Αθηνά Σγουρού,η εκ Κερκύρας, 1879 – 1976.

Γεννήθηκε το 1879 στο Χωριό Κουραμάδες της Κερκύρας, από γονείς πολύ φτωχούς αλλά πολύ τίμιους και πιστούς. Ο πατέρας της λεγόταν Χριστόδουλος Σγουρός και ήταν απόγονος Βυζαντινής οικογένειας που είχε εγκατασταθή από αιώνες στην Κέρκυρα. Η μάννα της λεγόταν Κωνσταντίνα Γραμμένου. Προερχόταν από πολύτεκνη οικογένεια.
Από τα πρώτα της χρόνια έζησε την μεγάλη φτώχεια, την στέρηση και τον θάνατο μέσα στην οικογένεια της. Από τα δώδεκα παιδιά που έφεραν στον κόσμο οι γονείς της μόνο πέντε επέζησαν και από αυτά ένα ήταν σωματικά ανάπηρο και ένα διανοητικά. Τίποτε δικό τους δεν είχαν, εκτός από ένα μικρό σπιτάκι που έμεναν.
Τα λίγα κτηματάκια που καλλιεργούσαν ήταν ξένα αρχοντικά και έδιναν μεγάλο μερίδιο από την σοδειά τους στους κατόχους.
Είχαν όμως πολλή πίστη, ελπίδα και αγάπη στον Θεό. Ο πατέρας της ουδέποτε βλασφήμησε για την δυστυχία του και για τους θανάτους των παιδιών του. Αντίθετα ευχαριστούσε τον Θεό που τα παιδιά του αξιώνονταν να γίνουν Άγγελοι.
Η Αθηνά ως πιο μεγάλη (δεύτερη κατά σειρά), επωμίστηκε και αυτή το βάρος και την φροντίδα της οικογένειάς της από ηλικίας πέντε ετών. Η μάνα της ξενοδούλευε και της άφηνε όλη την ευθύνη να φροντίση τα μικρότερα αδέλφια της. Δεν είχε με τι να τα ταΐση και λυπόταν που τα έβλεπε πεινασμένα, μα δεν μπορούσε να τα χορτάση. Δύσκολοι καιροί, φτώχεια και ανέχεια.
Σε ηλικία επτά ετών πήγαινε και αυτή με την μάννα της στην ξένη δουλειά, που εκείνη την εποχή ήταν τόσο σκληρή, ενώ η ίδια βρισκόταν σε τόσο τρυφερή ηλικία.
Όμως απ’ αυτήν την ηλικία είχε ζήλο και άκουγε με προσοχή και ενδιαφέρον όταν μιλούσαν (ιδίως ο πατέρας της) για τον Θεό, τους Αγίους, για την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση μας. Έτσι έγινε φορέας και βίωνε το πνεύμα της αγάπης και της ηθικής του Ευαγγελίου μας.
Παντρεύτηκε σε μεστή ηλικία (27 ετών). Ο γάμος της έγινε μετά από περιπέτειες και επεισόδιο που πολύ την στενοχώρησε. Στο σπίτι που μπήκε, βρήκε πολύ εχθρικό κλίμα απέναντι της, γιατί η οικογένεια του άνδρα της δεν ήθελε με κανένα τρόπο να την κάνη νύφη της, επειδή ήταν πολύ φτωχή. Δυστυχώς και ο άνδρας της, πολλές φορές στην πορεία του γάμου τους, παρασυρόταν από τους δικούς του. Η στενοχώρια της και η κακή μεταχείριση ήταν και αφορμή να αποβάλη το πρώτο παιδί της. Κατά την αποβολή αυτή έπαθε μεγάλη αιμορραγία και ο γιατρός που κλήθηκε δεν κατώρθωσε να την βοηθήση. Όταν την είδε να έχη πέσει σε κώμα, αποφάνθηκε ότι δεν θα ζήσει, γιατί είχε πάρει την πορεία προς τον θάνατο. Η αναπνοή της ελάχιστη, το πρόσωπο της κίτρινο, το σώμα παγωμένο και οι ώρες περνούσαν με αγωνία. Από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα στην ίδια κατάσταση. Η μία από τις αδελφές της προσευχόταν.
Ξαφνικά την είδαν να ανοιγοκλείνη τα μάτια της, να ζωηρεύη το πρόσωπο της, να κινήται το σώμα της, και ν’ αρχίζη να μιλάη. Τα πρώτα λόγια της ήταν: «Που είμαι; Που βρίσκομαι; Γιατί ήρθα πάλι εδώ;». Σταυροκοπήθηκαν όλοι. Θαύμα! Πως ξαναζωντάνεψε; Όταν συνήλθε εντελώς, αναστέναξε βαθιά. «Αχ, γιατί να φύγω από εκεί που ήμουν;».
«Από πού;», την ρώτησαν οι αδελφές της. «Ακούστε και θα σας πω. Βρέθηκα σε σκοτάδι βαθύ και ήθελα να προχωρήσω, να φύγω από εκεί, να δω φως. Μου φάνηκε πως κάποιος ήταν κοντά μου και όπως προχωρούσα, με συνώδευε. Ήξερε και τ’ όνομα μου και μου είπε:
-Αθηνά, μη φοβάσαι, έλα μαζί μου, πάμε από εδώ.
-Πού με παίρνεις; τον ρώτησα.
-Έλα και θα δης. Σιγά-σιγά βρεθήκαμε σε φως.
Έτσι είδα κι αυτόν που με συνώδευε. Ήταν ένας λαμπερός νέος και είχε μία φορεσιά άσπρη. Συναντήσαμε ένα μεγάλο πορτόνι (έτσι έμοιαζε) προς την Ανατολή. Περάσαμε μέσα. Α! Τι φως ήταν αυτό που είδα! Πιο πολύ από μέρα μεσημέρι. Και τί είδανε τα μάτια μου εκεί μέσα! Δένδρα πολλά και λουλούδια απ’ όλα τα χρώματα στολίζανε αυτόν τον τόπο. Όλα καθαρά, άστραφταν και οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί. Όλοι με τα γιορτινά τους σαν νάτανε πανηγύρι. Τα πρόσωπα τους χαρούμενα και στέκονταν κατά σειρές άνδρες, γυναίκες και τραγουδούσαν. Πολλοί μου μιλούσαν, με χαιρετούσαν. “Καλώς την Αθηνά”, μου έλεγαν. Και εγώ ήμουν πολύ χαρούμενη, καθώς περνούσα μέσα απ’ αυτούς τους ανθρώπους και μέσα από’ αυτά τα ωραία λουλούδια. Ρώτησα και εγώ αυτόν που με έπαιρνε:
-Πού είμαστε εδώ;
-Α! Εδώ είμαστε στον Παράδεισο και όλοι αυτοί που βλέπεις εδώ, είναι οι ψυχές που όταν ήταν στην ζωή είχαν αγάπη και έκαναν καλά έργα. Να, αυτοί είχαν αυτή την αρετή, οι άλλοι την άλλη.
Όσο προχωρούσαμε, όλο και πιο πολύ φως, όλο και πιο όμορφα ήταν τα πάντα και περισσότερο χαρούμενα. Δεν ήξερα τι να πω, έτσι ρώτησα πάλι.
-Δεν μου λες, άνθρωπε μου, όλες οι ψυχές των ανθρώπων, όταν πεθαίνουν, όλες εδώ έρχονται;
-Όχι, μου λέει, αν θέλης πάμε να ιδής πού είναι και οι άλλες ψυχές.
Με μιας βρεθήκαμε σαν σε σούρουπο και όσο προχωρούσαμε τόσο σκοτείνιαζε. Μπήκαμε σ’ ένα πορτόνι σκούρο, που ήταν προς την Δύση. Και τί να δούμε εκεί! Ανθρώπους, άλλους πεσμένους κάτω, άλλους σηκωμένους να βογγάνε, να κλαίνε, γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά να παραδέρνωνται και μία βρώμα που δεν άντεχα. Προχωρούσαμε και όλο χειρότερα. Εδώ βλέπαμε πολλούς που ήταν μέσα σε ακαθαρσίες και άλλους μέσα σε φωτιά να καίγωνται.
-Μα γιατί νάναι έτσι αυτοί εδώ; ρώτησα.
-Α, Αθηνά μου, αυτές εδώ είναι οι ψυχές αυτών που έκαναν την τάδε αμαρτία, εκείνοι εκεί έκαναν άλλες και δεν μετενόησαν, γι’ αυτό ήρθαν εδώ. Έτσι μου έλεγε για όλους.
Πιο πέρα τι να δω! Μέσα από ένα πολύ μεγάλο λάκκο να βγαίνουν και να πετιούνται πάνω κάτι σαν σκουπίδια που πάλι ξανάπεφταν μέσα.
-Και αυτό τι είναι; ρώτησα.
-Αυτά που ανεβοκατεβαίνουν σ’ αυτό το βάραθρο είναι οι πολύ αμαρτωλές ψυχές που καίγονται.
Μ’ έπιασε ανατριχίλα και άρχισα να κλαίω, γιατί πολύ πόνεσα που έβλεπα αυτά. Ξαφνικά άκουσα κάποιον να φωνάζη σ’ αυτόν που μ’ έπαιρνε:
-Πάρε την Αθηνά από εκεί. Γιατί την έφερες σ’ αυτόν τον τόπο να στενοχωρηθή; Να φύγη γρήγορα. Βγήκαμε πάλι στο φως, και εκεί μούρθε η περιέργεια και τον ρώτησα:
-Μα ποιος είσαι εσύ, άνθρωπε μου, που είσαι όλο κοντά μου, και πού με γνωρίζεις;
-Είμαι Άγγελος του Θεού που παίρνω τις ψυχές αυτών που πεθαίνουν.
Ε, τότε θα ξέρεις και για την ψυχή της Νικολέττας (μιας γνωστής μου) πού επήγε.
-Αυτή δεν πήγε καλά, γιατί δεν έκανε ψυχικό (ελεημοσύνη) ποτέ της. Και η ψυχή της Χαρίκλειας (μιας άλλης γνωστής μου) πού πήγε;
-Α, αυτή επήγε λαμπάδα στον Θεό. Ρώτησα και γι’ άλλες ψυχές από ανθρώπους που ήξερα και μου απαντούσε ότι άλλες πήγαν σε καλό μέρος και άλλες σε άσχημο.
-Και μένα που θα με πάρεις, του λέω. -Εσύ θα γυρίσεις πάλι, μου απήντησε, γιατί σε φωνάζουν και δεν έχω διορία να σε κρατήσω άλλο. Και έτσι με μιας τον έχασα και βρέθηκα πάλι εδώ.
Πολλοί την κορόιδευαν, δεν την πίστευαν, της έλεγαν ότι ήταν όνειρο. Η ίδια επέμενε: «Δεν ήταν όνειρο. Εγώ τόζησα αυτό». Δεν ήταν όνειρο, διότι πέρασαν εβδομήκοντα χρόνια και μετά το θυμόταν με όλες τις λεπτομέρειες, παρ’ όλο που χρειαζόταν πάνω από μία ώρα να το αφηγηθή σε όλη του την έκταση, με πολλή απλότητα, χωρίς να προσπαθή να πείση. Άλλη απόδειξη ήταν η βέβαιη πίστη της για την επουράνια ζωή. Το μεγάλο ισόβιο ενδιαφέρον της και ο αγώνας της για την ελεημοσύνη, η αδιαφορία της για την απόκτηση υλικών αγαθών, η λαχτάρα της να μιλάη και να ακούη για τον Χριστό μας, την Παναγία μας, τους Αγγέλους, τους Αγίους- ο πόθος της και η σίγουρη ελπίδα της για την Ανάσταση, (ποτέ της όσο εκκλησιαζόταν δεν έχασε το Εωθινό Ευαγγέλιο της Κυριακής) και τέλος οι έγνοιες της, οι ευχές και οι προσευχές για όλο τον κόσμο.
Ώς άνθρωπος κι αυτή είχε τα ελαττώματα της και ελλείψει πνευματικού οδηγού και λόγω άγνοιας, μπορεί να διέπραττε μικρά συγγνωστά αμαρτήματα. Όμως η έμπρακτη αγάπη της για τον Θεό και τους ανθρώπους τα ελάφρυνε όλα.
Δεν μπορούσε να χορτάση, αν ήξερε ότι κάποιος δίπλα της πεινάει, ούτε να κοιμηθή, αν ήξερε ότι κάποιος δεν έχει κρεββάτι να μείνη. Μέσα στην πολυμελή οικογένεια της ήταν σκάνδαλο και ευλογία. Ότι μάζευε το σκόρπιζε χωρίς να λογαριάζη την γκρίνια και τις αντιδράσεις των άλλων. Ποτέ όμως δεν τους έλειψαν τα απαραίτητα, ούτε κατά την κατοχική και μετακατοχική φτώχεια.
Στο σπίτι της δεχόταν και φιλοξενούσε όλους όσοι βρίσκονταν άστεγοι στο χωριό η στο Λιβάδι του Ρόπα, όπου είχε ένα σπιτάκι και έμενε εποχιακά. Πέρασαν από το σπίτι της, έφαγαν και κοιμήθηκαν σε δύσκολους και σε εμπόλεμους καιρούς Σέρβοι, Εβραίοι, Ιταλοί, πρόσφυγες της Μ. Ασίας, ζητιάνοι, γυρολόγοι, πλανόδιοι, έμποροι, μοναχοί, ιερείς, ακόμη τσιγγάνοι, ταχυδακτυλουργοί και ψυχοπαθείς.
Η καρδιά της δεν έκανε διάκριση, έβλεπε τον κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού, που έχει ανάγκη. Έκανε ψυχικό χωρίς να αποβλέπη σε ανταμοιβή. Δεν φοβήθηκε ποτέ ούτε σκέφθηκε μήπως κινδυνεύση από τους κάθε είδους ανθρώπους που φιλοξενούσε. Σκεφτόταν απλά και πίστευε στην πρόνοια του Θεού.
Όταν έμενε στο Λιβάδι (δυό ώρες μακρυά από το χωριό), το σπίτι της γινόταν το μόνο αποκούμπι για κάθε χωριανό και μη που ξέμενε εκεί από κακοκαιρία. Το μέρος εκεί ήταν σχεδόν έρημο. Τί να τους δώση να φάνε; Δεν μεριμνούσε. «Έχει ο Θεός», έλεγε. Η αγάπη πάντα οικονομάει. Λίγο καλαμποκίσιο αλεύρι για μία κουλούρα στην χόβολη, με λίγο ρύζι με θρούμπα και δυόσμο θα χόρταιναν, όσοι κι αν ήταν. Και όταν η καρδιά της λαχταρούσε να προσφέρη και κάτι άλλο αλλά δεν είχε, συνέβαινε μερικές φορές και το εξής αξιοθαύμαστο. Έρχονταν οι γάτες από τον κάμπο που κυνηγούσαν και της έφερναν πότε ορτύκια, πότε λαγουδάκια, που αφού τα σκότωναν, τα άφηναν στα πόδια της νιαουρίζοντας. Το περίεργο ήταν ότι δεν της έφεραν ποτέ ακάθαρτο.
Εκεί στο Λιβάδι αξιώθηκε και ενός οράματος. Ενώ στεκόταν έξω από την πόρτα του σπιτιού της ένα βράδυ, είδε σε μία στιγμή τον ουρανό να αστράφτη. Νόμισε ότι θα βρέξει. Όμως το φως μεγάλωνε και έφεξε όλος ο κάμπος, σαν να ήταν μέρα. Το φως, όπως έλεγε, προερχόταν από κάτι που έβλεπε στον ουρανό που έμοιαζε σαν ολόφωτο άρμα σε σχήμα πολυελαίου. Καθώς περνούσε πάνω από το κεφάλι της, έμεινε έκθαμβη από την ομορφιά του. Το παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε στις πλαγιές ενός λόφου. (Κανείς άλλος από την γύρω περιοχή δεν το είδε, εκτός από ένα κοριτσάκι οκτώ χρόνων που έβοσκε τα πρόβατα). Σταυροκοπήθηκε, δεν μπορούσε να το εξηγήση. Ύστερα όμως ο λογισμός της είπε ότι επρόκειτο για το χερουβικό άρμα που πήγαινε σ’ ένα ερημοκκλήσι, τον άη-Γιώργη, που οι άνθρωποι το είχαν εγκαταλείψει και έμενε χρόνια αλειτούργητο.
Ζούσε με πολλή απλότητα και καθαρότητα. ΕΙΧΕ την παρουσία του Θεού κοντά της και είχε πάντα χαρά. Είχε όμως και πειρασμούς και πολλές δοκιμασίες στην ζωή της. Ο άνδρας της δεν ήταν άνθρωπος του Θεού. Ήταν νευρικός, βλασφημούσε και αυτή πληγωνόταν.
Νέος, μετά από ένα ατύχημα, έχασε εντελώς το φως του και η ίδια έπρεπε να υπομείνη την σοβαρή αυτή αναπηρία και τις συνακόλουθες παραξενιές του. Περισσότερο όταν μετά από λίγα χρόνια έπεσε, χτύπησε και έμεινε παράλυτος. Η κόρη της είχε γεννηθή ανάπηρη αλλά ήταν και αυτή ιδιότροπη, ανυπάκοη και ατύχησε πολύ στον γάμο της. Ο γυιός της μικρός ήταν πολύ φιλάσθενος. Τρεις φορές κινδύνευσε να πεθάνη. Η ευσπλαχνία του Θεού με τις προσευχές της τον γλύτωσε και του δωσε και πολλά παιδιά.
Η ίδια είχε πάντα προβλήματα με την υγεία της, που την βασάνιζαν μέχρι το τέλος της. Παρ’ όλα αυτά δεν γόγγυσε ποτέ. Πάντα ευχόταν. Έκλαιγε μετά κλαιόντων και έχαιρε μετά χαιρόντων. Προσευχόταν για όλον τον κόσμο, γνωστούς και άγνωστους, πριν κοιμηθή κάθε βράδυ. Η προσευχή της κρατούσε αρκετή ώρα.
Τελευταία αυτό που την στενοχωρούσε πολύ ήταν ότι δεν εύρισκε να κάνη ελεημοσύνη. Οι άνθρωποι πλέον δεν είχαν ανάγκες, όπως παλαιά και οι ζητιάνοι εξαφανίστηκαν. Πώς θα χόρταινε όμως χωρίς να δώση τίποτε. Αλλά ο Θεός την ευσπλαγχνίσθηκε και της έστελνε ζητιάνους. Όταν κατέβαινε κάθε πρωί από το σπίτι της, στην πόρτα της έκαναν υποδοχή κάθε είδος ζώων. Σκύλοι, γάτες, κότες, περιστέρια, σπουργίτια όλα την συνώδευαν στην αυλή του σπιτιού, σε όλα κάτι είχε να δώση, όλα καταλάβαιναν την αγάπη της, δεν την φοβόνταν, έτρωγαν μέσα από τα χέρια της, ακόμη και αυτά τα σπουργίτια που δεν πλησιάζουν σε άνθρωπο. Κοίταζε και στα πόδια της μήπως υπάρχουν μυρμήγκια να τα ταΐσει κι αυτά, και χαιρόταν τόσο πολύ, σαν την Εύα στον Παράδεισο.
Τα τέλη της ήταν χριστιανικά και ειρηνικά, όχι όμως και ανώδυνα. Ένα πρωί σηκώθηκε μετά από μέρες που είχε μείνει άρρωστη στο κρεββάτι, να ταΐσει τα πουλιά που της χτυπούσαν το τζάμι και φώναζαν, έπεσε και κτύπησε. Έκτοτε πονούσε και υπέφερε.
Ζήτησε τον παπά νάρθη να την διαβάση, γιατί έτσι πίστευε ότι θα γινόταν καλά. Ο παπάς όμως δεν ήρθε εγκαίρως. Όταν ήρθε του είπε μόλις τον είδε: «Τώρα, παπά μου, είναι αργά που ήρθες, εγώ θα φύγω απόψε».
Την τελευταία αυτή μέρα, 11 Φεβρουαρίου 1976, εορτή της Αγίας Θεοδώρας και του Αγίου Βλασίου, είχε πολλούς πόνους αλλά και μία γαλήνια χαρωπή προσμονή. Από το πρωί άρχισε να παραγγέλνη τα της κηδείας της. Τί ρούχα θα της φορούσαν, πώς και ποιοι θα την έντυναν, πώς θα την κτένιζαν, ποιοι παπάδες θάρχονταν κ.λπ.
Μετά κάλεσε νάρθουν οι γειτόνισσες και η νύφη από την οποία, αφού την χαιρέτησε, ζήτησε συγχώρηση, αν ποτέ την είχε πικράνει. Επίσης και όσους επήγαιναν να την δουν, έναν-έναν τους χαιρετούσε και ζητούσε την συγχώρηση τους. Προς το σούρουπο η ανυπομονησία της μεγάλωσε. Είπε να προσευχηθούν στον Θεό να την πάρη γρήγορα, να μην την αφήση όλη νύχτα. Δεν πίστεψαν οι συγγενείς της ότι θα έφευγε εκείνη τη νύχτα. Είπε στη νύφη της να ξυπνήση και τους άλλους, αλλά εκείνη δεν την πίστεψε, επειδή την έβλεπε να έχη τα λογικά της και την ομιλία της. Εκοιμήθη πριν από τις δύο και τα τελευταία της λόγια ήταν: «Όμορφα-όμορφα».
Οκτώ ώρες που έμεινε μέσα στο φέρετρο το σώμα της ήταν ζεστό ακόμη. Το πρόσωπο της γαλήνιο, ροδαλό, χαμογελαστό και αρυτίδωτο, σαν πρόσωπο κοριτσιού και όχι αιωνόβιας γριούλας 97 ετών.
Ο Κύριος ας αναπαύση την ψυχή της, όπως και εκείνη ελέησε και ανέπαυσε τον ίδιο στο πρόσωπο κάθε δεινοπαθούντος ανθρώπου. Αμήν.

Σημείωση:
Υπό Κωνσταντίνου Γραμμένου από τους Κουραμάδες Κερκύρας.

***

«Από το βιβλίο: «Ασκητές μέσα στον κόσμο», 11-η διήγηση.
Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, 2008.

Κατηγορίες: Άρθρα, Ιστορικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.