την οπισθάμβωνο ευχή, εγώ πήγα να καταλύσω. Βλέπω τον γέροντα, να πηγαίνει στην άλλη πλευρά του ιερού. Κάτι ψιθύριζε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε. Ενέτεινα την προσοχή μου και άκουσα να ψιθυρίζει μια λέξη:
-Μίλησε… μίλησε… μίλησε…
Παραξενεύτηκα. Τι εννοούσε και σε ποιόν απευθυνόταν; Και τότε, σα ξέφυγε, δυνάμωσε τη φωνή του και συνέχισε:
-Μίλησε, Κύριε!
Τότε κατάλαβα. Ετοιμαζόταν να βγει για την απόλυση και όπως πάντα θα έκανε το σύντομο κήρυγμά του. Προσευχόταν, λοιπόν, μ’ αυτό τον τόσο απλό, παιδικό και χαριτωμένο τρόπο στον Κύριο, σα να του έλεγε: «Μίλησε Εσύ, Κύριε, όχι εγώ. Εγώ δανείζω τη γλώσσα μου». Τότε κατάλαβα το μυστικό του. Κατανόησα γιατί μιλούσε τόσο κατανυκτικά, αλλά και τόσο δυνατά και επηρέαζε τους πάντες. Ο π. Αθανάσιος δεν μιλούσε αφ’ εαυτού, αλλά δάνειζε τη γλώσσα του στον Κύριο».
Πολλοί φημισμένοι ιεροκήρυκες, κληρικοί και λαϊκοί, έρχονταν να ακούσουν τα κηρύγματά του και να πάρουν μαθήματα, ή έστελναν μαθητές τους να τον ακούσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο μακαριστός καθηγητής της θεολογικής σχολής Αθηνών Λεων. Φιλιππίδης. Έλεγε, κάποτε, στους φοιτητές του:
«Εσείς, νομίζετε ότι θα τελειώσετε τη θεολογική σχολή και θα είστε ικανοί να κηρύττετε! Θα καμαρώνετε για τον εαυτό σας ότι είσαστε σπουδαίοι ομιλητές, ότι τηρήσατε τους κανόνες της ομιλητικής… Εγώ είμαι τόσα χρόνια καθηγητής και δεν τολμώ να κηρύξω. Μια φορά κήρυξα από τον άμβωνα και είδα πόσο δύσκολο είναι. Θέλετε να μάθετε πώς κηρύττουν ή πώς λειτουργούν; Δεν σας συστήνω να πάτε στο Μητροπολιτικό ναό, ούτε σε μια μεγάλη ενορία των Αθηνών. Σας προτρέπω να πάτε σ’ ένα μικρό, ταπεινό εκκλησάκι. Εκεί να δείτε λειτουργία και να ακούσετε κήρυγμα. Να πάτε στο Μαρούσι στη Νερατζιώτισσα και να δείτε τον π. Αθανάσιο πως λειτουργεί και πως κηρύττει. Εκεί θα μάθετε πώς να γίνετε σωστοί ιερείς και ιεροκήρυκες!»
Μια μαρτυρία από καθηγητή πανεπιστημίου που δείχνει πόσο μεγάλη επίδραση ασκούσε ο ταπεινός γέροντας και πόσο μεγάλο έργο τελούσε ανυποψίαστα. Κάποτε μάλιστα συνέβη και το εξής περιστατικό. Στο κοινωνικό ο ιεροκήρυκας μίλησε πολύ ωραία, θεολογικά, περιεκτικά. Ένα κήρυγμα δομημένο με όλα τα στοιχεία ενός σωστού κηρύγματος που στις θεολογικές σχολές θα βαθμολογείτο με άριστα. Στο τέλος βγήκε και ο π. Αθανάσιος. Αφού ευχαρίστησε και επαίνεσε τον ιεροκήρυκα (πάντα το έκανε αυτό ο ταπεινός γέροντας), είπε και δυο απλές κουβέντες. Η διαφορά ήταν εμφανής. Τα πρόσωπα των ακροατών έλαμψαν. Πίσω στο παγκάρι βρισκόταν ο Κ. Π., διευθυντής εκδοτικού οίκου. Είχε έλθει μάλλον για πρώτη φορά. Απευθύνθηκε στους επιτρόπους και τους λέει:
-Αυτόν τον ιεροκήρυκα τον πληρώνετε;
-Όχι, απάντησαν.
-Να τον πληρώνετε! Είπε κάπως επιτακτικά.
-Μα…. Δεν θέλει χρήματα. Το κάνει εθελοντικά.
-Όχι, να τον πληρώνετε, επέμεινε.
-Μα πώς, αφού ο άνθρωπος δεν θέλει, αντέτειναν.
-Να τον πληρώνετε να μη μιλάει! Αρκούν τα λόγια του π. Αθανασίου.
Όμως το μυστικό της επιτυχίας του κηρύγματος του γέροντα είχε και μια άλλη παράμετρο. Γράφει ο άγ. Μάξιμος ο ομολογητής:
«Ου γαρ λόγω ψιλώ Θεός δοξάζεσθαι πέφηκε, άλλ’ έργοις δικαιοσύνης, πολλώ πλείονα λόγον βοώσι την θείαν μεγαλοπρέπειαν».
Δηλαδή:
«Ο Θεός δεν δοξάζεται μόνο με λόγια, αλλά με έργα αρετής, τα οποία φωνάζουν πολύ περισσότερο απ’ τα λόγια τη θεία μεγαλοπρέπεια».
Και ο γέροντας μιλούσε με έργα αρετής περισσότερο. Ό,τι έλεγε το ζούσε στην καθημερινή του ζωή. Αυτό το γνώριζαν όλοι. Μιλούσε π. χ. για τη μετάνοια. Και πράγματι ο ίδιος ζούσε στο μέγιστο βαθμό το γεγονός της μετάνοιας. Ή έκανε λόγο για την ελεημοσύνη. Και ο ίδιος ήταν στο έπακρο ελεήμων και φιλάνθρωπος. Ήταν η ενσάρκωση του Κυριακού λογίου: «Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών». Στις μέρες μας απομονώσαμε και τονίζουμε μόνον το «διδάξη», γι’ αυτό και τα ωραία κατά τα άλλα λόγια και κηρύγματά μας πέφτουν στο κενό και δεν αγγίζουν τις ψυχές. Ο γέροντας ήταν πραγματικά ο «ποιήσας» (πρώτα) και «διδάξας» (μετά). Γι’ αυτό και ήταν άριστος παιδαγωγός και διδάσκαλος, όπως υπογραμμίζει ο ιερός Χρυσόστομος. «Ο παιδεύων ου λόγω μόνον διδάσκει, αλλά και έργω. Αύτη γαρ η αρίστη διδασκαλία εστί του διδάσκοντος».
Το κήρυγμα είχε και συνέχεια. Έπειτα από τη θεία Λειτουργία προσφερόταν κέρασμα, καφές, γλυκό κ.λπ. όπως στα μοναστήρια και ακολουθούσε ομιλία ή συζήτηση πάνω σε πνευματικά θέματα. Οι πρώτοι που ξεκίνησαν και συμμετείχαν σ’ αυτή την ευλογημένη συνήθεια ήταν οι Δημ. Κοτομάτας – η ψυχή της προσπάθειας – , ο στρατηγός Αθαν. Καλαμπόκης, ο Κων. Παπαδημητρίου, ο Δημ. Δούσης. Συμμετείχαν συχνά οι μετέπειτα μητροπολίτες Λαρίσης Ιάκωβος (Σχίζας), Άρτης Ιγνάτιος (Τσιγκρής) κ.ά. Η συνάντηση γινόταν το καλοκαίρι έξω στα πεύκα και το χειμώνα μέσα στην εκκλησία. Ο γέροντας, αφού τέλειωνε την κατάλυση, συμμετείχε στη συνάντηση με έκδηλη ικανοποίηση και χαρά, κυρίως που έβλεπε τόσους άνδρες να παραμένουν. Άνθρωποι που έζησαν μια τόσο κατανυκτική λειτουργία, που είχαν το ίδιο πνεύμα και βρίσκονταν στην ίδια συχνότητα, ένιωθαν την ανάγκη να έχουν μιαν ανθρώπινη επικοινωνία. Όσοι ζουν, αναπολούν με ιδιαίτερη νοσταλγία και συγκίνηση αυτή την πνευματική πανδαισία, που θύμιζε πρωτοχριστιανικές στιγμές.
Αυτή η προσπάθεια φαίνεται πως στις μέρες μας βρίσκει μιμητές. Δεν είναι λίγες οι ενορίες και οι ποιμένες τους που έχουν συλλάβει την ανάγκη του ανθρώπου, ιδιαίτερα του σύγχρονου ανθρώπου που μαστίζεται από την ατομοκεντρικότητα, την απομόνωση και τη μοναξιά, και προσπαθούν να κάνουν κάτι. Είναι πραγματική ευλογία Θεού η ζωή της ενορίας να μη σταματάει στο «Δι’ ευχών…» αλλά να συνεχίζεται και μετά τη λειτουργία. Στο σημείο αυτό ο π. Αθανάσιος ήταν από τους πρωτοπόρους. Έδινε την ευκαιρία στα πνευματικά του παιδιά να ικανοποιήσουν αυτή τη βαθύτατη ανάγκη της ανθρώπινης επικοινωνίας. Μέσα απ’ αυτές τις συναντήσεις οικοδομήθηκαν άρρηκτες φιλίες, βοηθήθηκαν άνθρωποι υλικά και πνευματικά και η ταπεινή Νερατζιώτισσα, παρότι δεν ήταν τυπικά ενορία ή μοναστήρι, λειτούργησε ουσιαστικά σαν ενορία – πρότυπο, σαν οικογένεια, και σαν μοναστήρι μέσα στον κόσμο, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Μερικοί ιερείς προβληματίζονταν από την προσέλευση του κόσμου στη Νερατζιώτισσα. Έλεγαν μάλιστα:
-Λειτουργεί το παρεκκλήσι και αδειάζουν οι ενορίες!

Από το βιβλίο: Ιερομόναχος Αθανάσιος Χαμακιώτης, 1891-1967. Του Αρχιμ. (και νυν Μητροπ. Αργολίδος) Νεκταρίου Αντωνοπούλου.
Εκδόσεις, Ακρίτας. Αθήναι 1998.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.