Η νενέ δεν σαλεύθηκε «υπό των κυμάτων».

Είχα τη μεγάλη ευλογία να περάσω τα παιδικά μου χρόνια με τη γιαγιά μου, νενέ, όπως την έλεγα. Ηταν μια αγία ψυχή. Τρυφερή, γλυκειά, γεμάτη αγάπη, αλλά και μια — όχι απλώς βασανισμένη — πολυβασανισμένη ψυχή. Ομως ήταν και μια πιστή ψυχή.

Ολα τα βάσανα που υπάρχουν στον κόσμο τα τράβηξε. Οι γονείς της την πάντρεψαν στα δεκατέσσερά της χρόνια. Εκανε εννέα παιδιά. Το πρώτο της, ανάπηρο από πολυομυελίτιδα, περπατούσε με τα γόνατα και πέθανε σαρανταδύο χρονώ. Αλλα έξι παιδιά της πέθαναν, άλλα μικρότερα και άλλα μεγαλύτερα. Στο τέλος της έμειναν μόνο δύο κόρες. Εζησε τον ξεριζωμό από την πατρίδα της, την Απολλωνιάδα της Μ. Ασίας. Εζησε την προσφυγιά, τη φτώχεια. Ομως η πίστη της δεν κλονίστηκε ποτέ. Ποτέ δεν άκουσα να βγαίνει από το στόμα της κανένα παράπονο κατά του Θεού.

Η ζωη της ήταν• εργασία, προσευχή και νηστεία. Και όλα στον απόλυτο βαθμό. Ποτέ στη ζωη της δεν έφαγε λάδι Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή, Μ. Τεσσαρακοστή, Τεσσαρακοστή Χριστουγέννων, Δεκαπενταύγουστο, Αγίων Αποστόλων. Και αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος, δηλαδή το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», το εφάρμοζε σε όλη της τη ζωη, χωρίς να το έχει διαβάσει, γιατί δεν ήξερε γράμματα. Και όταν ευδόκησε ο Θεός και ήλθε στην πόλη μας πνευματικός, εξομολογούνταν και κοινωνούσε τακτικά.

Εζησε ενενήντα εφτά χρόνια. Σε όλη της τη ζωη παρακαλούσε το Θεο για τα τέλη της, να μη δώσει βάρος στα παιδιά της, ας αρρώσταινε τέσσερις-πέντε μέρες πριν, για να μπορέσει να ετοιμαστεί για το μεγάλο ταξίδι. Και ο Θεός άκουσε την προσευχή της. Αδιαθέτησε τέσσερις μέρες, εξομολογήθηκε, κοινώνησε και, όταν κατάλαβε ότι το τέλος πλησίασε, έστειλε τον εγγονό της να μαζέψει τα παιδιά της και όλα τα εγγόνια της και τα δισέγγονά της που ζούσαν στην πόλη.

Οταν φτάσαμε, ζήτησε να την καθίσουμε στο κρεβάτι, να φέρουμε μια λεκάνη και αφού έπλυνε τα χέρια της, τα σταύρωσε και ζήτησε να περάσουμε όλοι από μπροστά της και μας έδωσε την ευχή της. Στούς δύο εγγονούς, που την άλλη μέρα έφευγαν για σπουδές, ο ένας στην Ιταλία και ο άλλος στην Αθήνα, τούς συμβούλεψε να μένουν αγνοί, να μην ξεχνούν την Εκκλησία και την προσευχή τους και να μην ξεχνούν ότι είναι Χριστιανόπουλα και Ελληνόπουλα. Στην ετοιμόγεννη εγγονή της ευχήθηκε «καλή λευτεριά». Σε άλλον είπε χώμα να πιάνει και χρυσάφι να γίνεται και για τον καθένα έδωσε την κατάλληλη ευχή. Αφού περάσαμε όλοι ξάπλωσε καλά, έκανε ένα μεγάλο άψογο σταυρό και έκλεισε τα μάτια. Ηταν τα τέλη της χριστιανά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά. Μακάρι να την αξιώσει ο Θεός να έχει και καλή απολογία επί του φοβερού βήματός Του.

Καθώς τώρα κοιτάζω τούς νεότερους να πτοούνται, να θλίβονται υπέρμετρα από τη μικρότερη αντιξοότητα της ζωής, από τον ελαφρότερο κλυδωνισμό του βίου, σκέφτομαι• Η νενέ μου έχτισε το σπίτι της πάνω στο Βράχο, πάνω στην Πετρα της πίστεως, και γι’ αυτό δεν σαλεύτηκε «υπό των κυμάτων».

Π.Ι.Κ.

Από το περιοδικό: “Η δράσις μας”, τεύχος Δεκεμβρίου 2005

Κατηγορίες: Γενικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.