Κάσσιος, επίσκοπος Ναρνίας και Ανδρέας, επίσκοπος πόλεως Φούνδης – Οσίου Γρηγορίου του Διαλόγου.

Κάσσιος, επίσκοπος Ναρνίας.

Να μην αποσιωπήσω, Πέτρε, αυτό που πολλοί, που βρίσκονται εδώ από την πόλη Ναρνία,1 φιλότιμα μου μαρτυρούν: Τον καιρό πάλι των Γότθων, όταν ήρθε στην Ναρνία ο βασιλιάς Τοτίλας, τον προϋπάντησε ένας άνδρας ευσεβούς ζωής, ο Κάσσιος,2 επίσκοπος της πόλεως. Επειδή από την κράση του το πρόσωπό του συνήθιζε πάντοτε να είναι κόκκινο, ο βασιλιάς Τοτίλας πίστεψε πως αυτό δεν ήταν της κράσεώς του, αλά της συνεχούς οινοποσίας και τον καταφρόνησε ολοτελώς.
Αλλά για να καταδείξει ο Παντοδύναμος Θεός τι αξίας άνθρωπος ήταν αυτός που τον περιφρονούσαν, στον κάμπο της Ναρνίας, όπου είχε καταφθάσει ο βασιλιάς, ένα πονηρό πνεύμα μπροστά σε όλο τον στρατό του εισήλθε στον σπαθάριο3 του και άρχισε σκληρά να τον κατατρύχει. Όταν μπροστά στα μάτια του βασιλιά οδηγήθηκε στον ευσεβή άνδρα Κάσσιο, ο άνθρωπος του Κυρίου, έκανε προσευχή και με το σημείο του σταυρού το εξεδίωξε από αυτόν, και δεν αποτόλμησε αυτό στο εξής να ξαναεισβάλει. Έτσι από την ημέρα εκείνη είναι γεγονός πως ο βάρβαρος βασιλιάς ευλαβούνταν από την καρδιά του τον δούλο του Θεού, τον ίδιο που από την όψη του έκρινε εντελώς καταφρονητέο. Γιατί σαν είδε τον άνδρα τέτοιας αρετής, σε εκείνον τον θηριώδη εις βάρος του λογισμό ξεφούσκωσε η υπεροπτική έπαρση.
Και μια πτώσις επισκόπου.

Ανδρέας, επίσκοπος πόλεως Φούνδης.

Αλλά ιδού, καθώς διηγούμαι τις πράξεις δυνατών ανδρών, ξαφνικά μου ήρθε στη μνήμη τι έκανε η θεία ευσπλαχνία προς χάριν του Ανδρέου,4 επισκόπου πόλεως Φούνδης.5 Κι εύχομαι εκ βαθέων αυτό να ωφελήσει τους αναγνώστες ακριβώς ώστε αυτοί που αφιερώνουν το σώμα τους στην εγκράτεια, να μην αποτολμούν να συγκατοικούνε με γυναίκες, μήπως υπολανθάνει κατακρημνισμός για τον λογισμό τους τόσο ξαφνικός, όσον ακριβώς η αισχρή επιθυμία συνεπικουρείται και από την παρουσία τα επιθυμητής μορφής. Ούτε υπάρχει αμφιβολία για το ζήτημα που διηγούμαι, γιατί είναι γι’ αυτό μάρτυρες σχεδόν τόσοι, όσοι κάτοικοι του τόπου εκείνου υπάρχουν.6
Αυτός ο ευσεβής άνδρας διήγε ζωή γεμάτη πολλές αρετές και φύλαγε τον εαυτό του στην ακρόπολη της εγκράτειας με επαγρύπνηση ιερατική. Κάποιαν όμως μονάστρια, την οποία είχε και πριν μαζί του, δεν θέλησε να την ξεκόψει από τη φροντίδα του επισκοπείου του, αλλά, σίγουρα καθώς ήταν για την αγνότητα τη δική του και τη δική της, της επέτρεψε να κατοικεί μαζί του. Από αυτό το πράγμα κατέληξε, ώστε ο αρχαίος εχθρός αναζήτησε πρόσβαση πειρασμού στην ψυχή του. Άρχισε δηλαδή να εντυπώνει το κάλλος εκείνης στα μάτια του νου του, ώστε αποπλανήθηκε και διαλογιζόταν τα άπρεπα.
Κάποια μέρα ένας Ιουδαίος, ερχόμενος από τα μέρη της Καμπανίας προς την Ρώμη, βάδιζε στην Αππία οδό.7 Φθάνοντας στην κατάβαση8 της Φούνδης, επειδή αντιλήφθηκε πως η ημέρα έκλινε προς το εσπέρας και δεν έβρισκε που θα μπορούσε να κατακλιθεί, βρέθηκε κοντά σε ένα ιερό του Απόλλωνος9 και συμμαζεύθηκε εκεί για να μείνει. Φοβούμενος όμως την ανοσιότητα του τόπου εκείνου, αν και δεν είχε πίστη στον Σταυρό, ωστόσο φρόντισε να τειχεισθεί με το σημείο του σταυρού.
Τα μεσάνυκτα, αγριεμένος κι από την ίδια την μοναξιά, ξάπλωσε ξάγρυπνος, όταν ξαφνικά κοιτάει και βλέπει πλήθος πονηρών πνευμάτων σαν να προπορεύονται ως δορυφορία κάποιας εξουσίας κι αυτός που προΐστατο των υπολοίπων κάθισε στη μέση του τόπου εκείνου. Αυτός άρχισε να ζητά ανάλυση των ασχολιών και των πράξεων του καθενός ξεχωριστά από τα πνεύματα της δορυφορίας του, για να βρει πόσο κακό κατάφερε ο καθένας τους.
Ενώ τα πνεύματα ένα – ένα στην ανάκρισή του εξέθεταν τι είχαν διενεργήσει εις βάρος των αγαθών, πήδηξε ένα στη μέση και αποκάλυψε πόσο σαρκικό πειρασμό είχε κινήσει στην ψυχή του επισκόπου Ανδρέα διαμέσου του κάλλους της μοναστρίας που κατοικούσε στο επισκοπείο του. Το πονηρό πνεύμα που προΐστατο άκουγε με κομμένη ανάσα, θεωρώντας πως προκλήθηκε μεγάλο κέρδος για αυτόν τόσο περισσότερο, καθ’ όσον ξέκλινε σε ολίσθημα απωλείας την ψυχή ενός αγιωτέρου ανδρός. Το πνεύμα εκείνο, που τα εξομολογούνταν αυτά, πρόσθεσε πως την περασμένη μέρα προς το εσπέρας μέχρις αυτό΄του σημείου έσυρε τον λογισμό του, ώστε έκανε χειρονομία με εμπάθεια στα νώτα εκείνης της μοναστρίας. Τότε το πονηρό πνεύμα, ο αρχαίος εχθρός του ανθρωπίνου γένους, τον παρότρυνε με κάθε κολακεία να φέρει σε πέρας αυτό που άρχισε, για να αποκομίσει αυτός, όνος ανάμεσα σε όλους, το βραβείο για το γκρέμισμα εκείνου.
Ενώ ο Ιουδαίος που είχε έρθει παρακολουθούσε ξάγρυπνος και καρδιοκτυπούσε από την αγωνία και τη μεγάλη λαχτάρα, το πνεύμα που προΐστατο όλης της συνοδείας εκεί, έδωσε διαταγή να ερευνήσουν ποιος τάχα να είναι αυτός που αποτόλμησε να ξαπλώσει στο ιερό εκείνο. Πήγαν τα πονηρά πνεύματα και, παρατηρώντας επισταμένως, τον είδαν σφραγισμένο με το μυστήριο του σταυρού και θορυβημένοι είπαν: «Αμάν, αμάν, σκεύος κενό και σφραγισμένο». Σαν το ανήγγειλαν αυτό, όλο εκείνο το πλήθος των πονηρών πνευμάτων εξαφανίσθηκε.
Ο Ιουδαίος που τα είδε αυτά, την ίδια στιγμή σηκώθηκε και με βιασύνη κατέφθασε στον επίσκοπο. Τον βρίσκει στην εκκλησία του, το παίρνει χώρια, τον ρωτάει από τι πειρασμό βαρυνόταν. Ο επίσκοπος ντρεπόταν και δεν θέλησε να ομολογήσει τον πειρασμό του. Εκείνος του λέει πως είχε ρίξει βλέμματα φαύλου έρωτος στην τάδε δούλη του Θεού, αλλά ο επίσκοπος εξακολουθούσε να αρνείται. Τότε πρόσθεσε: «Γιατί αρνείσαι αυτό που σου ρωτάω, αφού μέχρις αυτού του σημείου οδηγήθηκες χθες το βράδυ, ώστε να επιφέρεις χειρονομία στα νώτα της;» Με τα λόγια αυτά αντιλήφθηκε ο επίσκοπος πως αναπόφευκτα πιάσθηκε και ομολόγησε ταπεινά αυτό που προηγουμένως επίμονα αρνήθηκε.
Ο Ιουδαίος ανησυχώντας για τυχόν γκρέμισμα και καταισχύνη εκείνου, του γνωστοποίησε πως το είχε πληροφορηθεί αυτό και τι είχε ακούσει για αυτόν στη σύναξη των πονηρών πνευμάτων. Συνειδητοποιώντας αυτό εκείνος, αμέσως ρίχθηκε στη γη προσευχόμενος. Αυτοστιγμεί εξεδίωξε από το οίκημά του όχι μόνο εκείνη την δούλη του Θεού, αλλά επίσης και κάθε γυναίκα που κατοικούσε εκεί στην υπηρεσία του. Στο ιερό εκείνο του Απόλλωνος χωρίς καθυστέρηση έκανε ένα ευκτήριο του μακαρίου αποστόλου Ανδρέου,10 και απαλλάχθηκε ριζηδόν από όλον εκείνο τον σαρκικό πειρασμό.
Τον Ιουδαίο πάλι, που χάρις στην οπτασία του και την επιτίμησή του σώθηκε, τον είλκυσε στην αιώνια σωτηρία. Δηλαδή τον κατήχησε στα μυστήρια της πίστεως, τον καθάρισε με το νερό του βαπτίσματος και τον οδήγησε στους κόλπους της αγίας Εκκλησίας. Συνέβη έτσι, ώστε ο Εβραίος αυτός, ενώ φρόντισε για την ξένη σωτηρία, κατέληξε στη δικιά του, κι ο Παντοδύναμος Θεός από ένα και το αυτό πράγμα τον ένα τον οδήγησε στον αγαθό βίο, τον άλλο τον διαφύλαξε στον αγαθό βίο.
ΠΕΤΡΟΣ. Αυτό το περιστατικό, που άκουσα, μου προκαλεί και φόβο και ελπίδα.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. Πάντα αυτόν τον λογισμό πρέπει να βάζουμε: και να έχουμε εμπιστοσύνη στο έλεος του Θεού, και να φοβόμαστε για την ασθένειά μας. Γιατί να που ακούσαμε για την κέδρο του παραδείσου,11 πως σείσθηκε, αλλά δεν ξερριζώθηκε, ούτως ώστε σε μας τους αδυνάτους να γεννιέται και φόβος για το σάλευμά της και εμπιστοσύνη για την σταθερότητά της.

Υποσημειώσεις.

1. Narnia, η σημερινή Narni, πόλις της Ουμβρίας ΒΑ της Ρώμης σε υψόμετρο 300 μ. παρά τον ποταμό Ναρ. Κατά τον Γοτθικό πόλεμο οι Βυζαντινοί την κατέλαβαν το 537 και ξανά με τον Ναρσή το 552, πράγμα που σημαίνει πως στο ενδιάμεσο ο Τοτίλας την ανακατέλαβε (είτε το 542, είτε το 545), οπότε και τοποθετείται χρονολογικά το επεισόδιο αυτό.
2. Cassius, εορτάζεται κατά το Ρωμαϊκό αγιολόγιο στις 29 Ιουνίου, ημέρα της κοιμήσεώς του. Η επισκοπή του διήρκεσε από τον Οκτώβριο του 536 μέχρι τον θάνατό του τον Ιούνιο του 558.
3. Βλ. ΙΙ, 14, 1
4. Μπορούμε να γνωρίζουμε μόνο ότι έζησε στα μέσα του 6ου αιώνα.
5. Βλ. 1, 2, 1
6. Άρα το επεισόδιο είναι αρκετά πρόσφατο για τον άγ. Γρηγόριο. Επίσης, δεδομένου ότι το 592 η Φούνδη καταστράφηκε από τους Λομβαρδούς, οι κάτοικοί της κατά τον χρόνο της συγγραφής των Διαλόγων είναι διεσπαρμένοι στην Κεντρική Ιταλία.
7. Η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη οδός της αρχαίας Ιταλίας (από το 312 π. Χ.). Οδηγούσε από τη Ρώμη στην Καπύη και στη συνέχεια ως το Βρινδήσιο .
8. Η Φούνδη βρίσκεται σε πεδιάδα και ερχόμενος κανείς από Ν πρέπει να κατεβεί τις κλιτύς των ορέων Aurunci.
9. Κατά τις μαρτυρίες βρισκόταν 6 Χιλ. προ της πόλεως στα δεξιά της Απίας οδού.
Ο πρωτόκλητος ετιμάτο ιδιαίτερα στη Φούνδη, όπου και ήταν κτισμένη βασιλική στο όνομά του.

Από το βιβλίο: Βίοι αγνώστων Ασκητών: Αγίου Γρηγορίου, Πάπα Ρώμης, του επικαλουμένου Διαλόγου. Εισαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις υπό Ιωάννου Ιερομ.
Εκδότης, Ιερά Σκήτη Αγίας Αννης – Αγιον Ορος. Ιούνιος 2020.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.