Ο Ιησούς και ο Ζακχαίος – Ιερομ. Κοσμά του Δοχειαρίτου.

(Λουκ. ΙΘ, 1-10)

Ο Ιησούς μπήκε στην Ιεριχώ και περνούσε μέσα από την πόλη. Εκεί υπήρχε κάποιος, που το όνομά του ήταν Ζακχαίος. Ήταν αρχιτελώνης και πλούσιος.1 Αυτός προσπαθούσε να δει ποιος είναι ο Ιησούς˙ δεν μπορούσε όμως εξαιτίας του πλήθους και γιατί ήταν μικρόσωμος. Έτρεξε λοιπόν μπροστά, πριν από το πλήθος, κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, γιατί θα περνούσε από εκεί.2 Όταν έφτασε ο Ιησούς στο σημείο εκείνο, κοίταξε προς τα πάνω, τον είδε και του είπε: «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου». Εκείνος κατέβηκε γρήγορα και τον υποδέχθηκε με χαρά. Όλοι όσοι τα είδαν αυτά διαμαρτύρονταν κι έλεγαν ότι πήγε να μείνει στο σπίτι ενός αμαρτωλού.3 Τότε σηκώθηκε ο Ζακχαίος και είπε στον Κύριο: «Κύριε, υπόσχομαι να δώσω τα μισά από τα υπάρχοντά μου στους φτωχούς και ν’ ανταποδώσω στο τετραπλάσιο όσα έχω πάρει με απάτη».4 Ο Ιησούς, απευθυνόμενος σ’ αυτόν, είπε: «Σήμερα αυτή η οικογένεια σώθηκε˙ γιατί κι αυτός ο τελώνης είναι απόγονος του Αβραάμ. Ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε για ν’ αναζητήσει και να σώσει αυτούς που έχουν χάσει τον δρόμο τους».5
ΣΧΟΛΙΑ.
(1)Ήταν αρχιτελώνης και πλούσιος. Αυτός προσπαθούσε να δει ποιος είναι ο Ιησούς…
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε για μια ακόμη φορά την στάσι του Ιησού απέναντι στους τελώνες. Ο Χριστός επισκέπτεται την Ιεριχώ, για να μεταδώση στους κατοίκους της το ουράνιο μήνυμα, το μήνυμα της λυτρώσεως του ανθρώπου από τα δεσμά της αμαρτίας και του διαβόλου. Σ’ αυτή, λοιπόν, την πόλι εργαζόταν ο Ζακχαίος, ο γνωστός από την ευαγγελική περικοπή αρχιτελώνης. Όπως είπαμε, το επάγγελμα αυτό είχε ταυτιστεί και ήταν συνώνυμο με την αμαρτία. Οι τελώνες ήταν η πιο μισητή τάξις των ανθρώπων στο Ισραήλ, εκείνη την εποχή. Ήταν ληστές όχι των βουνών αλλά των πόλεων. Είχαν τα γραφεία τους μέσα στις πόλεις και λήστευαν επίσημα τους πολίτες. Κανείς δεν ήθελε να τους συναναστρέφεται ή να έχη σχέσι μαζί τους.
Ο αρχιτελώνης Ζακχαίος τα κατάφερε και έγινε πολύ πλούσιος, χάρις στο επάγγελμα αυτό της αδικίας και της αρπαγής. Ωστόσο, όμως, είχε μέσα του μια καλή και αγία επιθυμία˙ επιθυμία που άλλαξε ριζικά τη ζωή του. Ο άνθρωπος αυτός της αμαρτίας επιθυμούσε να δη τον Χριστό. Ήθελε να γνωρίση από κοντά Εκείνον, για τον Οποίο τόσα πολλά θα είχε, ασφαλώς, ακούσει να λέγωνται. Έτσι, λοιπόν, μια ημέρα που ο Ζακχαίος έμαθε ότι ο Χριστός βρισκόταν στην Ιεριχώ, έτρεξε και αυτός μαζί με τους άλλους κατοίκους, για να δη επιτέλους ποιος είναι αυτός ο Ιησούς. Το πλήθος τον συνέθλιβε, και εκείνος ήταν πολύ κοντός στο ανάστημα, για να μπορέση να Τον δη. Όμως τίποτε από όλα αυτά δεν μπόρεσε να σταθή εμπόδιο στην έντονη επιθυμία και την ανάγκη της ψυχής του να δη τον Ιησού.
Μπορεί να είχε πολλά χρήματα ο Ζακχαίος, όμως η ψυχή του δεν αναπαυόταν στον καρπό της αδικίας. Είχε κουρασθή από την αμαρτία. Κάτι άλλο αναζητούσε. Ήθελε ν’ αλλάξη ζωή. Ήταν πονεμένος ο Ζακχαίος, όπως και κάθε αμαρτωλός, γιατί η αμαρτία είναι δυσβάσταχτο φορτίο και προξενεί πολύ πόνο στην ψυχή. Επιπλέον, η περιφρόνησις των συμπολιτών του προς το πρόσωπό του τον πλήγωνε και τον προβλημάτιζε. Μέσα του, όμως, είχε ανατείλει κάποια δυνατή ελπίδα. Μήπως αυτός ο διδάσκαλος της αγάπης, ο «φίλος των αμαρτωλών και των τελωνών», όπως είχε ακούσει, βοηθούσε και την δική του ταλαίπωρη ύπαρξι να ξεφύγη από τον βραχνά και τον κλοιό της αμαρτίας, της φιλαργυρίας, της κλοπής; Πόσο θα ήθελε, έστω μόνο να Τον έβλεπε!
(2)Έτρεξε λοιπόν μπροστά πριν από το πλήθος κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, γιατί θα περνούσε από κει.
Δεν χάνει λοιπόν καιρό. Βρίσκει τρόπο, βρίσκει λύσι, για να εκπληρώση την έντονη αυτή επιθυμία του. Όσο κι αν προσπαθή ο διάβολος να του φέρη εμπόδια, ο Ζακχαίος, χωρίς να σκεφθή την κοινωνική του θέσι, χωρίς να υπολογίση τι θα πουν οι άλλοι, τρέχει και σαν μικρό παιδί σκαρφαλώνει σε μια συκομοριά, που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου. Ανεβασμένος στο δένδρο, περίμενε τον Χριστό να περάση.
Και ο Ιησούς, που σαν καλός τσοπάνος γύρευε να βρη το χαμένο πρόβατό του, μόλις έφθασε στο σημείο εκείνο που ήταν η συκομοριά, σταμάτησε και κοίταξε ψηλά. Τα μάτια του Χριστού ατένισαν το πρόσωπο του Ζακχαίου, το πρόσωπο του αμαρτωλού αρχιτελώνη. Ώ, η θεϊκή εκείνη ματιά, η γεμάτη αγάπη! Συγκλόνισε την ύπαρξί του. Μα περισσότερο τα λόγια Του προξένησαν σεισμό στην ψυχή του: «Ζακχαίε», του λέει ο Χριστός, «κατέβα γρήγορα, γιατί εγώ σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου» (Λουκ. ιθ’ 5).
Ο Ζακχαίος δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Στην πρόσκλησι αυτή του Χριστού αισθάνεται να τον πλημμυρίζη απέραντη χαρά, γι’ αυτό και κατεβαίνει γρήγορα από το δένδρο, για να υποδεχθή τον Μεσσία στο σπίτι του. Ασφαλώς, ο τελώνης ποτέ δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Ο Χριστός, ο μεγάλος αυτός Διδάσκαλος, Αυτός που κάνει θαύματα, Αυτός που Τον ακολουθεί τόσος λαός, Αυτός να ‘ρθη στο δικό μου σπίτι!. θα έλεγε και θα ξαναέλεγε μέσα του… Μα, δεν ξέρει ποιός είμαι; Δεν γνωρίζει το επάγγελμά μου; Δεν έμαθε ότι όλοι με περιφρονούν, με ταπεινώνουν, με αποφεύγουν και κανείς δεν επιθυμεί την συντροφιά μου; Ούτε στο όνειρό μου δεν θα μπορούσε να συμβή αυτό…
(3)Όλοι όσοι τα είδαν αυτά διαμαρτύρονταν κι έλεγαν ότι πήγε να μείνει στο σπίτι ενός αμαρτωλού.
Ο γογγυσμός των δήθεν θεοσεβών.
Και όμως, αδελφέ μου, ο Χριστός πήγε στο σπίτι του Ζακχαίου. Πήγε στο αμαρτωλό αυτό σπίτι, όπου οι άλλοι απέφευγαν και απ’ έξω ακόμη να περάσουν. Κανείς δεν το περίμενε, να ζητήση ο Χριστός να φιλοξενηθή από έναν αρχιτελώνη. Η ενέργεια αυτή του Θεανθρώπου, ασφαλώς, δεν έμεινε απαρατήρητη και ασχολίαστη. Πολλοί από τους δήθεν καλούς και θεοσεβείς ανθρώπους που ακολουθούσαν τον Χριστό, όχι μόνον σκανδαλίσθηκαν, αλλά άρχισαν να μουρμουρίζουν και να λένε μεταξύ τους με αγανάκτησι: Για, δες ποιό σπίτι διάλεξε για να μείνη! Το σπίτι του Ζακχαίου, το σπίτι του αρχιτελώνη, του πιο αμαρτωλού ανθρώπου. «Και ιδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι» (Λουκ. ιθ’ 7).
Εκείνο, αδελφέ μου, που παρατηρούμε στην προκειμένη περίπτωσι είναι η σιωπή του Χριστού. Ενώ ακούει να Τον κατηγορούν και να Τον σχολιάζουν, επειδή θέλησε να πάη στο σπίτι του αμαρτωλού Ζακχαίου, ο Κύριος δεν απαντάει! Σε άλλες περιπτώσεις δίνει αμέσως απαντήσεις, πολλές φορές, μάλιστα, και στις ενδόμυχες σκέψεις των ακροατών Του. Για παράδειγμα, στο θαύμα του παραλυτικού της Καπερναούμ, οι Γραμματείς «είπον εν εαυτοίς: ούτος βλασφημεί» (Ματθ. θ’ 3), δηλαδή, το είπαν μέσα τους, το σκέφθηκαν μόνο, χωρίς να τολμήσουν να το εκφράσουν. Και όμως ο Χριστός τους απάντησε: «Ίνα τί υμείς ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών;» (Ματθ. θ’ 5), δηλαδή, γιατί σκέπτεσθε πονηρά μέσα στις καρδιές σας; Επίσης, όταν ο Ιησούς είπε στους Μαθητές Του να προσέχουν από την ζύμη των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων, εκείνοι άρχισαν να σκέπτονται μέσα τους και να λένε: άρτους ουκ ελάβομεν. Ο Χριστός όμως ως παντογνώστης γνώριζε τις σκέψεις των Μαθητών Του και τους είπε: Τί διαλογίζεσθε εν εαυτοίς, ολιγόπιστοι, ότι άρτους ουκ ελάβετε; (Ματθ. ιστ’ 7-8).
Στην περίπτωσι, λοιπόν του Ζακχαίου ο Κύριος σιωπά. Φαίνεται ότι σιωπά, στην πραγματικότητα, όμως, δίνει στους κατηγόρους Του όχι μία, αλλά πολλές απαντήσεις και μάλιστα αποστομωτικές. Δυστυχώς, αυτοί έχουν κλεισμένα τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής, και δεν μπορούν να διακρίνουν και να καταλάβουν το έργο που ο Χριστός ανέλαβε να επιτελέση εδώ στην γη. Φαίνεται ότι ξέχασαν τα λόγια Του για το απολωλός πρόβατο.
(Αρχιερεύς, Αυγουστίνος Καντιώτης.).
(4)Τότε σηκώθηκε ο Ζακχαίος και είπε στον Κύριο: «Κύριε, υπόσχομαι να δώσω τα μισά από τα υπάρχοντά μου στους φτωχούς και ν’ ανταποδώσω στο τετραπλάσιο όσα έχω πάρει με απάτη».
Βλέπε πόσον έτοιμος και πρόθυμος ήτο ο Ζακχαίος εις την μετάνοιαν και αρετήν! Όταν εισήλθεν ο Ιησούς εις τον οίκον αυτού, ευθύς εστάθη έμπροσθεν αυτού, και είπε προς αυτόν˙ Κύριε, ιδού δι’ αγάπην σου δίδω τα ημίση των υπαρχόντων μου εις τους πτωχούς˙ οποίον δε και αν ηδίκησα, επιστρέφω εις αυτόν το τετραπλάσιον του αδικήματος. Πόθε άρά γε η τοιαύτη διάταξις και διανομή; Επάνω εις ποίον θεμέλιον εστήριξεν αυτήν ο Ζακχαίος;
Η μεν δόσις του ημίσεος των υπαρχόντων αυτού εις τους πτωχούς, δεν είχεν άλλο θεμέλιον, ει μη την αγαθήν προαίρεσιν αυτού˙ τόσον εδιώρισε δια τους πτωχούς, όσον επροαιρέθη˙ η δε τετραπλάσιος απόδοσις των αδικημάτων είχε βάσιν τους δια του Μωϋσέως δοθέντας νόμους του Θεού˙ όστις έκλεπτε μόσχον, ή πρόβατον, εάν μεν έσφαζεν, ή επώλει αυτό, επέστρεφεν εις τον αδικηθέντα, αντί μεν του ενός μόσχου, πέντε, αντί δε του ενός προβάτου, τέσσαρα˙ «Εάν δε τις κλέψη μόσχον ή πρόβατον, και σφάξη ή αποδώται, πέντε μόσχους αποτίσει αντί του μόσχου, και τέσσαρα πρόβατα αντί του προβάτου» (Έξοδ. κβ’, 1)˙ εάν δε τα κλεφθέντα ευρίσκοντο ζώντα εις τας χείρας του κλέπτου, τότε ο κλέπτης επέστρεφε τα διπλά˙ «Εάν δε καταληφθή, και ευρεθή εν τη χειρή αυτού το κλέμμα, από μόσχου και όνου έως προβάτου ζώντα, διπλά αυτά αποτίσει» (Αυτόθι 4).
Ταύτα δε εγίνοντο, εάν ο κύριος του πράγματος προέφθανε τον κλέπτην˙ διότι λέγει˙ «Εάν καταληφθή»˙ εάν δε ο αδικητής αυτοπροαιρέτως ωμολόγει την αμαρτίαν αυτού, τότε επέστρεφε μόνον το κεφάλαιον, και το πέμπτον μέρος του κεφαλαίου˙ «Εξαγορεύσει την αμαρτίαν, ήν εποίησε, και αποδώσει την πλημμέλειαν, το κεφάλαιον και το επίπεμπτον αυτού προσθήσει επ’ αυτό, και αποδώσει τίνι επλημμέλησεν αυτό» (Αριθ. ε’. 7).
Ο Ζακχαίος ούτε κατελήφθη, ούτε εις κριτήριον παρεστάθη, ούτε κριτής έκρινεν αυτόν, άλλ’ αυτός, αυτοθελήτως στήσας κριτήριον εντός του, και κριτής γενόμενος του εαυτού του, απεφάσισε να επιστρέψη εις τους υπ’ αυτού αδικηθέντας όχι μόνον το κεφάλαιον και το πέμπτον μέρος του κεφαλαίου, αλλά το τετραπλούν. Τοιούτος αυστηρός και δίκαιος κριτής γίνεται του ανθρώπου η συνείδησις, όταν ο άνθρωπος κατανυχθή, και επιστρέψη εις τον Θεόν!
(Αρχιερεύς, Νικηφόρος Θεοτόκης.)
(5)Ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε για ν’ αναζητήσει και να σώσει αυτούς που έχουν χάσει το δρόμο τους».
Δεν θεωρώ ως μετάνοια το να εγκαταλείψετε μόνο τις παλαιές κακές πράξεις σας, αλλά το να δείξετε ακόμη μεγαλύτερες καλές. Μας λέγει «Ποιήσατε καρπούς αξίους της μετανοίας» (Ματθ. 24, 14). Πώς θα τους πετύχουμε; Αν κάνουμε τα αντίθετα από ό,τι προηγουμένως. Άρπαξες λόγου χάριν τα ξένα; Δώσε τώρα και τα δικά σου. Πόρνεψες για πολύ χρόνο; Μη πλησιάσης για ένα διάστημα ούτε την δική σου γυναίκα, κάνε εγκράτεια. Πρόσβαλες και κτύπησες τους περαστικούς; Ευχαρίστησε τώρα όσους σε προσβάλλουν˙ ευεργέτησε όσους σε κτυπούν. Για να γίνουμε υγιείς, δεν αρκεί να αφαιρέσουμε το βέλος˙ πρέπει να τοποθετήσουμε και φάρμακα στο τραύμα. Είχες παραδοθή τον περασμένο καιρό στις απολαύσεις και στην μέθη; Να νηστεύσης τώρα και να τηρής υδροποσία, για να επανορθώσης το κακό που έπαθες. Είδες με ακόλαστα μάτια την ξένη ομορφιά; Μη αντικρύσης στο εξής καθόλου γυναίκα, για να είσαι περισσότερο ασφαλής. Διότι λέγει˙ «Έκκλινον την γλώσσαν σου από κακού και χείλη σου του μη λαλήσαι δόλον» (Ψαλμ. 33,14). Πες μου τώρα και το αγαθό˙ «Ζήτησον ειρήνην και δίωξον αυτήν» (Ψαλμ. 33,15)˙ δεν εννοώ την ειρήνη με τους ανθρώπους μόνον, αλλά και την ειρήνη με τον Θεό. Και σωστά είπε «δίωξον». Διότι την έχουν απελάσει και αποβάλει, και εκείνη αφού άφησε την γη, ταξίδευσε στον ουρανό…
(Θεολόγος, Αθανάσιος Φραγκόπουλος.).

Από το βιβλίο: «Ιησούς Χριστός: Βίος, Διδασκαλία, Θαύματα», Β’ τόμος, του Ιερομονάχου Κοσμά του Δοχειαρίτου.

Ιερόν Δοχειαρίτικον Κελλίον, Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Αγιον Ορος 2011.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Παράβαλε και:
Κυριακή ΙΕ. Λουκά, του Ζακχαίου: η Ευαγγελική Περικοπή της Θ. Λ., λόγος Αγίου Αμφιλοχίου επισκ. Ικονίου – εις τον Ζακχαίον.»

Κατηγορίες: Άρθρα, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.