Η στελέχωση του Οθωμανικού Στρατού: Τακτικές προσαρμογές και αναδιοργανώσεις των εμπολέμων του Α’ Βαλκανικού πολέμου – Δημητρίου Γ. Θαλασσινού.

Η στελέχωση του Οθωμανικού Στρατού.

Η επανάσταση των Νεοτούρκων του 1908, επηρέασε πολύ τη στρατιωτική κατάσταση στην αχανή χώρα, αφού η τοποθέτηση νεαρών αξιωματικών που στήριξαν το κίνημα σε καίριες κυβερνητικές θέσεις, επέφερε σημαντικές δομικές και λειτουργικές αλλαγές. Η νομοθεσία του 1910 άλλαξε τελείως το σύστημα συγκρότησης του οθωμανικού στρατού. Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η επέκταση της υποχρέωσης στρατιωτικής θητείας και στους χριστιανούς υπηκόους της αυτοκρατορίας, μια τακτική όχι φυσικά καινούρια, η οποία ωστόσο είχε ατονήσει επειδή οι περισσότεροι χριστιανοί εξαγόραζαν τη θητεία.

Αυτή η απόφαση συνάντησε ποικίλες αντιδράσεις ανάμεσα στους παλιούς αξιωματικούς, επειδή θα ανέτρεπε την παραδοσιακή λογική στρατολόγησης που βασιζόταν στις περιφέρειες. Ο Νόμος του 1910 όριζε κοινή στρατιωτική θητεία από τα 20 έως τα 45 χρόνια: Τρία χρόνια θητείας στον τακτικό στρατό, έξι χρόνια στην εφεδρεία, εννέα χρόνια σε τοπικές στρατιωτικές μονάδες, ένα είδος εθνοφρουράς και τα υπόλοιπα επτά στον στρατό των εθελοντών .

Το καλοκαίρι του 1912 ο οθωμανικός στρατός αποτελείτο από στρατιωτικές επιθεωρήσεις οι οποίες με τη σειρά τους αποτελούνταν από σώματα και μεραρχίες. Στα ευρωπαϊκά εδάφη στάθμευαν δυο στρατιές, η Πρώτη στην Κωνσταντινούπολη και η Δεύτερη στη Θεσσαλονίκη. Τα επτά υφιστάμενα Σώματα Στρατού ήταν κατανεμημένα ως εξής: Πρώτο Σώμα στην Κωνσταντινούπολη, Δεύτερο στη Ραιδεστό, Τρίτο στο Λόζενγκραντ, Τέταρτο στην Αδριανούπολη, Πέμπτο στη Θεσσαλονίκη, Έκτο στη Βίτολα (Μοναστήρι) και Έβδομο στα Σκόπια. Στην περιοχή της Αλβανίας βρίσκονταν και τρεις ανεξάρτητες μεραρχίες, η 22η, η 23η και η 24η. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκαν σχολές εφέδρων αξιωματικών για όλα τα όπλα (Πεζικό, Πυροβολικό, Ιππικό, Μηχανικό) και το Ναυτικό. Ο εκσυγχρονισμός του Σώματος των αξιωματικών απαιτούσε μακροχρόνιες προσπάθειες.

Το 1912, από τους 18.000 αξιωματικούς του οθωμανικού στρατού, μόνο οι 9.000 ήταν απόφοιτοι στρατιωτικών ακαδημιών και οι υπόλοιποι είχαν προαχθεί από τις τάξεις των υπαξιωματικών. Πολλοί από αυτούς ήταν εντελώς αγράμματοι, γεγονός που προκαλούσε αμφιβολίες για την ικανότητά τους να οδηγήσουν τα στρατεύματα στη μάχη.

Η διάταξη των δυνάμεων ήταν κατά βάση αμυντική. Στόχος ήταν να εξασφαλιστεί η μεθόριος από τον Αμβρακικό έως το Μέτσοβο, ενώ απαιτούνταν συνεχείς μεταβολές και αναδιοργανώσεις ανάλογα με την τακτική κατάστασης. Τα ελληνικά τμήματα ενισχύονταν συνεχώς με τμήματα πεζικού, πυροβολικού και ιππικού που αποδεσμεύονταν τμηματικά από τη Μακεδονία, με τμήματα εθελοντών Κρητών, Ηπειρωτών η Ερυθροχιτώνων – Γαριβαλδινών και τμήματα που συγκροτούνταν ad hoc από τα έμπεδα της Αθήνας για να καλύπτουν τα κενά.

Τακτικές προσαρμογές και αναδιοργανώσεις.

Γενικά, τα εδαφικά δεδομένα επέβαλαν διαφορετικές τακτικές από αυτές του κυρίως μετώπου, κυρίως δράση μικρών, μεικτών αποσπασμάτων μεικτής συγκρότησης (Πεζικό, Πυροβολικό, Μηχανικό) ώστε να εξασφαλίζονται γρήγορες κινήσεις και μέγιστη επιχειρησιακή αυτοτέλεια.

Από τις 6 Οκτωβρίου 1912 έως το τέλος των εχθροπραξιών, σχηματίστηκαν στην Ήπειρο συνολικά 12 τακτικά αποσπάσματα που πήραν το όνομα της περιοχής ή του τομέα όπου θα αναπτύσσονταν, είτε το όνομα του διοικητή τους: Απόσπασμα Γριμπόβου, Κιάφας, Πεδινού Τομέα, Μπότσαρη, Σπηλιάδου, Μετσόβου, Μαλάμου, Αγίων Σαράντα, Γρεβενών, Πραμάντων, Ηπίτου (Αχέροντα) και το Αποβατικό Σώμα Χειμάρρας. Το μέτωπο πράγματι προσφερόταν για πειραματισμούς σε οργανωτικό και τακτικό επίπεδο, όπως ο συντονισμός πεζικού και πυροβολικού σε δύσκολο ορεινό έδαφος, παράτολμες αποβατικές ενέργειες και αξιοποίηση εθελοντικών σωμάτων που θα συνεισέφεραν τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στην εξασφάλιση της ειρήνευσης των κατακτημένων εδαφών με τη μορφή πολιτοφυλακής.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1912 ο στρατός της Ηπείρου είχε περίπου την αριθμητική δύναμη μιας μεραρχίας. Αποτελούνταν από ένα ενισχυμένο σύνταγμα πεζικού (15ο), πλαισιωμένο από τρεις μοίρες πυροβολικού, μια ίλη ιππικού (μονάδα μάλλον άχρηστη στο δύσβατο έδαφος της Ηπείρου), έναν λόχο Μηχανικού και, το βασικότερο, τέσσερα τάγματα Ευζώνων που θεωρούνταν επίλεκτες μονάδες ακόμα και πριν δοκιμαστούν στη μάχη. Ένα σύνολο 7.915 οπλιτών και 282 αξιωματικών, προφανώς ανεπαρκές για να φέρει σε πέρας μια εκστρατεία από την Άρτα έως τα εδάφη που σύντομα θα ονομάζονταν Αλβανία, χωρίς συχνή αιμοδοσία ενισχύσεων.

Οι Τούρκοι δεν βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση, αν και οι τοπικές στρατιωτικές δυνάμεις ήταν διπλάσιες από τις ελληνικές. Έφταναν τους 20.000 άνδρες, κατανεμημένους σε δύο μεραρχίες: την 23η Μεραρχία Yanya (Nizam) και την 23η Μεραρχία Εφέδρων που αποτελούνταν από έφεδρους και εθνοφρουρούς, με ανάλογο πυροβολικό, ιππικό και βοηθητικές μονάδες. Τα στρατεύματα δεν ήταν ακριβώς πρώτης γραμμής αλλά η άμυνα της περιοχής είχε οργανωθεί με πυρήνα τα πολύ ισχυρά οχυρωματικά έργα στον ορεινό όγκο των Ιωαννίνων – το περίφημο Μπιζάνι – και διοικητής ήταν ο Εσάτ Πασάς, ένας πολύ ικανός αξιωματικός.

Από το βιβλίο του Δημητρίου Γ. Θαλασσινού: Α’ Βαλκανικός πόλεμος: 1 Οι Ναυτικές επιχειρήσεις… 2 Ηπειρος 1912-1913.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Ιστορικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.