Η Ανάληψις τού Κυρίου – Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτσ.

(Ευαγγέλιο: Λουκ. κδ΄36-53, Πράξ. α΄3-14))

Όταν τα χελιδόνια μένουν από τροφή και το κρύο πλησιάζει, ξεκινούν το ταξίδι τους για τα θερμά κλίματα. Εκεί θα βρουν πολύ ήλιο και αρκετή τροφή. Ένα χελιδόνι πετά μπροστά, δοκιμάζει τον αέρα και δείχνει το δρόμο. Όλα τα υπόλοιπα χελιδόνια ακολουθούν την πορεία του.
Όταν οι ψυχές μας μένουν από τροφή στον υλικό κόσμο κι όταν η κρυάδα του θανάτου πλησιάζει, τότε τι καλά θα ήταν να υπήρχε ένα χελιδόνι σα κι εκείνο, να μας οδηγήσει σε τόπο θερμό, όπου θα βρίσκαμε πολλή πνευματική ζέστη και τροφή! Υπάρχει άραγε τέτοιος τόπος; Και μπορούμε άραγε να βρούμε τέτοιο χελιδόνι;
Έξω από την Εκκλησία του Χριστού δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να δώσει αξιόπιστη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Μόνο η Εκκλησία γνωρίζει και μάλιστα με βεβαιότητα. Η Εκκλησία γνωρίζει το κομμάτι εκείνο του παραδείσου που νοσταλγεί η ψυχή μας, τώρα που ζει στο παγωμένο σύθαμπο της επίγειας ύπαρξής μας. Γνωρίζει επίσης το ευλογημένο εκείνο χελιδόνι, το πρώτο που πετάει προς τον τόπο της νοσταλγίας της επαγγελίας, που διαλύει το σκοτάδι, διαπερνά με τα δυνατά φτερά του τη βαριά ατμόσφαιρα ανάμεσα σε γη και ουρανό κι ανοίγει το δρόμο για το σμήνος που ακολουθεί. Κι ακόμη η στρατευόμενη Εκκλησία στη γη θα σου πει γι’ αμέτρητα σμήνη χελιδονιών που ακολούθησαν το πρώτο Χελιδόνι και πέταξαν μαζί του στον ευλογημένο τόπο, όπου αφθονούν όλα τ’ αγαθά –τόν τόπο τῆς αιώνιας άνοιξης.
Θα έχεις αντιληφθεί πως με το σωστικό αυτό χελιδόνι εννοώ τον αναληφθέντα Κύριο Ιησού Χριστό. Ο ίδιος δεν είπε πως είναι η Οδός; Δεν είπε ο ίδιος στους αποστόλους, «πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν…. και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν» ( Ιωάν. ιδ΄2,3); Και πριν απ’ αυτό δεν τους είχε πει, «καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν» (Ιωάν. ιβ΄32); Όλ’ αυτά που ο ίδιος είχε πει, άρχισαν να εκπληρώνονται λίγες βδομάδες αργότερα και συνεχίζουν να εκπληρώνονται μέχρι σήμερα και θα εκπληρώνονται ως τη συντέλεια του κόσμου. Αυτό σημαίνει πως ο Χριστός, που ήταν η αρχή της πρώτης δημιουργίας του κόσμου, έγινε αρχή και της δεύτερης δημιουργίας ή η ευλογημένη ανακαίνιση της παλιάς. Η αμαρτία έδεσε τα φτερά του Αδάμ και των απογόνων του κι έτσι απομακρύνθηκαν όλοι από το Θεό, τους τύφλωσε ο ίδιος πηλός από τον οποίο είχαν πλαστεί. Ο Χριστός, ο πρώτος Αδάμ και πρώτος Άνθρωπος, ο πρωτοπόρος πάσης κτίσεως, ήταν ο πρώτος που αναλήφθηκε με πνευματικά φτερά στον ουρανό, στο θρόνο της αιώνιας δόξας και δύναμης. Βάδισε το δρόμο προς τον ουρανό και άνοιξε όλες τις πύλες για τους πιστούς που έχουν ανοιγμένα τα πνευματικά φτερά τους, όπως ο αετός ανοίγει το δρόμο για τα αϊτόπουλα, όπως το χελιδόνι που πετά πρώτο, επικεφαλής, δείχνει στο σμήνος το δρόμο κι εκμηδενίζει την αντίσταση του αέρα.
«Τις δώση μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ΄7), αναφωνεί θλιμμένος ο Ψαλμωδός πριν από την έλευση του Χριστού. Γιατί; Εξηγεί ο ίδιος : «Η καρδία μου εταράχθη εν εμοί, και δειλία θανάτου επέπεσεν επ’ εμέ· φόβος και τρόμος ήλθεν επ’ εμέ, και εκάλυψέ με σκότος» (νδ΄5,6). Τέτοια τρομερή αίσθηση νεκρικής υπαρξιακής αγωνίας πρέπει να επικρατούσε στις ερημιές αυτής της ζωής, σαν εφιάλτης σκοτεινός που βάραινε όλο το λογικό και δίκαιο κόσμο πριν από την έλευση του Χριστού.
«Ποιός θα μου δώσε φτερά για να πετάξω μακριά απ’ αυτή τη ζωή;» πρέπει να ήταν η ερώτηση που έκαναν πολλές ευγενικές κι ευαίσθητες ψυχές. Αλλά πού θα κατευθυνθείς, αμαρτωλή ανθρώπινη ψυχή; Μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι, να νιώθεις τον τόπο της θαλπωρής και του φωτός απ’ όπου εξορίστηκες; Οι πύλες έκλεισαν πίσω σου, τις προσέχουν τα χερουβίμ με τα πύρινα ξίφη τους για να εμποδίσουν την προσέγγισή σου. Η αμαρτία κόλλησε τα φτερά σου, όχι τα φτερά του πτηνού, μα τα θεϊκά, κι έχεις εγκλωβιστεί στη γη. Χρειάζεσαι κάποιον για να σ’ ελευθερώσει πρώτα από τα δεσμά της αμαρτίας, να σε καθαρίσει και να σε βοηθήσει να σταθείς όρθιος. Μετά χρειάζεσαι κάποιον να τοποθετήσει νέα φτερά, για να μπορέσεις να πετάξεις. Μετά θα χρειαστείς κάποιον άλλον, κάποιον πολύ δυνατό, για τον οποίο θα παραμερίσουν τα χερουβίμ με τα πύρινα ξίφη, ώστε για χάρη του να περάσεις στην ένδοξη πατρίδα σου. Και τελευταίο, έχεις ανάγκη από κάποιον που θα ζητήσει για λογαριασμό σου έλεος από το Δημιουργό, ώστε να σε δεχτεί ξανά στον τόπο της αιώνιας πατρίδας.
Αυτός ο «κάποιος» ήταν άγνωστος στον προχριστιανικό κόσμο. Αυτοαποκαλύφτηκε ως Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, Υιός του Ζώντος Θεού. Από αγάπη για σένα κατέβηκε από τον ουρανό στη γη, ντύθηκε ανθρώπινη σάρκα, φυλακίστηκε για χάρη σου, επειδή ήσουν φυλακισμένος, ίδρωσε, κρύωσε, πείνασε και δίψασε, δέχτηκε εμπτυσμούς, καρφώθηκε στο σταυρό, έμεινε στο τάφο τρείς μέρες, κατέβηκε στον Άδη για να καταστρέψει μιά φυλακή χειρότερη από την παρούσα ζωή, που είχε προετοιμαστεί για σένα όταν η ψυχή σου θα χωριζόταν από το σώμα. Κι όλ’ αυτά για να σε σώσει από εκεί που κυλιόσουν στη λάσπη της αμαρτίας, να σε κάνει να σταθείς όρθιος. Μετά αναστήθηκε «εκ νεκρών», για να δώσει και σε σένα φτερά, να πετάξεις στον ουρανό. Τελικά αναλήφθηκε στον ουρανό γιά ν’ ανοίξει και για σένα το δρόμο, να σε οδηγήσει στα σκηνώματα των αγγέλων.
Τώρα δεν έχεις λόγο ν’ αναστενάζεις με φόβο και τρόμο, όπως ο προφητάνακτας Δαβίδ, ούτε να επιθυμείς πτέρυγας ωσεί περιστεράς. Τώρα εμφανίστηκε Αετός, που άνοιξε τα φτερά Του και σου έδειξε το δρόμο. Το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι ν’ αναπτύξεις τα πνευματικά φτερά που σου δόθηκαν όταν βαφτίστηκες στο όνομά Του, και να επιθυμήσεις να κάνεις το βήμα που απέμεινα για να επιτύχεις τη σωτηρία σου, όταν μάλιστα… «….πλουσίως επιχορηγηθήσεται υμίν η είσοδος εις την αιώνιον βασιλείαν του Κυρίου ημών και Σωτήρος Ιησού Χριστού» (Β΄ Πέτρ. α΄11).
Η Ανάληψη του Κυρίου από τη γη στον ουρανό ήταν τόσο απρόσμενη στους ανθρώπους , όσο ήταν και στους αγγέλους η έλευση του από τον ουρανό στη γη κι η κατά σάρκα γέννησή Του. Αλλά και ποιό γεγονός στη ζωή Του δεν αντιπροσωπεύει κάτι μοναδικό κι απρόσμενο στον κόσμο; Όπως οι άγγελοι παρατηρούσαν με θαυμασμό πως ξεχώριζε ο Θεός το φως από το σκοτάδι στην πρώτη δημιουργία και το νερό από την ξηρά, πως τοποθέτησε τα άστρα στον ουράνιο θόλο και πως δημιούργησε τα φυτά και τα ζώα από τη γη και τελικά έπλασε τον άνθρωπο, δίνοντάς του ψυχή ζώσα, έτσι κ εμείς όλοι βλέπουμε με θαυμασμό τα γεγονότα της ζωής του Σωτήρα μας, από τον Ευαγγελισμό της Παναγίας Παρθένου ως την ένδοξη Ανάληψή Του στο όρος των Ελαιών. Από μιά πρώτη ματιά ήταν όλα απρόσμενα, αναπάντεχα. Όταν όμως γίνεται φανερό πως υπηρετούν το σχέδιο της σωτηρίας μας, όλοι οι λογικοί άνθρωποι πρέπει να κραυγάσουν με χαρά και να δοξολογήσουν τη δύναμη του Θεού, τη σοφία και την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος.
Δεν μπορείς ν’ αφαιρέσεις κάποιο γεγονός από τη ζωή του Χριστού και να μη παραμορφώσεις ολόκληρο το έργο του, όπως δεν μπορείς να κόψεις το χέρι ενός ανθρώπου ή το πόδι του και να μη τον παραμορφώσεις, ή να βγάλει από τον ουράνιο θόλο το φεγγάρι ή ένα μέρος από τα μυριάδες άστρα και να μην παραμορφώσεις την τάξη και το κάλλος του ουρανού. Γι’ αυτό μη σκέφτεσαι πως ίσως «δεν ήταν απαραίτητο ν’ αναληφθεί ο Κύριος». Όταν μερικοί από τους Ιουδαίους αναγκάστηκαν να παραδεχτούν και να κραυγάσουν πως «καλώς πάντα πεποίηκε» (Μάρκ. ζ 37), πως εμείς που βαφτιστήκαμε στο όνομά Του να μην πιστέψουμε πως όλα όσα έκανε ήταν καλά; Όλα τα σχεδίασε και τα έφτιαξε με μεγάλη σοφία. Και η Ανάληψή Του ήταν καλά σχεδιασμένη, με πολλή σοφία, όπως ήταν κι η Ενσάρκωση, το Βάπτισμα, η Μεταμόρφωση κι η Ανάστασή Του. «Συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω» (Ιωάν. ιστ΄7), είπε ο Κύριος στους μαθητές Του. Βλέπεις πώς ρυθμίζει και κάνει τα πάντα για το καλό των ανθρώπων; Κάθε λόγος και κάθε πράξη Του έχουν ως σκοπό τους το καλό όλων μας. Διαφορετικά δε θα είχε αναληφθεί. Ας μείνουμε όμως στο ίδιο το γεγονός της Ανάληψης, όπως περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς στα δυό του έργα: στο Ευαγγέλιο και στις Πράξεις των Αποστόλων.

***

Είπε ο Κύριος στούς μαθητές Του: «Ούτω γέγραπται και ούτως έδει παθείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα» (Λουκ. κδ΄46). Από ποιόν γέγραπται; Το Άγιο Πνεύμα το έγραψε, μέσω των προφητών στο νόμο του Μωυσή, στους προφήτες και στους Ψαλμούς. Ο Κύριος εκτιμά τα βιβλία αυτά, στο μέτρο που αναφέρονται προφητικά σε όσα επρόκειτο να του συμβούν. Εκεί είχαν γραφεί κι εκπληρώθηκαν. Εκεί υπήρχε η σκιά, εδώ η ζωή κι αλήθεια.
«Τότε διήνοιξε αυτών τόν νούν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. κδ΄45). Ἡ «διάνοιξη»τού νόμου είναι θαύμα ίσο με ανάσταση νεκρών, γιατί κάτω από το πυκνό πέπλο της αμαρτίας, η ανθρώπινη αντίληψη βρίσκεται στο σκοτάδι του τάφου. Διαβάζει, μα δεν καταλαβαίνει· κοιτάζει, μα δε βλέπει· αφουγκράζεται, μα δεν ακούει. Ποιός άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ είχε δει κι είχε διαβάσει καλύτερα από τους Γραμματείς τα λόγια των Γραφών; Με τα προσέξανε τόσο λίγο! Γιατί ο Κύριος δεν τράβηξε τον πυκνό πέπλο από το νου τους, ώστε να κατανοήσουν κι αυτοί όπως οι απόστολοι; Επειδή οι απόστολοι θέλησαν να γίνει αυτό ενώ οι Γραμματείς αρνήθηκαν. Επειδή οι Γραμματείς κι οι πρεσβύτεροι είπαν ότι ούτος ο άνθρωπος αμαρτωλός εστι και περίμεναν την ευκαιρία για να τον σκοτώσουν, οι απόστολοι όμως είπαν: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιωάν. στ΄68). Ο Θεός «διανοίγει το νου» εκείνων που το θέλουν· χορηγεί το ζων ύδωρ σ’ αυτούς που διψάνε· αποκαλύπτεται σε όσους τον αναζητούν.
Ούτω γέγραπται και ούτως έδει… Αν την Αγία Γραφή την είχαν γράψει συνηθισμένοι άνθρωποι, με ανθρώπινη αντίληψη, ο Υιός του Θεού δε θα είχε αναφερθεί στα κείμενά τους. Τα κείμενα των προφητών όμως ήταν έργα του Αγίου Πνεύματος. Κι ο Θεός, που είναι πιστός στις υποσχέσεις Του, έστειλε το Μονογενή Του Υιό για να εκπληρώσει τις προφητείες και να τηρήσει τις επαγγελίες Του. Ούτως έδει… είπε Εκείνος που βλέπει ολόκληρο τον κτιστό κόσμο, από τη μια άκρη στην άλλη, όπως ο άνθρωπος βλέπει μιά γραμμένη σελίδα που έχει μπροστά το. Κι όταν ο πάνσοφος λέει πως ούτως έδει… δεν είναι καταγέλαστοι οι τυφλοί που λένε πως δεν ήταν απαραίτητο να γίνει η Ανάληψή Του; Έπρεπε να γίνει. Ο Κύριος έπρεπε να πάθει στην ώρα Του, να χαρεί την αιωνιότητα. Έπρεπε ν’ αναστηθεί, για ν’ αναστηθούμε κι εμείς στήν αιώνια ζωή.
«Καί κηρυχθήναι επί τω ονόματι αυτού μετάνοια και άφεσιν αμαρτιῶν εις πάντα τα έθνη, αρξάμενον από Ιερουσαλήμ» (Λουκ. κδ΄47). Ο Μάρκος στο ευαγγέλιό του αναφέρει το ίδιο με άλλα λόγια: «κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μάρκ. ιστ΄15). Πάση τη κτίσει σημαίνει σε όλους τους ανθρώπους. Ο άγιος Γρηγόριος ο διάλογος, στην ομιλία του ΙΣΤ΄λέει: «Ο άνθρωπος έχει κάτι κοινό με όλη τη κτίση. Με τη πέτρα έχει την ίδια ύπαρξη· με το ξύλο, τη ζωή· με τα ζώα, τις αισθήσεις· με τους αγγέλους, το νου…. Έτσι με την έκφραση πάση τη κτίσει πρέπει να εννοήσουμε τον άνθρωπο».
Αν ο Κύριος Ιησούς δεν είχε πάθει και δεν είχε πεθάνει για τις αμαρτίες μας, ποιός από μας θα γνώριζε πως η αμαρτία είναι τέτοιο θανατηφόρο δηλητήριο; Αν δεν είχε αναστηθεί, ποιός από μας, που είχε ανακαλύψει πόσο φοβερό πράγμα είναι η αμαρτία, θα είχε ελπίδα; Τότε η μετάνοια θα ήταν ανώφελη, η συγχώρηση αδύνατη. Η μετάνοια συνδέεται με το πάθος, η συγχώρεση με την ανάσταση, μέσω της θείας χάρης. Με τη μετάνοια ο παλιός άνθρωπος της αμαρτίας πεθαίνει, οδηγείται στον τάφο. Με τη συγχώρηση γεννιέται ο νέος άνθρωπος, στην καινούργια ζωή.
Προσέξτε! Εδώ είναι οι πιό χαρμόσυνες ειδήσεις για όλα τα έθνη της γης, ξεκινώντας από τα Ιεροσόλυμα. Είναι εκείνα που είπε ο αρχάγγελος Γαβριήλ στο δίκαιο Ιωσήφ με τα λόγια του προφήτη : «Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (Ματθ. α 21). Αυτά βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος. Με την εμπειρία Εκείνου που έπαθε κι το δικαίωμα Αυτού που νίκησε. Γιατί λέει όμως, αρξάμενον από Ιερουσαλήμ; Γιατί στην Ιερουσαλήμ έγινε η μέγιστη θυσία για ολόκληρη την ανθρωπότητα· επειδή εκεί έλαμψε από τον τάφο το φως της Ανάστασης. Αν η Ιερουσαλήμ αντιπροσωπεύει το νου του ανθρώπου, κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο είναι ευνόητο πως η μετάνοια κι η ταπείνωση πρέπει να ξεκινήσουν από το νου κι από κει να διαχυθούν σ’ ολόκληρη την ύπαρξη. Η υπερηφάνεια του νου έστειλε το σατανά στην κόλαση· η υπερηφάνεια του νου χώρισε τον Αδάμ και την Εύα από το Θεό, ώθησε τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς να σκοτώσουν το Χριστό. Η υπερηφάνεια του νου είναι το πιό πρόσφορο έδαφος για ν’ αναπτυχθεί η αμαρτία ως τις μέρες μας. Αν ο νους του ανθρώπου δε γονατίσει μπροστά στο Χριστό, τα γόνατά του δε θα λυγίσουν. Εκείνος που ξεκίνησε να ειρηνέψει το νου του με τη μετάνοια, άρχισε ήδη να θεραπεύει και τα βαθύτερα τραύματά του.
«Υμείς δε εστε μάρτυρες τουτων» (Λουκ. κδ΄48). Μάρτυρες σε τί; Μάρτυρες των παθών του Κυρίου, της ένδοξης Άναστασής Του. Μάρτυρες της ανάγκης για μετάνοια, μάρτυρες της αλήθειας, της άφεσης των αμαρτιών. Όταν ο απόστολος Παύλος από διώκτης άλλαξε κι έγινε απόστολος, ο Κύριος του είπε: «Εις τουτο γαρ ώφθην σοι, προχειρίσασθαι υπηρέτην και μάρτυρα ών τε είδες ών τε οφθήσομαί σοι» (Πράξ. κστ΄16). Κι ο απόστολος Πέτρος είπε στο πρώτο κήρυγμά του προς το λαό μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος: «Τούτον τον Ιησούν ανέστησεν ο Θεός, ου πάντες ημείς εσμεν μάρτυρες» (Πραξ. β΄32). Λέει επίσης κι ο απόστολος κι ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ό εωράκαμεν τοίς οφθαλμοίς ημών, ό εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν…. απαγγέλομεν υμίν» (Α΄ Ιωαν. α΄1,3).
Οι απόστολοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες του κηρύγματος του Χριστού, των θαυμάτων Του κι όλων εκείνων που έγιναν στη διάρκεια της επίγειας ζωής Του- όλων αυτών στα οποία θεμελιώθηκε η σωτηρία μας. Άκουσαν, είδαν, συμμετείχαν στην Αλήθεια. Ήταν οι πρώτοι που μπήκαν στο πλοίο της σωτηρίας, για να γλιτώσουν από τον κατακλυσμό της αμαρτίας και να μπορέσουν να βάλουν κι άλλους στο πλοίο για να τους σώσουν. Ο νους τους απαλλάχτηκε από την υπερηφάνεια κι οι καρδιές τους καθαρίστηκαν από τα πάθη. Ο ίδιος ο Κύριος τους διαβεβαίωσε γι’ αυτό: «Ηδη υμείς καθαροί εστε, δια τον λόγον όν λελάληκα υμίν» (Ιωάν. ιε΄3). Κι ήταν μάρτυρες και της εσωτερικής αναγέννησης και ανακαίνισης του ανθρώπου, με τη μετάνοια και την κάθαρση από την αμαρτία. Το ευαγγέλιο δεν ανοίχτηκε μόνο μπροστά στα μάτια και τ’ αυτιά τους, αλλά και μέσα τους, στην καρδιά και το νου τους. Στα τρία χρόνια που ήταν μαθητές του Χριστού, στην καρδιά και το νου τους έγινε ολόκληρη επανάσταση. Η επανάσταση αυτή συνίστατο στην οδυνηρή διαδικασία θανάτου του παλαιού ανθρώπου, και στην ακόμα πιό οδυνηρή γέννηση μέσα τους του νέου, του καινού ανθρώπου. Πόσους νεκρικούς πόνους δοκίμασε η ψυχή τους ωσότου αναγεννηθούν, φωτιστούν και μπορέσουν τελικά ν’ αναφωνήσουν: «Ημείς οίδαμεν ότι μεταβεβήκαμε εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Α΄Ιωάν. γ΄14); Πόσος χρόνος, πόσος κόπος, πόση αμφιβολία, φόβος, αγωνία, περιπλάνηση και έρευνα –ώσπου να γίνουν αληθινοί και πιστοί μάρτυρες των σωματικών παθών, του θανάτου και της Ανάστασης του Κυρίου Ιησού, καθώς και των δικών τους πνευματικών παθών, του θανάτου και της ανάστασής τους; Εκείνο τον καιρό βέβαια οι απόστολοι δεν ήταν αρκετά ώριμοι και πνευματικά σταθεροί. Γι’ αυτό και ο Κύριος συνέχισε να τους καθοδηγεί σαν παιδιά και να τους ενθαρρύνει τη στιγμή του χωρισμού με τα λόγια: «Ούκ αφήσω υμάς ορφανούς» (Ιωάν. ιδ΄18). Γι’ αυτό κι έμεινε μαζί τους σαράντα μέρες μετά την Ανάστασή Του «εν πολλοίς τεκμηρίοις, δι ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος αυτοίς καί λέγων τα περί της βασιλείας του Θεού» (Πράξ. α 3). Και τελικά τους υποσχέθηκε να τους στείλει το Άγιο Πνεύμα, δύναμιν εξ ύψους.
«Εξήγαε δε αυτούς έξω έως εις Βηθανίαν, και επάρας τας χείρας αύτούς ευλόγησεν αυτούς, Καί εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν» (Λουκ. κδ΄50-51). Τι μεγαλειώδης, τι συγκινητική αναχώρηση από τη γη! Εκεί, στην άκρη του Όρους των Ελαιών, με θέα το λόφο όπου ο νεκρός Λάζαρος αναστήθηκε και ξαναγύρισε στην πρόσκαιρη ζωή, ο αναστημένος Κύριος αναλήφθηκε στα άπειρα ύψη της αιώνιας ζωής. Αναλήφθηκε στον ουρανό, όχι στ’ άστρα, μα πάνω απ’ αυτά. Δεν πήγε κοντά στους αγγέλους, αλλά πάνω απ’ αυτούς, πάνω από τις ουράνιες δυνάμεις, πάνω από τους χορούς των αθανάτων ουράνιων υπάρξεων, πάνω απ’ όλα τα παραδείσια ενδιαιτήματα των αγγέλων και των αγίων. Αναλήφθηκε ψηλά, εκεί που δεν τον φτάνουν τα μάτια των Χερουβίμ, στο θρόνο του Ουράνιου Πατέρα, στο μυστικό θυσιαστήριο της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδας. Τα μέτρα που έχουν αυτά τα ύψη δεν υπάρχουν στο δημιουργημένο κόσμο. Το μόνο συγκρίσιμο μέγεθος ίσως είναι το βάθος όπου έριξε η υπερηφάνεια τον Εωσφόρο, που αποστάτησε από το Θεό. Το βάθος όπου ο Εωσφόρος θέλει να ρίξει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Ο Κύριος Ιησούς μας έσωσε από τον ατέλειωτο αυτόν όλεθρο. Κι αντί για τα βάθη της αβύσσου, μας ανάστησε στα θεία ύψη του ουρανού. Για δυό λόγους μας ανάστησε: Πρώτο επειδή ο ίδιος αναστήθηκε ως άνθρωπος κατά σάρκα, όπως είμαστε κι εμείς· και δεύτερο επειδή δεν αναστήθηκε για δική Του χάρη αλλά για μας, για να μας ανοίξει το δόμο της ειρήνευσης με το Θεό. Αναλήφθηκε με το αναστημένο Του σώμα, εκείνο που οι άνθρωποι είχαν σκοτώσει κι είχαν θάψει στη γη. Τους ευλόγησε με τα χέρια Του, που έφεραν τα σημάδια από τα καρφιά.
Ευλογημένε, πολυεύσπλαχνε Κύριε, πόσο μεγάλο είναι το έλεός Σου! Η ιστορία της έλευσής Σου στον κόσμο ξεκίνησε με ευλογία και τελειώνει με ευλογία. Όταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ ανάγγειλε την έλευσή Σου στον κόσμο, χαιρέτησε την Παναγία Μητέρα Σου με τα λόγια: «Χαίρε, κεχαριτωμένη… ευλογημένη συ εν γυναιξί!» (Λουκ α΄28). Τώρα που αποχαιρετάς εκείνους που πίστεψαν σε Σένα, άνοιξες διάπλατα τα χέρια Σου και τους έδωσες την ευλογία Σου. Ώ, υπερευλογημένε! Ώ, Πηγή κάθε ευλογίας! Ευλόγησε και μας όπως ευλόγησες τους αποστόλους Σου!
«Και ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού, και ιδού άνδρες δύο παρειστήκεισαν αυτοίς εν εσθήτι λευκί, οί και είπον· άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν; ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται, όν τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον είς τον ουρανόν» (Πραξ. α΄10-11). Οι δυό άνθρωποι που ήταν ντυμένοι εν εσθήτι λευκή, είναι δυό από τις αόρατες χορείες των αγγέλων που συνόδευσε τον Κύριό τους από τη γη στον ουρανό, όπως τον είχαν συνοδεύσει νωρίτερα από τον ουρανό στη γη όταν έγινε η σύλληψή Του στη Ναζαρέτ κι η Γέννησή Του στη Βηθλεέμ. Στην Ανάληψή δυό απ’ αυτούς με τον πρόνοια του Θεού έγιναν ορατοί στα μάτια των ανθρώπων, για να δώσουν ένα μήνυμα στους μαθητές. Το μήνυμα αυτό ήταν ζωτικής σημασίας γι’ αυτούς, απαραίτητο για να μη νιώσουν μόνοι τους κι εγκαταλελειμμένοι μετά την αναχώρηση του Σωτήρα μας. Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ υμών εί τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται. Αυτό είναι το μήνυμα που έστειλε ο Χριστός στους μαθητές μέσω των δύο αγγέλων Του. Βλέπεις το μεγαλείο της αγάπης του Χριστού για τους ανθρώπους; Ακόμα και την ώρα της Ανάληψής Του στους ουρανούς, στο θρόνο της δόξας του τριαδικού Θεού, δεν ασχολήθηκε με τον εαυτό Του ή με τη δόξα Του, μετά τις ταπεινώσεις που δέχτηκε, ούτε ν’ αναπαυτεί μετά το βαρύ έργο που έκανε όσο ζούσε στην επίγεια ζωή, αλλά με τους μαθητές Του, που έμειναν πίσω στη γη. Αν και τους είχε συμβουλεύσει πολύ ο ίδιος και τους είχε ενθαρρύνει, τους στέλνει και τους αγγέλους Του για να τους παρηγορήσει περισσότερο και να τους χαροποιήσει. Μ’ όλο που είχε υποσχεθεί πως θα τους στείλει το Άγιο Πνεύμα, τον Παράκλητο, αν και τους είχε πει πως «ούκ αφήσω υμάς ορφανούς· έρχομαι προς υμάς» (Ιωάν. ιδ΄18), ο ίδιος κάνει τώρα στην πράξη κάτι τα περισσότερο απ’ όσα είχε υποσχεθεί: τους φανερώνει αγγέλους από τον ουρανό, τους υπηρέτες κι αγγελιοφόρους Του, πρώτο να τους πείσει για την εξουσία Του και δεύτερο για ν’ ανανεώσει με τά χείλη των αγγέλων Του πως θα ξανά’ρθει κοντά τους.
«Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης» (Λουκ. κδ΄25). Προσκύνησαν τον Κύριο με την ψυχή και το σώμα τους, σε ένδειξη σεβασμού και υπακοής. Η προσκύνησή τους σημαίνει: Γενηθήτω το θέλημά Σου, παντοδύναμε Κύριε! Κι έπειτα γύρισαν από το Όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με την εντολή που είχαν λάβει. Γύρισαν μετά χαράς μεγάλης, όχι λύπη. Θα ήταν λυπημένοι αν ο Κύριος τους είχε αποχωριστεί με κάποιον άλλο τρόπο. Ο αποχωρισμός αυτός όμως γι’ αυτούς ήταν μιά καινούργια και μεγαλειώδης αποκάλυψη. Δεν είχε εξαφανιστεί από μπροστά τους με κάποιο τρόπο για να πάλει απλά κάπου. Ανέβηκε στον ουρανό με δόξα και δύναμη. Έτσι εκπληρώθηκαν κι εδώ τα προφητικά λόγια Του, όπως είχαν εκπληρωθεί στο πάθος και την Ανάστασή Του. Κι ο νους των αποστόλων άνοιξε για να κατανοήσουν αυτά που τους είχε πει: «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου, ο ών εν τω ουρανώ» (Ιωάν. γ΄13). Κι άλλοτε τους είχε πει κάτι με τα λόγια Του για τον άρτο που κατεβαίνει από τον ουρανό: «Εάν ούν θεωρήτε τον υιόν του ανθρώπου αναβαίνοντα όπου ήν το πρότερον» (Ιωάν. στ΄62). Κι αλλού πάλι: «Εξήλθον παρά του πατρός και ελήλυθα εις τον κόσμον· πάλιν αφίημι τον κόσμον και πορεύομαι προς τον πατέρα» (Ιωαν. ιστ΄28).
Το σκοτάδι της άγνοιας σκορπάει φόβο και σύγχυση στην ψυχή. Το φως της γνώσης της αλήθειας παρέχει χαρά, δημιουργεί δύναμη καί πίστη. Οι μαθητές βρίσκονταν σε σύγχυση και φόβο όταν ο Κύριος τους μιλούσε για το θάνατο και την Ανάστασή Του. Όταν όμως τον είδαν ζωντανό, αναστημένο, είχαν χαρά μεγάλη. Οι μαθητές θα πρέπει να ξαναβρέθηκαν σε σύγχυση και φόβο, όταν ο Κύριος τους μίλησε για την Ανάληψή Του στους ουρανούς και τον αποχωρισμό τους. Όταν όμως αυτό έγινε μπροστά στα μάτια τους, όπως το είχε προφητέψει, τότε γύρισαν μετά χαράς μεγάλης. Ο φόβος εξαφανίστηκε, η αμφιβολία τους διαλύθηκε, η σύγχυση τους εγκατέλειψε. Και τη θέση όλων αυτών πήρε η βεβαιότητα, μιά θαυμάσια και ολοφώτεινη βεβαιότητα. Κι από τη βεβαιότητα αυτή προέκυψε δύναμη και χαρά. Βεβαιώθηκαν πως ο Κύριος και Διδάσκαλός τους είχε έρθει από τον ουρανό, αφού τώρα αναλήφθηκε στον ουρανό. Πως τον έστειλε ο Πατέρας, αφού τώρα γύρισε στον Πατέρα. Πως ήταν και είναι στη γη, αφού άγγελοι τον συνοδεύουν και κάνουν το θέλημά Του. Με τη βεβαιότητα αυτή είχε συνδεθεί τώρα κι η βέβαιη πίστη τους πως θα ξανά ’ρθει, τώρα όμως με δόξα και δύναμη, όπως τους είχε πει πολλές φορές. Κι οι άγγελοι τώρα επανέλαβαν την υπόσχεσή Του. Γι’ αυτούς λοιπόν δεν έμενε τίποτ’ άλλο, παρά να τηρήσουν τις εντολές Του με ζήλο και θέρμη. τους έδωσε εντολή να μείνουν στην Ιερουσαλήμ και να περιμένουν δύναμιν εξ ύψους. Κι εκείνοι γύρισαν στην Ιερουσαλήμ με μεγάλη και δικαιολογημένη χαρά, αλλά και με μεγάλη πίστη πως η δύναμις εξ ύψους θα τους επισκεφτεί.
«Και ήσαν δια παντός εν τω ιερώ αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν» (Λουκ. κδ΄53). Σ’ άλλο σημείο αναφέρεται πως συνέχισαν όλοι ομοθυμαδόν να προσκαρτερούν στην προσευχή (Πράξ. α΄14). Μετά απ’ όλα όσα είχαν δει κι είχαν διδαχτεί, δεν μπορούσαν να κρατήσουν το νου τους μακριά από τον Κύριο, που αναλήφθηκε μπροστά στα μάτια τους, μα που ακριβώς γι’ αυτό το λόγο είχε μπεί μέσα στις ψυχές τους. Είχε ενοικήσει στην καρδιά τους με δύναμη και δόξα, κι εκείνοι αινούσαν διαρκώς και δοξολογούσαν τον Κύριο.
Ο Κύριος γύρισε κοντά τους πολύ πιό γρήγορα απ’ ό,τι περίμεναν. Δεν είχε έρθει ορατός, για να τον δουν τα σωματικά μάτια, μα είχε κατοικήσει μέσα τους, είχε μπει στην ψυχή τους. Μα δεν είχε έρθει μόνος Του στην ψυχή τους, αλλά μαζί με τον Πατέρα, αφού ο Κύριος είχε πει για όλους όσοι τον αγαπούν: «(Εγώ) και ο πατήρ μου… προς αυτόν ελευσόμεθα και μονή παρ’ αυτώ ποιήσωμεν» (Ιωάν. ιδ΄23). Εκείνο που έμενε, ήταν να έρθει το Άγιο Πνεύμα και να κατοικήσει μέσα τους, για να τους κάνει τέλειους άντρες, στους οποίους ανακαινίζεται η εικόνα και η ομοίωση του Τριαδικού Θεού. Αυτό έπρεπε να περιμένουν στην Ιερουσαλήμ. Να περιμένουν ωσότου πραγματοποιηθεί.
Δέκα μέρες αργότερα κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα, η δύναμις εξ ύψους, στήν πρώτη αυτή χριστιανική Εκκλησία, για να μην εγκαταλείψει ποτέ την Εκκλησία του Χριστού μέχρι σήμερα και μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.
Αινούμε κι ευλογούμε τον Κύριο, γιατί με την Ανάληψή Του φώτισε το νου μας για να δούμε το δρόμο και τον προορισμό της ζωής μας. Αινούμε κι ευλογούμε τον Πατέρα, που με την αγάπη Του ανταποκρίνεται στην αγάπη μας προς τον Υιό και ενοικεί, μαζί με τον Υιό, σε όλους εκείνους που ομολογούν και τηρούν τις εντολές Του. Έχουμε διαρκώς τον Πατέρα και τον Υιό στο νου μας, τους αινούμε και τους ευλογούμε όπως έκαναν οι απόστολοι στην Ιερουσαλήμ κι αναμένουμε το Άγιο Πνεύμα, τον Παράκλητο, να έρθει και σε μας. Περιμένουμε Εκείνον που μας επισκιάζει όλους στο βάπτισμα, αλλά αποσύρεται όταν αμαρτάνουμε.
Είθε ν’ ανακαινιστεί μέσα μας ο πρώτος άνθρωπος, ο ουράνιος. Είθε κι εμείς μαζί με τους αποστόλους να αινούμε και να ευλογούμε τον αναληφθέντα στους ουρανούς Κύριο Χριστό, στον Οποίο πρέπει κάθε δόξα και ύμνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Ομιλίες γ΄, Αναστάσεως Ημέρα. Από τήν Κυριακή του Πάσχα, ως τήν Πεντηκοστή.

Η/Υ επιμέλεια Αικατερίνας Κατσούρη.

Παράβαλε και:
Πέμπτη της Αναληψεως: Τα Λειτουργικά αναγνώσματα του εσπερινού και το Κοντάκιον του Αγίου Ρωμανού του μελωδού.
Πέμπτη της Αναλήψεως: Η Ευαγγελική Περικοπή της Θ. Λ., κείμενο του Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου, υμνολογική εκλογή.
Του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου – Ερμηνεία εις τουσ Κανόνας της εορτής της Αναλήψεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά – ομιλίαι ΚΑ. και ΚΒ, εις την Ανάληψιν του Κυρίου.
Ανάληψις – Ιωάννου Φουντούλη.
Του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου – λόγος Α. εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Εγκώμια και Μεγαλυνάρια εις την εορτήν της Αναλήψεως.
Του Οσίου Πατρός ημών Γρηγορίου Επισκ. Νύσσης – λόγος εις την Ανάληψιν του Κυρίου.
Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Δέκα τοποθετήσεις σε δέκα ερωτήσεις – Πρωτ. Γεωργίου Διον. Δράγα.
Ανάληψη: Η δοκιμασία του λογικού – Φώτη Κόντογλου.
Λόγος εις την Ανάληψιν του Κυρίου (απόσπασμα) – Αγ. Επιφανίου Κύπρου.
Η Ανάληψη του Κυρίου – π. Αλεξάνδρου Σμέμαν.
Η Ανοδος του Ανθρώπου – π. Δημητρίου Μπόκου.
Ερμηνεία της εικόνος της Αναλήψεως – Χρήστου Γκότση.
Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού – Αγίου Διαδόχου Φωτικής.
Τα άνω φρονείτε – Αγίου Φιλαρέτου Μόσχας.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.