Επιστολή 2-α, στον φίλο Γρηγόριο – Μεγάλου Βασιλείου.

(Η Επιστολή γράφηκε τον πρώτο χρόνο της ασκήσεως του Βασιλείου στα Αννησα, το 358/9. Ο,τι ακολουθεί αποτελεί αξιοθαύμαστο διάγραμμα του ασκητικού βίου. Περιγράφει και δεοντολογεί την προσευχή, τη φυλακή του νου, τις πνευματικές αναβάσεις, το ρόλο και την αξία της ησυχίας, τη σημασία του φαγητού και της εξωτερικής εμφανίσεως. Το θαυμαστό είναι ότι το κείμενο τούτο, από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα της ασκητικής γραμματείας, γράφηκε από ασκητή που ακόμα δεν ήταν ούτε 30 ετών και δεν είχε καλά – καλά ασκητέψει ούτε 12 μήνες.)

1. Σε αναγνώρισα στην επιστολή σου, όπως αναγνωρίζει κανείς τα παιδιά από τους γονείς, με την ομοιότητα που έχουν τα μεν στους δε. Διάβασα την αποψή σου, πως δεν παίζει κάποιο σπουδαίο ρόλο το τοπίο (1), ώστε να προκαλέσει κάποια παρόρμηση της ψυχής για τη συμβίωση μ’ εμάς, πριν μάθεις κάτι για τον τρόπο ζωής. Δικός σου πράγματι ήταν αυτός ο συλλογισμός και της δικής σου ψυχής, που όλα εδώ κάτω τα θαρρεί μηδαμινά μπροστά στην υποσχεμένη σ’ εμάς μακαριότητα. Όσο για μένα, ο,τι κάνω ο ίδιος εδώ πέρα νύχτα και μέρα, ντρέπομαι να το γράψω. Παράτησα λοιπόν την παραμονή μου στην πόλη, σαν πηγή αφορμών για μύρια δεινά, κι έτσι μπόρεσα ν’ αφήσω κατά μέρος και τον εαυτό μου. Αλλά μοιάζω μ’ αυτούς που βρίσκονται στο πέλαγος και χωρίς πείρα όντας από ταξίδια, λιποψυχούν κι υποφέρουν από ναυτία.

Τους στενοχωρεί το μεγάλο σκάφος, γιατί κουνιέται πολύ. Μπαίνουν λοιπόν στη φελούκα η στο βαρκάκι. Αλλά πάλι τους πιάνει η θάλασσα και δεν ξέρουν πια τι να κάνουν, γιατί τους έρχεται κι εδώ η αναγούλα κι η πίκρα στο στόμα. Το ίδιο και μ’ εμάς συμβαίνει. Φέρνοντας μαζί μας παντού τα πάθη που φωλιάζουν μέσα μας, στις ίδιες ταραχές βρισκόμαστε. Κι η κατάληξη είναι ότι τίποτα το σπουδαίο δεν κερδίσαμε απ’ αυτή την ερημία. Τι έπρεπε να κάνουμε; Να βαδίσουμε στα ίχνη εκείνου που μας οδηγεί στη σωτηρία λέγοντας: «Όποιος θέλει πίσω μου να έλθει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθήσει».

2. Χρέος μας είναι, να φυλάμε το νου μέσα σε ησυχία. Το μάτι, όταν γυροφέρνει διαρκώς και τώρα στα πλάγια πάει κι έρχεται κι ύστερα προς τα ψηλά η τα χαμηλά ολοένα αλλάζει κατεύθυνση, δεν μπορεί να κοιτάξει καθαρά ο,τι βρίσκεται απέναντί του. Πρέπει το βλέμμα να στερεωθεί πάνω στο ορατό, αν είναι να ιδείς καθαρά. Το ίδιο συμβαίνει και με το νου του ανθρώπου. Όταν μύριες κοσμικές έγνιες τον τραβούν από παντού, δεν κατορθώνει ν’ ατενίσει ξάστερα την αλήθεια. Αλλ’ αυτόν που δεν ζεύθηκε ακόμα στο ζυγό του γάμου, τον αναστατώνουν μανιασμένες επιθυμίες και ορμές αβάσταχτες και κάποιες ερωτικές έλξεις που είναι όλο αγκάθια. Ενώ όποιον ήδη είναι στα κάτεργα μαζί με τη γυναίκα που στεφανώθηκε, άλλος συρφετός Από έγνιες τον περιμένει. Αν είναι άτεκνος, η λαχτάρα να κάνει παιδιά. Αν απόχτησε παιδιά, η μέριμνα της ανατροφής τους. Η άγρυπνη παρακολούθηση της γυναίκας του. Το νοικοκυριό. Των υπηρετών η επιτήρηση. Οι ζημιές από ομόλογα. Οι διαπληκτισμοί με τους γείτονες. Τα μπλεξίματα στα δικαστήρια. Οι κίνδυνοι στο
εμπόριο. Της γεωργίας η πολλαπλή κούραση. Κάθε μέρα ανατέλλει φέρνοντας δική της σκοτούρα στην ψυχή. Κι οι νύχτες, όσες φροντίδες αφήνει η μέρα, μέσα στις ίδιες φαντασιοπληξίες ξεπλανεύουν το νου.

Απ’ όλα αυτά, μια είναι η φυγή: Να χωρισθείς απ’ όλο τον κόσμο. Κι αναχώρηση από τον κόσμο δεν είναι το να βρεθείς σωματικά έξω απ’ αυτόν, αλλά ν’ αποσπάσεις την ψυχή από τη συμπάθεια προς το σώμα και να μείνεις χωρίς πόλη, σπίτι, βιός, συντρόφους, κτήματα, μέσα για να ζεις, κοσμικά ενδιαφέροντα, συναλλαγές, γνώση των ανθρωπίνων διδαγμάτων, έτοιμος να εγκολπωθείς τα όσα τυπώνει στην καρδιά η θεία διδασκαλία.

Ετοιμασία δε της καρδιάς είναι το να ξεμάθει όσα η αμαρτωλή συνήθεια της είχε επιβάλει πριν διδάγματα. Δεν είναι μπορετό, βλέπεις, να γράψεις στο κερί πριν σβήσεις όσα ήταν ήδη χαραγμένα πάνω του. Έτσι, ούτε στην ψυχή να βάλεις θείες αλήθειες, πριν εξώσεις απ’ αυτή τις προκαταλήψεις, όπου το έθος την είχε αιχμαλωτίσει.

Λοιπόν, γι’ αυτό το σκοπό, πολύ μας ωφελεί η ερημία, κατευνάζοντας τα πάθη μας κι επιτρέποντας στο λογικό να τα ξερριζώσει ολότελα από την ψυχή. Πότε είναι εύκολο να τιθασευθούν τα θηρία; Όταν προηγηθεί το χάδι. Έτσι κι οι επιθυμίες κι οι οργές κι οι φόβοι κι οι λύπες, αυτά τα φαρμάκια της ψυχής, αφού κατευνασθούν μέσα στον ησύχιο βίο και πάψουν να εξαγριώνονται με τον αδιάκοπο ερεθισμό, καταβάλλονται πιο εύκολα από τη δύναμη του λογικού.

Ας είναι λοιπόν ο τόπος όμοιος με το δικό μας τόπο, απαλλαγμένος από το συγχρωτισμό με ανθρώπους, έτσι που τίποτα το απ’ έξω να μη διακόπτει στη συνέχειά της την άσκηση. Η δε άσκηση της ευσέβειας τρέφει την ψυχή με τα θεία διανοήματα- Τι λοιπόν είναι πιο μακάριο από το να μιμείται κανείς στη γη τον αγγελικό κόσμο; Πως; Μόλις αρχίζει η μέρα, να ορμά στην προσευχή και να γεραίρει με ύμνους κι ωδές το Δημιουργό. Κι ύστερα, αφού ξεμυτίσει ο ήλιος, να πηγαίνει να εργασθεί, έχοντας συνοδό του παντού την προσευχή και τους ύμνους, σαν αλάτι να του νοστιμίζουν την εργασία. Γιατί την ιλαρή κι άλυπη κατάσταση της ψυχής τη χαρίζουν οι παρηγοριές των ύμνων.

Η ησυχία λοιπόν είναι η βάση για την κάθαρση της ψυχής. Τότε, ούτε η γλώσσα μιλά για κοσμικά πράγματα, ούτε τα μάτια περιδιαβάζουν πάνω σε προφαντά και καλοκαμωμένα σώματα, ούτε η ακοή λιγώνει την ψυχή με μουσικά ακροάματα συνθεμένα για να προκαλούν ηδονή, ούτε λόγια ευτράπελα και γελωτοποιά γρικάμε, που καθώς η πείρα μαρτυρεί, αποδυναμώνουν στο έπακρο την ψυχή.

Ο νους που δεν σκορπίζεται προς τα έξω κι ούτε ξεχύνεται στον κόσμο μες από τις αισθήσεις, γυρνά στον εαυτό του. Και μες από τον εαυτό του, υψώνεται στη θεογνωσία. Τότε, τριγυρισμένος και ποτισμένος από τη λάμψη εκείνης της ομορφιάς, ξεχνά και το ίδιο το σώμα του. Δεν τον τραβούν πια η φροντίδα της τροφής, ούτε η μέριμνα της ενδυμασίας. Έχοντας ελευθερωθεί από τις γήινες έγνιες, όλη του τη λαχτάρα τη στρέφει τώρα στο να κερδίσει τα αιώνια αγαθά. Δεν τον μέλει άλλο, παρά πως να πετύχει τη σωφροσύνη και την ανδρεία, τη δικαιοσύνη και τη φρόνηση (2) και τις υπόλοιπες αρετές, όσες υπάγονται στις γενικές αυτές αρετές κι υπαγορεύουν στο ζηλωτή σωστά να ζει σε κάθε λεπτομέρεια.

3. Σπουδαιότατος δρόμος για να βρει κανείς το τι πρέπει να κάνει, είναι η μελέτη των θεοπνεύστων Γραφών. Γιατί εκεί μέσα θα δει τις εντολές που πρέπει να εφαρμόζει και τους βίους των μακαρίων ανδρών, δοσμένους μες από τα γράμματα. Είναι σαν έμψυχες εικόνες, που δείχνουν πως να πολιτεύεσαι σύμφωνα με το θείο θέλημα. Είναι πρότυπα αγαθών έργων, που καλείσαι να μιμείσαι. Έτσι, όποια έλλειψη αισθάνεσαι στον εαυτό σου, σαν σε κοινό ιατρείο εκεί παραμένοντας, βρίσκεις το κατάλληλο για την πάθησή σου φάρμακο.

Λόγου χάρη, όποιος λαχταρά τη σωφροσύνη, διαρκώς ξετυλίγει την ιστορία του Ιωσήφ κι απ’ αυτόν μαθαίνει καλά τη σώφρονα ζωή, βλέποντάς τον όχι μόνο να είναι εγκρατής απέναντι στις ηδονές, αλλά και στερεωμένον στην αρετή.

Εξ άλλου, μορφώνεται στην ανδρεία από τον Ιώβ. Τι θωρεί σ’ αυτόν; Όταν του ήλθε ανάποδα η ζωή κι απόμεινε ολότελα άνεχος από πλούσιος κι άτεκνος, από ευτυχισμένος πατέρας (που ήταν), μέσα σε λίγη ώρα, δεν άλλαξε σε τίποτα. Από παντού, φύλαξε υψηλό το φρόνημα της ψυχής. Ακόμα κι όταν οι φίλοι του, που ήλθαν να τον παρηγορήσουν, τον μάλωναν και του αύξαιναν τον πόνο, δεν έχασε τη γαλήνη του.

Θέλει πάλι κανείς να δει πως ο πράος μπορεί να είναι συνάμα και παλικάρι, έτσι που να χρησιμοποιεί την παλικαριά απέναντι στην αμαρτία και την πραότητα απέναντι στους ανθρώπους; Ας κοιτάξει τον Δαβίδ. Θα τον βρει γενναίο και τροπαιοφόρο στους πολέμους και πράο κι ατάραχο στα άδικα χτυπήματα των εχθρών του.

Ίδιος ήταν κι ο Μωυσής. Απέναντι σ’ όσους αμάρταιναν βαριά στον Θεό, ξεσηκωνόταν. Ενώ με πραότητα στην ψυχή, υπέφερε τις αδικίες που του γίνονταν.

Και γενικά, ας έχουμε υπ’ όψη τι κάνουν οι ζωγράφοι. Όταν αντιγράφουν κάποιο πρότυπο, δεν αποσπούν την προσοχή τους απ’ αυτό. Κι έτσι πασχίζουν να μεταφέρουν στο δικό τους έργο τέχνης, όλα τα χαρακτηριστικά που βλέπουν εκεί. Το ίδιο πρέπει να κάνει κι όποιος πασχίζει ν’ απεργασθεί τον εαυτό του τέλειο σε όλα τα μέρη της αρετής, θα κοιτά με προσοχή, σαν αγάλματα που κινούνται και δρουν, τους βίους των αγίων και θα κάνει δικό του ο,τι καλό έχουν, αντιγράφοντάς τους.

Οι προσευχές πάλι, διαδεχόμενες τα αναγνώσματα, κάνουν με τη σειρά τους την ψυχή πιο νέα και πιο σφριγηλή στον πόθο που την κινούσε προς τον Θεό. Και προσευχή καλή είναι αυτή που κάνει την έννοια του Θεού καθαρή μέσα στην ψυχή. Αυτό, άλλωστε, σημαίνει το να κατοικεί μέσα μας ο Θεός: Να τον έχουμε με τη μνήμη θρονιασμένο στα μύχιά μας. Έτσι γινόμαστε ναός του Θεού, όταν δεν διασπούν τη μνήμη οι γήινες φροντίδες. Όταν ο νους δεν αναστατώνεται από τους αιφνιδιασμούς των παθών. Όταν, όλα αποφεύγοντάς τα, ο φίλος του Θεού βγαίνει από τον κόσμο για να συναντήσει τον Θεό. Όταν, αποδιώχνοντας όσα μας δελεάζουν να πάμε προς την κακία, απασχολείται με ο,τι μας οδηγεί στην αρετή.

Και πρώτα – πρώτα, καλό είναι να φροντίζουμε για το πως θα μιλάμε. Να μη μένουμε δηλαδή στην αμάθεια, αλλά να ρωτάμε όχι με διάθεση εριστική και ν’ αποκρινόμαστε όχι φιλόδοξα, χωρίς να διακόπτουμε το συνομιλητή μας όταν λέει κάτι ωφέλιμο, ούτε επιθυμώντας να παρεμβάλλουμε επιδεικτικά το λόγο μας, αλλά κρατώντας μέτρο κι όταν μιλάμε κι όταν ακούμε. Να μαθαίνουμε χωρίς να ντρεπόμαστε και να διδάσκουμε χωρίς φθόνο. Ο,τι μάθαμε από τον άλλο, να μη το κρύβουμε, όπως οι φαύλες γυναίκες το ότι είναι νόθο το παιδί τους, αλλά μ’ ευγνωμοσύνη να προβάλλουμε τον πατέρα του λόγου. Ο τόνος δε της φωνής μας ας είναι μάλλον ο μέσος. Έτσι και δεν θα ξεφεύγει την ακοή σαν ψίθυρος και δεν θα είναι ενοχλητικός σαν ξεφωνητό. Κι αφού εξετάσουμε μέσα μας τι έχουμε να πούμε, έτσι να το ξεστομίζουμε ύστερα.

Πρέπει κανείς να είναι ευπροσήγορος στις συναντήσεις του και γλυκομίλητος. Να μη θηρεύει το ευχάριστο μες από τα ευτράπελα, αλλά να είναι κοντά στην καρδιά του συνομιλητή του με τον καλόβολο, στηρικτικό και παρηγορητικό λόγο. Πάντα την τραχειά έκφραση αποφεύγοντας, ακόμα κι αν χρειάζεται να επιτιμήσει. Γιατί, με προϋπόθεση την ταπεινοφροσύνη σου, θα είσαι καλόδεχτος απ’ αυτόν που έχει ανάγκη θεραπείας.

Πολλές φορές, μας είναι χρήσιμος κι ο τρόπος που βρήκε ο προφήτης για να επιπλήξει. Όταν αμάρτησε ο Δαβίδ, δεν τον καταδίκασε απότομα ο ίδιος. Χρησιμοποίησε ένα φανταστικό πρόσωπο ενόχου κι έτσι τον έκανε να γίνει κριτής του αμαρτήματος που ο ίδιος διέπραξε. Ο Δαβίδ μόνος του από πριν καταδίκασε τον εαυτό του και δεν μπορούσε πια να μεμφθεί τον ελεγκτή του.

Ταιριάζει δε στο ταπεινό και συντετριμμένο φρόνημα, μάτι θλιμμένο, που να βλέπει χάμω, παρουσιαστικό αμελημένο, κόμη απεριποίητη, ρούχο ρυπαρό. Δηλαδή, όσα κάνουν από υποχρέωση αυτοί που πενθούν, σ’ εμάς είναι αυθόρμητο απαύγασμα.

Χιτώνας με ζώνη συμμαζεμένος στο σώμα. Και το ζώσιμο μήτε πάνω από τις λαγόνες, πράγμα θηλυπρεπές, μήτε χαλαρό, που ν’ αφήνει το χιτώνα να γλιστρά, πράγμα που δείχνει μαλθακότητα. Και το βάδισμα μήτε νωχελικό, οπότε θα έκανε να υποθέσει κανείς ψυχή έκλυτη, ούτε πάλι αγέρωχο και βιαστικό, υποδηλώνοντας σαν αχαλίνωτες τις ορμές της. Σκοπός του ρούχου είναι ένας: Να σκεπάζει τη σάρκα όσο της χρειάζεται το χειμώνα και το καλοκαίρι, Όσο για το χρώμα, να μην επιδιώκεται το ζωηρό. Κι ούτε η ύφανση να είναι λεπτή και μαλακή. Γιατί το να λογαριάζει κανείς στην ενδυμασία το εντυπωσιακό, θυμίζει το γυναικείο καλλωπισμό. Οι γυναίκες, πράγματι, βάφουν αδίσταχτα μ’ άλλο χρώμα μάγουλα και μαλλιά. Αλλά και στο πάχος έτσι πρέπει να είναι ο χιτώνας, ώστε μόλις να θάλπει αυτόν που τον φορά.

Το υπόδημα, φθηνό μεν, αλλά κι όχι ελαττωματικά εξυπηρετικό. Και γενικά. Όπως στην ενδυμασία αρμόζει το βασικά χρήσιμο, έτσι και στη διατροφή. Το ψωμί που αρκεί και το νερό που φθάνει για να σβήνει τη δίψα σε γερό οργανισμό κι όσα φυτικά προϊόντα μαγειρευτά, που έχει το σώμα ανάγκη για να διατηρεί τη δύναμή του. Και να τρώμε χωρίς βουλιμία ξέφρενη, αλλά πάντα να φυλάμε συμπεριφορά στο φαγητό σταθερή κι ήμερη, κι εγκράτεια στις νοστιμιές. Κι ούτε τότε να μένει ο νους αργός στις γύρω από τον Θεό σκέψεις, αλλά να παίρνουμε αφορμή δοξολογίας του κι από τη φύση των εδεσμάτων κι από την κατασκευή του σώματος που τα υποδέχεται.

Ας προσευχόμαστε πριν από το φαγητό, να γίνουμε άξιοι των παροχών του Θεού, αυτών που μας δίνει κι αυτών που μας επιφυλάσσει στο μέλλον. Ας προσευχόμαστε, κι αφού αποφάμε, ας ευχαριστούμε για όσα μας δόθηκαν και ζητώντας όσα μας είναι υποσχεμένα. Ας είναι μια η ώρα, αυτή η για την τροφή ταγμένη κατά μέρος, η ίδια πάντα στον κύκλο των εικοσιτεσσάρων ωρών του μερονυχτίου, αφού μια και μόνη πρέπει να ξοδεύεται για το σώμα. Κι οι άλλες, για ν’ απασχολούν την εσωτερική ζωή του ασκητή.

Ύπνο ελαφροί ας επιδιόκουμε, απ’ όπου εύκολα σηκώνεσαι, όντας φυσική συνέπεια της συγκρατημένης διατροφής, και που να διακόπτεται, που και που, από τη μέριμνα γύρω από τα σπουδαία. Γιατί το να κρατιέσαι σε βαθύ αποκάρωμα και να παραλύουν τα μέλη σου, έτσι που να δίνεις τόπο σε άπρεπες φαντασιοπληξίες, σε ρίχνει σε καθημερινό θάνατο αν έτσι κοιμάσαι. Αλλά ο,τι στους άλλους είναι ο όρθρος, τα μεσάνυχτα είναι σε όσους ασκούνται στην ευσέβεια. Γιατί η νυχτερινή ησυχία χαρίζει στην ψυχή μεγάλη άνεση. Τότε, ούτε τα μάτια, ούτε τ’ αυτιά μεταφέρουν στην καρδιά βλαβερά ακούσματα η θεάματα. Ο νους είναι μόνος μαζί με τον Θεό. Διορθώνει τον εαυτό του με το να θυμάται τις αμαρτίες του. Παίρνει αποφάσεις για να ξεφύγει από το κακό. Κι επιδιώκει τη βοήθεια του Θεού, για να φθάσει, ως το ωμέγα τους, όσα λαχταρά.

(1). Ο Βασίλειος, επιθυμώντας να προσελκύσει κοντά του το Γρηγόριο για να μονάσουν μαζί (σύμφωνα με υπόσχεση που είχαν δώσει αμοιβαία όταν σπούδαζαν στην Αθήνα), του έστειλε από τα Αννησα γράμμα, στο οποίο περιέγραφε την ωραιότητα του τοπίου με περισσή τέχνη. Τότε ο Γρηγόριος απάντησε ότι δεν τον συγκινούν τα τοπία όσο η πνευματική ζωή.

(2). Εδώ είναι άμεσα επηρεασμένος ο Βασίλειος από τον Πλάτωνα, που• αναφέρει και τις τέσσερις αρετές. Το γεγονός πάντως δεν εμποδίζει το Βασίλειο να θεμελιώνει την άσκηση σε γνήσιο εκκλησιαστικό και βιβλικό υπόβαθρο.

Από το βιβλίο: Επιστολές και άλλα κείμενα, εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, 1980

Η/Υ ΠΗΓΗ:
Αγία Ζώνη.gr: 27 Νοεμβρίου 2019

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Ιστορικά, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.