Κοντάκιο στην ψηλάφηση του Αποστόλου Θωμά – Αγίου Ρωμανού του μελωδού.


Προοίμιον Ι

Με το δεξί του χέρι τη ζωοδότρα πλευρά Σου ο δυσκολόπιστος Θωμάς εξέτασε, Χριστέ και Θεέ.
Καθώς, λοιπόν, εμπήκες ενώ ήσαν σφαλισμένες οι πόρτες,
έλεγε μαζί με τους λοιπούς Αποστόλους:
«Κύριος είσαι και Θεός μας».
Προοίμιον ΙΙ
Ο δισταγμός του Θωμά πίστη αναμφίβολη
Σωτήρα, έγινε πράγματι με σχέδιο δικό Σου,
για να μην έχει ενδοιασμό ποτέ κανείς για την Ανάστασή Σου.
Μιας και δεν εφανέρωσες μονάχα τον Εαυτό Σου στο Θωμά,
αλλά και έδειξες τις τρύπες των καρφιών και την πληγή της λόγχης˙
γι’ αυτό και Σ’ ομολόγησε:
«Κύριος είσαι και Θεός μας».
Προοίμιον ΙΙΙ
Απιστώντας για την εκ νεκρών Ανάστασή Σου
και εξετάζοντας τη θεϊκή πλευρά Σου
με πίστη έλεγεν ο Δίδυμος Θωμάς:
«Συμπάθησέ με, Δέσποτα, που σε ψηλάφησα με θράσος
και καλοδέξου, Φιλάνθρωπε, εμέ που δε διστάζω πια,
αλλά με πίστη φωνάζω:
«Κύριος είσαι και Θεός μας¨».

Οίκοι
α’ Ποιός εφύλαξεν ετότε άκαυτο του μαθητή το χέρι,
όταν πλησίασε την πύρινη πλευρά του Κυρίου;
Ποιός της έδωκε τόλμη και μπόρεσε να ψηλαφήσει
κόκκαλο που ‘βγαζε φωτιά; Σίγουρα η πλευρά που ερευνήθηκε.
Αν η πλευρά πραγματικά δε χορηγούσε δύναμη,
πώς χέρι πήλινο θα μπόραγε ν’ αγγίξει
πληγές που εσυγκλόνισαν τα άνω και τα κάτω;
Αυτή είναι η χάρη που εδόθη στο Θωμά,
να ψηλαφήσει την πλευρά και να φωνάξει στο Χριστό:
«Κύριος είσαι και Θεός μας».

β’ Όντως η βάτος μεσ’ στη φωτιά φλεγότανε μα δεν κατακαιγότανε.
Όντως το χέρι του Θωμά με πείθει για όσα γράφει ο Μωυσής.
Αν και ήτανε πράγματι από σάρκα σαθρή και σαν αγκάθι, δεν κάηκε
καθώς άγγιξε πλευράν όμοια με φλόγα αναμμένη.
Και τότε η φωτιά πάνω στη βάτο ήρθε,
τώρα όμως στη φωτιά απλώθη το βατώδες χέρι
και φάνηκεν ο ίδιος Θεός με δύο υποστάσεις.
Έτσι πιστεύω, έτσι δοξολογώ
τον Ίδιο Θεόν μαζί και άνθρωπο και λέγω:
«Κύριος είσαι και Θεός μας».

γ’ Υπέγραψε δηλαδή σίγουρα για μένα αυτής της πίστεως τον όρο
ο Θωμάς με το χέρι του, αφού με το ν’ αγγίξει το Χριστό
έγινε σαν πέννα γραμματέως ταχυγράφου
και δείχνει στους πιστούς από πούθε η πίστη ξεπηγάζει.
Ο Ληστής από ‘κει ήπιε και μετανόησε,
από ‘κει οι Μαθητές πότισαν την καρδιά τους,
από ‘κει ο Θωμάς άντλησε τη γνώση όσων ζητούσε.
Πίνει, λοιπόν, πρώτος, έπειτα ποτίζει.
Απίστησε για λίγο και πολλούς έπεισε να λένε:
«Κύριος είσαι και Θεός μας».

δ’ Τί δηλαδή συνέβη; Ή για ποιό λόγο και πώς ο Απόστολος απίστησε;
Να ρωτήσουμε, αν θέλετε, το γιο του Ζεβεδαίου.
Περίτρανα, λοιπόν, ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο έγραψε τα λόγια του Δίδυμου.
Λέει δηλαδή ο σοφός Ευαγγελιστής: Μετά την Ανάσταση του Χριστού
οι άλλοι Μαθητές είπαν στο Θωμά:
«Τον Κύριο, φίλε, είδαμε εδώ».
Κι ο Θωμάς αμέσως τους απάντησε:
«Σεις που είδατε το Χριστό μην το κρύβετε αλλά φωνάξτε:
«Κύριος είσαι και Θεός μας».

ε’ Σ’ όλο τον κόσμο ν’ αναγγείλετε όσα είδατε και ακούσατε.
Το λυχνάρι μη βάλετε κάτω απ’ τον κάδο, Μαθηταί.
Όσα λέτε στα κρυφά, φανερά να τα κηρύξετε.
Έξω με θάρρος φανερωθείτε.
Ακόμα είστε στη φωλιά και θέλετε θάρρος.
Φωνάξτε δυνατά και με κλεισμένες πόρτες.
Πείτε το βοερά με δυνατή φωνή: «Είδαμε το Δημιουργό».
Σ’ όλους να γίνει φανερό, ο κόσμος να το μάθει,
να διδαχθούνε οι θνητοί να λεν στον Αναστάντα:
«Κύριος είσαι και Θεός μας».

ς’ Πώς μπορώ να σας πιστέψω λόγια απίστευτα ακούγοντας;
Αν όντως ήλθ’ ο Λυτρωτής, το δούλο θα ζητούσε.
Αν η ημέρα έλαμψε, πόδι η νύχτα θάπαιρνε.
Αν ο Ποιμένας έκαμε πραγματικά εμφάνιση, το πρόβατο θα φώναζε.
Ερώτησεν άλλοτε: «Πού θάψατε το Λάζαρο;»
Όμως τώρα δεν είπε: «Πού είναι ο Θωμάς;»
Και ξέχασε αυτόν που ήθελε μαζί Του να πεθάνει;
Άπιστος θα είμαι, μέχρις ότου να δω.
Μόλις δω και αγγίξω, θα πιστέψω και θα πω:
«Κύριος είσαι και Θεός μας¨».

ζ’ Την ώρα που ‘λεγε ο Θωμάς τέτοια στους αδελφούς του,
κοντά τους ήλθεν ο Σωτήρας, το θάρρος των φοβισμένων,
η τόλμη η αγία των δειλών και εξορίστων.
Στους Μαθητές εφάνηκεν ανάμεσα και με πόρτες κλεισμένες.
Κι όταν Τον είδεν ο Θωμάς, σκύβει κάτω το πρόσωπο
κι από μέσα του έλεγε: «Τί να κάνω;
Τώρα πως ν’ απολογηθώ σ’ αυτούς που πριν δεν πίστεψα;
Στον Πέτρο τί να πω; Στους άλλους ν’ απαντήσω τί;
Αυτούς που χλεύασα πριν, πώς να τους πείσω και να πω:
«Κύριος είσαι και Θεός μας;»

η’ Κι εγώ μακάρι να σιωπούσα, καθώς ο Ιησούς στη δίκη,
μα μ’ έκαμε να ομιλήσω η θέα κείνων που χαιρόντουσαν.
Με παρακίνησαν τα λόγια αυτών που φώναζαν χαρούμενα:
«Είδαμε όντως Ζωντανό Αυτόν που θέλησε και πέθανε».
Βλέποντας το λοιπόν ολόχαρο τον Πέτρο που ‘πεσε στην άρνηση
και πάλιν ευχαριστημένους αυτούς που με τον Πέτρο έφυγαν
εζήλεψα και ζήτησα πραγματικά να πάρω μέρος στη χαρά τους.
Από φιλότιμο, λοιπόν, είπα αυτά προηγουμένως.
Μη με μαλώσεις, Ιησού μου, αλλά καλόδεξέ με να Σου λέω:
¨Κύριος είσαι και Θεός μου¨.

θ’ Σύγχυση και σκοτάδι μου ‘φεραν τα λόγια των συμμαθητών μου˙
όντως αυτά δεν με εφώτισαν ούτε άναψαν στην ψυχή μου
τη λαμπάδα του θαύματος, που τώρα βλέπω απροσδόκητα.
Δηλαδή το Χριστό ξαναβλέπω, αν και κλειστές είναι οι πόρτες.
Αν μου ‘διναν να καταλάβω πως ήρθε με αυτό τον τρόπο,
την απιστία θα απόφευγα αφού να θυμηθώ θα ημπορούσα
τη Σύλληψή Του και τη Γέννηση απ’ τη Μαρία την Παρθένο.
Μου είπαν δηλαδή μονάχα πως Τον είδαν.
Κι όποιος δεν Τον είδε, πώς μπορεί να λέει:
¨Κύριος είσαι και Θεός μας;¨

ι’ Έτσι μιλώντας μόνος του ο Δίδυμος μιλούσε και προς το Θεό μας.
Κι Αυτός που εξετάζει τις ψυχές καθώς είδε το Θωμά
νάχει συντριβή και πόνο όπως τον Τελώνη άλλοτε
τον ελυπήθη και του λέγει: «Βάλε το χέρι σου εδώ,
γιατί εδίστασες; Λέγε μου, ολιγόπιστε.
Ή τί απ’ τη ζωή μου απίστευτο σου φάνηκε;
Η Σταύρωση, ο Θάνατος, ή μήπως η Ανάσταση;
Και μέχρι πότε για Εμένα θ’ αμφιβάλεις;
Αυτόν που λαχταρούσες ν’ αντικρύσεις να, βλέποντάς με φώναξε:
¨Κύριος είσαι και Θεός μας¨.

ια’ Για λίγο στον Τάφο κοιμήθηκα και τρεις μέρες μετά αναστήθηκα.
Για σένα και τους ομοίους σου κειτόμουνα στο Μνήμα.
Κι εσύ αντί για ευχαριστώ, μου πρόσφερες την απιστία;
Άκουσα όντως όσα είπες εσύ προς τους συμμαθητάς σου».
Με τούτα ο Θωμάς φοβήθηκε και δυνατά εφώναξε:
«Μη με κατηγορείς, Σωτήρα, γιατί πάντα Σε πιστεύω,
στον Πέτρο όμως και στους άλλους να πιστέψω δυσκολεύομαι.
Γνωρίζω φυσικά πως ψέματα αυτοί δε λένε,
μα στη δύσκολη ώρα φοβήθηκαν να Σου φωνάξουν:
¨Κύριος είσαι και Θεός μας¨».

ιβ’ Βλέποντας τότε το Θωμά να θέλει από πάνω του να βγάλει
τη μομφή της απιστίας ο Παντεπόπτης αποκρίθηκε σ’ αυτόν:
«Κι εσύ ήσουνα μαζί τους τον καιρό που ανεφέρθης,
γιατί όλοι μοναχόν με αφήκατε να πάσχω.
Ήτανε δύσκολος καιρός, Δίδυμε, μην κατηγορείς˙
για τούτον λέει κι η Γραφή: ¨Θα χτυπήσω τον Ποιμένα
και ένα γύρο θα σκορπίσω του κοπαδιού τα πρόβατα¨.
Αυτά που λέγω σκέψου τα, αυτό που είπες πράξε.
Θέλεις να με ψηλαφήσεις; Ψηλάφησέ με λέγοντας:
¨Κύριος είσαι και Θεός μας¨».

ιγ’ Ώ τι θαύμα, ώ τι ανοχή, ώ τι πραότητα αμέτρητη.
Ψηλαφιέται ο Άπιαστος, κρατιέται από δούλο
και δείχνει τα σημάδια των πληγών ο Κύριος στον υπηρέτη,
τις οποίες καθώς είδε να Του κάνουνε η κτίση εταρακουνήθηκε.
Αφού με τέτοιες ο Θωμάς αξιώθηκε τιμές,
στέλνει δέηση σ’ Αυτόν που του χάρισεν αξία
και του λέγει: «Ανοχή, ώ Αφέντη, δείξε Συ στην προπέτεια τη δική μου.
λυπήσου το χορτάρι, πάρε μου το φόρτωμα,
της απιστίας ανακούφιση να λάβω για να ψάλω και να πω:
¨Κύριος είσαι και Θεός μας¨.

ιδ’ Μείνε, Κύριε, λίγες μέρες να Σε χαρώ για να μπορέσω,
δικός Σου εγώ, ας μου το κάνεις. Υπομονή σε ξένους έδειξες,
υπόμεινε και τον δικό Σου και τις πληγές Σου δείξε μου,
για να αντλήσω και να πιω απ’ αυτές ωσάν από πηγές.
Ας μη με κάψεις, Λυτρωτή, γιατί Εσύ φωτιά υπάρχεις
που θέλησες και έλαβες και φύση ανθρώπινη.
Λοιπόν, παρακαλώ, απόκρυψε τη θεϊκή Σου φύση, όσο γίνεται.
Σωτήρα μου, να με δεχτείς σαν την αιμορροούσα.
Την άκρια του φορέματός Σου δε βαστώ, αγγίζω Εσένα λέγοντας:
¨Κύριος είσαι και Θεός μας¨».
ιε’ «Άκουσες μια φορά, καλέ μου μαθητή, την απιστία άφησε και πίστεψε.
Να μη φοβάσαι, επειδή εσένα δεν σε καίω, φυλάγω τους δικούς μου.
Το ίδιο δίδαξα να κάνει της Βαβυλώνας το καμίνι
κι Εγώ ακόμα περισσότερο το ίδιο κάνω και διδάσκω.
Μήπως εσύ είσαι κατώτερος απ’ την αμαρτωλή την πόρνη,
που άλειψε με μύρο το κεφάλι μου
και σκούπισε με τα μαλλιά τα άγια μου τα πόδια;
Έλα, φίλε μου, λοιπόν, με μύρα μη μ’ αλείψεις,
γίνε με την πίστη πηγή ευωδίας και λέγε μου:
«Κύριος είσαι και Θεός μας ¨».

ις’ «Ναι, Φιλάνθρωπε, κι εγώ μύρα θα Σου προσφέρω,
με τρόπο διάφορο από την πόρνη τότε.
Δεν έρχομαι στο μυροπώλη λέγοντας: «Δος μου μύρο».
Την πίστη μου προσφέρω σε Σένα πούχεις απ’ το μύρο
πιο πολύτιμη την Πλευρά αυτήν, που κρατώ κι ευφραίνομαι.
Τη συγκατάβασή Σου την αληθινή δοξολογώ, Χριστέ,
πώς έγινες άνθρωπος, για να σώσεις τον άνθρωπο
που έπλασες από των ειδώλων την ματαιότητα.
Και ραπίσματα, Σωτήρα, καταδέχτηκες
κι εμένα ν’ απαλλάξεις απ’ τα πάθη, που φωνάζω:
¨Κύριος είσαι και Θεός μας¨».

ιζ’ «Άκουσε όμως και μάθε καλά, γιατί του Σοφού έγινες μέτοχος˙
Εγώ η Σοφία του Θεού στους ανθρώπους έγινα γνωστός,
ευτυχισμένος είσαι που πιστεύεις˙ και μακαρίζω περισσότερο
αυτούς που μόνον άκουσαν και πίστεψαν σε μένα.
Εσύ τώρα ψηλαφώντας με εγνώρισες τη δόξα μου,
εκείνοι όμως τα λόγια μου ακούν και προσκυνούνε.
Κι αξία έχουνε μεγάλη αυτοί που έτσι με πιστεύουν.
Εσύ με βλέπεις ως μαθητής μου,
κι εκείνοι ως άγιοι δούλοι που λένε:
¨Κύριος είσαι και Θεός μας¨».

ιη’ Με τη Χάρη Σου, Ύψιστε, στήριξε την ψυχή και το σώμα και σώσε με,
για να παίρνω τη Χάρη Σου την Πλευρά ακουμπώντας,
βρίσκοντας λύτρωση των κακών μου το Σώμα και το Αίμα Σου,
των παραπτωμάτων άφεση για να ‘βρω.
Ο Θωμάς ψηλαφώντας Σε τώρα τη δόξα Σου γνώρισε,
όμως εγώ δειλιάζω, γιατί το θέλημά Σου ξέρω.
Τα έργα μου καλώς γνωρίζω, με συνταράζει η συνείδηση.
Λυπήσου, Σωτήρα μου, λυπήσου, Σπλαχνικέ
ώστε με λόγια και με έργα αδιάκοπα να Σου φωνάζω:
«Κύριος είσαι και Θεός μας».
13 Ιουνίου 1989. Ακυλίνης μάρτυρος.

ΡΩΜΑΝΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ «ΥΜΝΟΙ»
Μετάφραση Αρχιμανδρίτης
ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ
ΤΟΜΟΣ Γ’
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ
Από σελ. 546 – 561

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.