Κυριακή ΚΒ’ Επιστολών, προ της Υψώσεως: Καινή κτίσις – Μακαριστού Μητροπ. Πρ. Φλωρίνης, Αυγουστίνου Καντιώτου.

Γαλ. 6,11-18

«Εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε
περιτομή τι ισχύει ούτε
ακροβυστία, αλλά καινή
κτίσις»
(Γαλ. 6,15)

Δεν είνε, αγαπητοί μου, δεν είνε πολύς καιρός, που ήρθε στη μητρόπολι ένας γέρος, πολύ γέρος. Θα είχε περάσει τα ογδόντα χρόνια. Μου είπε την ιστορία του.
Εγώ, σεβασμιώτατε, ενώ ακόμα δεν είχα κλείσει τα είκοσι χρόνια μου, αναγκάστηκα να φύγω απ’ τη Μακεδονία και να πάω στην Αμερική. Εκεί δούλεψα σκληρά. Έκανα όλες τις δουλειές. Δημιούργησα περιουσία και οικογένεια. Και, δόξα τω Θεώ, ζούμε καλά. Αλλά τώρα που γέρασα και κατάλαβα πως πλησιάζει η ώρα να φύγω απ’ αυτό τον κόσμο, γεννήθηκε μέσα μου μια επιθυμία· πεθύμησα να γυρίσω στην πατρίδα. Και ήρθα. Βρίσκομαι εδώ μερικούς μήνες. Πόσο άλλαξαν όλα εδώ! Τα βουνά και τα ποτάμια έμειναν βέβαια τα ίδια. Αλλά τα χωριά και ιδίως οι πόλεις μας άλλαξαν. Πριν φύγουν, ήταν ακόμα οι Τούρκοι εδώ. Βρωμιά και ακαθαρσία υπήρχε παντού. Τα περισσότερα σπίτια ήταν μικρά και σαν καλύβες. Τώρα νέοι δρόμοι, νέες πλατείεες, νέα κτήρια, νέα σχολεία, νέες εκκλησίες. Όλα καινούρια. Η Θεσσαλονίκη, που ήταν άλλοτε μια βρώμική πόλις, τώρα είνε μια όμορφη και μεγάλη πόλις. Και η μικρή μας Φλώρινα πόσο όμορφη είνε τώρα! Πολύ προώδευσε η πατρίδα μας. Μέσα στα εξήντα χρόνια που έλειπα, παρ’ όλη τη φτώχεια, τους πολέμους και τις διάφορες περιπέτειες που πέρασε αυτός ο τόπος, έγινε το θαύμα. Ευχαριστώ και δοξάζω το Θεό, γιατί μέσ’ απ’ τη φωτιά και τα ερείπια μια καινούρια Ελλάδα ξεπροβάλλει.
Αυτές ήταν οι εντυπώσεις του γέροντα μετανάστη, που έπειτα από εξήντα χρόνια γύρισε στην πατρίδα. Απ’ αυτά που είπε παίρνουμε αφορμή για να σας μιλήσουμε πάνω σ’ ένα νόημα του σημερινού Αποστόλου, που μιλάει για μια καινούρια κτίσι, για ένα καινούριο κόσμο.

***********

Ναι, είνε μια πραγματικότης, ότι απ’ τη φωτιά και τα ερείπια μια νέα Ελλάδα προβάλλει ως προς τα κτήρια, τους δρόμους και τις πλατείες. Αυτό το βλέπει κανείς όχι τόσο στα μικρά μας χωριά, που συνεχώς ερημώνονται, αλλά στις πόλεις, και ιδίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Στις πόλεις αυτές ό, τι είνε παλιό γκρεμίζεται και χτίζεται νέο. Σ’ όλους σχεδόν τους δρόμους ακούγεται ο θόρυβος μηχανημάτων, που διαρκώς γκρεμίζουν και χτίζουν. Πρωτοφανής οικοδομικός οργασμός. Και αυτός ο οργασμός πρέπει να μας κάνη να θυμηθούμε κάποια λόγια, που είπε ο Χριστός. Τι είπε ο Χριστός; Προφήτευσε και είπε, πως θα ‘ρθουν μέρες, που οι άνθρωποι θα έχουν στρέψει την καρδιά τους και το μυαλό τους όλο στα υλικά πράγματα, στο τι θα φάνε, τι θα πιούνε, πως θα διασκεδάσουν, τι θα πουλήσουν, τι θ’ αγοράσουν, τι σπίτια και τι μέγαρα θα χτίσουν· κι όλ’ αυτά σαν να πρόκειται να ζήσουν αιωνίως μέσα στην ηδονή και την απόλαυσι της γης. Και δεν ξέρουν οι ταλαίπωροι άνθρωποι των τελευταίων καιρών θα μοιάζουν με τους ανθρώπους που ζούσαν την εποχή του Λωτ στα Σόδομα και Γόμορρα. Τι ήταν τα Σόδομα και Γόμαρρα; Μεγάλες, πλούσιες και όμορφες πόλεις. Όλα τα υλικά αγαθά τα είχαν οι κάτοικοι των πόλεων εκείνων. Αλλά Θεό δεν πίστευαν. Θεός τους ήταν η σάρκα τους, τα λεφτά τους, τα σπίτια τους, τα χωράφια τους. Δούλευαν στα αισχρότερα πάθη. Καμμιά ανώτερη σκέψις δεν περνούσε απ’ το μυαλό τους. Κανένα ευγενικό αίσθημα δεν συγκινούσε την καρδιά τους. Ζούσαν σαν τα κτήνη, χειρότερα από τα κτήνη· κάνανε πράγματα που δεν τα κάνουν τα κτήνη. Μέσα σε όμορφα σπίτια γίνονταν οι μεγαλύτερες ασχήμιες και βρωμιές. Και μόνο ένα σπίτι έμεινε καθαρό, το σπίτι του Λωτ. Κι αυτό ήθελαν να το μολύνουν οι ακάθαρτοι και βδελυροί άνθρωποι. Αλλά το φύλαξε ο Θεός. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι της εποχής του Λωτ. Έμειναν ατιμώρητοι; Όχι. Η οργή ήρθε. Ήρθε σε μια ώρα που δεν περίμεναν. Άνοιξαν τα ουράνια κ’ έβρεξαν φωτιά και θειάφι και λαμπάδιασε ο τόπος. Όλα κάηκαν. Τίποτα δεν έμεινε. Μόνο ο Λωτ σώθηκε και η οικογένειά του, εκτός απ’ τη γυναίκα του, Όποιος θέλει να δη, πως η Αγία Γραφή περιγράφει την καταστροφή των Σοδόμων και Γομόρρων, ας διαβάση το 20ο κεφάλαιο της Γενέσεως.
Ό, τι έγινε στα Σόδομα και Γόμορρα, θα γίνη και πάλι. Θα συμβή, λέει η προφητεία του Χριστού, σε πιο μεγάλη έκτασι τους τελευταίους καιρούς. Πόλεις μεγάλες, πλούσιες και όμορφες θα καταστραφούν ξαφνικά, όπως καταστράφηκαν τα Σόδομα και Γόμορρα. Γιατί μέσα στις πόλεις οι άνθρωποι έπαυσαν να ζουν σαν χριστιανοί. Τι λέμε; Όχι σαν χριστιανοί, αλλ’ ούτε σαν άνθρωποι, ούτε σαν ζώα δεν ζουν. Χειρότεροι απ’ τα ζώα κατήντησαν.
Τι να τις κάνουμε λοιπόν τις όμορφες οικοδομές, όταν μέσα σ’ αυτές δεν κατοικούν άνθρωποι με Χριστό; Μια καλύβα μ’ έναν άγιο άνθρωπο αξίζει περισσότερο από μια μεγάλη πόλι, που έχει ωραία και μεγάλα κτήρια, αλλά δεν έχει ανθρώπους που να πιστεύουν και ν’ αγαπάνε το Χριστό.

*************

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω· Που κατοικείτε; Δεν ρωτάω, που κατοικούν τα κορμιά σας. Ξέρω, πως μια κατοικία περιμένει όλους μας, πλουσίους και φτωχούς, ο τάφος. Ρωτάω, που κατοικούν οι ψυχές σας. Αχ, αν είχαμε μάτια θεϊκά και βλέπαμε που κατοικεί η ψυχή μας! Θα βλέπαμε, ότι η ψυχή μας ζη μέσα σ’ ένα άθλιο περιβάλλον γεμάτο από ακαθαρσίες. Ζη μέσα σ’ ένα σπίτι παμπάλαιο, γεμάτο αράχνες και ερπετά και που μυρίζει μούχλα. Και το σπίτι αυτό, που δεν εννούμε να το γκρεμίσουμε και να το αλλάξουμε, αλλ’ εξακολουθούμε να μένουμε μέσα, έχοντας συντροφιά τα ακάθαρτα πνεύματα, είνε ο εαυτός μας, ο αμαρτωλός εαυτός μας, ο «παλαιός άνθρωπος», όπως τον λέει ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 6,6· Εφ. 4,22· Κολ. 3,9).
Εσφαλμένες ιδέες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες, ελαττώματα και κακίες, πονηρές σκέψεις, βρωμερά λόγια, παράνομα και αισχρά έργα, κλεψιές, ψευδορκίες, πορνείες, μοιχείες, άλλες ακαθαρσίες, φόνοι, φρικτές βλασφημίες, αυτά όλα είνε τα υλικά, με τα οποία ο διάβολος χτίζει, με τη θέλησί μας, το σπίτι της ψυχής μας.
Σ’ αυτό το παλιόσπιτο, που λέγεται «παλαιός άνθρωπος», θα εξακολουθήση να μένη η ψυχή σας; Δεν τη λυπάστε; Φροντίζετε να χτίζετε ωραία σπίτια για να κατοικούν τα κορμιά σας λίγον καιρό, και αδιαφορείτε για την κατοικία της ψυχής σας; Θα μένετε ακόμα στο παλιό σπίτι;
Γκρεμίστε το! Ακούγεται μια φωνή, και στη θέσι του χτίστε την καινούργια κατοικία της ψυχής σας. Νέες ιδέες, νέα αισθήματα, νέες πράξεις και έργα, εντελώς αντίθετα από τα προηγούμενα, θα είνε τα υλικά της καινούργιας κατοικίας. Αυτά τα υλικά θα σου τα δώση, άνθρωπέ μου, ο Χριστός, όταν πραγματικά πιστέψης σ’ αυτόν και μετανοήσης ειλικρινά και ζητήσης τη βοήθειά του. Μόνος σου δεν μπορείς να χτίσης την καινούργια κατοικία. Θα σου τη χτίση ο Χριστός, αν του δώσης την καρδιά σου. Τότε θα γίνης νέος άνθρωπος, νέα δημιουργία, η «καινή κτίσις» (Γαλ. 6,15), για την οποία μιλάει ο σημερινός Απόστολος.

Από το βιβλίο: Μακαριστού Μητροπ. Πρ. Φλωρίνης, Αυγουστίνου Καντιώτου: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: (Σύντομα κηρύγματα επί των Αποστολικών Περικοπών). Γ’ έκδοσις. 2000.

Παράβαλε και:
Κυριακή ΚΒ. Επιστολών: Το Αποστολικόν Ανάγνωσμα της Θ. Λ., “Κύκνος και Γερανός”, λόγος του αειμνήστου Μητροπ. Νικαίας Γεωργίου Παυλίδου.

Κατηγορίες: Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.