Η δύναμις του Πνεύματος – Πρωτ. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου.

5. Η δύναμις του Πνεύματος

Η γνώσις του Θεού, η αληθινή πίστις, είναι αποτέλεσμα του κηρύγματος περί του Σταυρού. Όμως, το κήρυγμα μόνον δεν είναι ικανόν να φανερώση εις τους ανθρώπους τον Θεόν. Όπως το κήρυγμα έχει την πηγήν του εις τον Θεόν, ο οποίος απεκαλύφθη εις το πρόσωπον του Χριστού, τοιουτοτρόπως και η παραδοχή του κηρύγματος αυτού από μέρους του ανθρώπου, πηγάζει από το πνεύμα το Άγιον, το οποίον οδηγεί τον άνθρωπον εις τον Χριστόν.

«Ημείς δεν ελάβομεν το πνεύμα του κόσμου», λέγει ο Απόστολος, «αλλά το πνεύμα που προέρχεται από τον Θεόν, δια να γνωρίσωμεν εκείνα τα οποία μας εχαρίσθησαν από τον Θεόν» (Α’ Κορινθίους 2,12). Α Κορ. 2,12 ημείς δε ου το Πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν. Α Κορ. 2,12 Ημείς δε δεν έχομεν λάβει το πνεύμα, που βασιλεύει και εμπνέει τον κόσμον της αμαρτίας, αλλ’ ελάβομεν το Πνεύμα, το οποίον προέρχεται από τον Θεόν, δια να γνωρίσωμεν όσον το δυνατόν βαθύτερα και πλατύτερα αυτά, που μας έχουν χαρισθή από τον Θεόν.

«Δια να ομιλώμεν όχι με λόγους τους όποιους εδίδαξεν η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγους τους οποίους εδίδαξε το πνεύμα το άγιον, ερμηνεύοντες πνευματικά πράγματα εις πνευματικούς ανθρώπους. Ο φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται όσα προέρχονται από το πνεύμα του Θεού, διότι δι’ αυτόν είναι μωρία* δεν ημπορεί να τα καταλάβη, διότι πρέπει να εξετασθούν πνευματικώς. Αλλ’ ο πνευματικός άνθρωπος κρίνει όλα τα πράγματα, όμως ο ίδιος δεν κρίνεται από κανέναν. Διότι ποίος εγνώρισε την σκέψιν του Κυρίου, ώστε να διδάξη; ημείς, όμως, έχομεν νουν Χριστού» (Α’ Κορινθίους 2,13-16.

Α Κορ. 2,13 α και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνοις σοφίας λόγοις, αλλ ἐν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου, πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες.
Α Κορ. 2,13 Αυτά δε και διδάσκομεν, όχι με καλλωπισμένους και ρητορικούς λόγους, σαν αυτούς που μεταχειρίζεται η ανθρωπίνη σοφία, αλλά με λόγους που μας τους διδάσκει και μας τους εμπνέει το Αγιον Πνεύμα, συγκρίνοντες και αντιπαραβάλλοντες τα πνευματικά νοήματα και γεγονότα με άλλα πνευματικά, δια να τα εννοούμεν καλύτερα.

Α Κορ. 2,14 ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού• μωρία γαρ αυτώ εστι, και ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικώς ανακρίνεται.
Α Κορ. 2,14 Ο ψυχικός άνθρωπος, ο άνθρωπος δηλαδή που δεν έχει αναγεννηθή, αλλά ζη την κατωτέραν ζωήν των ενστίκτων και παθών, δεν δέχεται εκείνα που αποκαλύπτει το Πνεύμα του Θεού, διότι του φαίνονται ανόητα, και δεν έχει την πνευματικήν ικανότητα να τα γνωρίση, επειδή αυτά ερευνώνται και κατανοούνται κατά τρόπον πνευματικόν, με τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος.

Α Κορ. 2,15 ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ οὐδενὸς ανακρίνεται.
Α Κορ. 2,15 Ο πνευματικός όμως άνθρωπος διακρίνει και εννοεί όλα, κάθε γεγονός και κάθε άνθρωπον, ενώ αυτός δεν είναι δυνατόν να κατανοηθή από κανένα κοσμικόν και ξένον προς τον Χριστόν άνθρωπον.

Α Κορ. 2,16 τις γαρ έγνω νουν Κυρίου, ος συμβιβάσει αυτόν; ημείς δε νουν Χριστού έχομεν.
Α Κορ. 2,16 Διότι, ποίος από εκείνους που δεν εφωτίσθησαν από το πνεύμα του Θεού, εγνώρισε την σκέψιν και τα σχέδια του Θεού και ποιός ποτέ θα διδάξη και θα διορθώση τον Θεόν; Κανείς. Ετσι και κανείς από αυτούς δεν ημπορεί να εννοήση και ημάς, που έχομεν τας σκέψεις και τα αισθήματα του Χριστού.

Παράβαλλε Ησαΐας 40,13). Ησ. 40,13 τις έγνω νουν Κυρίου, και τις αυτού σύμβουλος εγένετο, ος συμβιβά αυτόν; Ησ. 40,13 Ποιός εγνώρισε τον νουν του Κυρίου και ενόησε τα πάνσοφα αυτού σχέδια; Ποιός έγινε σύμβουλος του, ο οποίος θα είναι εις θέσιν να τον διδάξη;

Δεν πρόκειται, λοιπόν, εδώ δια «πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας», αλλά δια «πειθώ πνεύματος και δυνάμεως, δια να μη είναι η πίστις μας θεμελιωμένη επάνω εις την σοφίαν των ανθρώπων αλλά εις την δύναμιν του Θεού» (Α’ Κορινθίους 2,4-5).

Α Κορ. 2,4 και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ ἐν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως,
Α Κορ. 2,4 Και η διδασκαλία μου και το κήρυγμά μου δεν είχε τίποτε από τας πειστικάς δημηγορίας και τα κτυπητά σχήματα της ανθρωπίνης σοφίας, αλλ\’ ήτο και έγινε με αποδείξεις του Αγίου Πνεύματος, πειστικάς δια τας ψυχάς των ακροατών και με δύναμιν θείαν, όπως εφαίνετο από τα μεγάλα θαύματα, που το συνώδευαν.

Α Κορ. 2,5 ίνα η πίστις υμών μη η εν σοφία ανθρώπων, αλλ ἐν δυνάμει Θεού.
Α Κορ. 2,5 Και τούτο, δια να μη θεμελιώνεται η πίστις σας εις την ματαίαν σοφίαν και ικανότητα των ανθρώπων, αλλ’ επάνω εις την ακλόνητον και αιώνιον δύναμιν του Θεού.

Τα ανωτέρω μας βοηθούν να κατανοήσωμεν διατί πολλοί άνθρωποι δεν κατώρθωσαν να εύρουν τον δρόμον που οδηγεί εις την αλήθειαν και εις την ζωήν, τον δρόμον, δηλαδή, ο οποίος οδηγεί εις τον Χριστόν. Εννοούμεν επίσης, διατί οι Απόστολοι, προ της Πεντηκοστής, δεν ημπόρεσαν να γνωρίσουν τον Κύριον και να αντιληφθούν την δόξαν Του.

Και αυτοί ακόμη οι τρεις μαθηταί, οι οποίοι παρευρέθησαν εις το όρος της Μεταμορφώσεως, δεν έζησαν εκεί ολόκληρον το μεγαλείον της δόξης του Κυρίου. Το απολυτίκιον της Εκκλησίας μας το λέγει αυτό πολύ χαρακτηριστικά, όταν παρουσιάζη τον Χριστόν να δεικνύη εις τους μαθητάς Του την δόξαν Του «καθώς ηδύναντο», δηλαδή, όπως εκείνοι ήτο δυνατόν να αντιληφθούν, όχι ολόκληρον το μεγαλείον της δόξης του Χριστού.

Κατανοούμεν, ακόμη, διατί οι μαθηταί εγκατέλειψαν τον Χριστόν επάνω εις τον Σταυρόν και ήσαν φοβισμένοι (Ματθαίος 26,56.

Ματθ. 26,56 τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθώσιν αι γραφαί των προφητών. Τότε οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον.
Ματθ. 26,56 Αλλά αυτό όλο έγινε, δια να εκπληρωθούν όλα όσα έγραψαν οι προφήται”. (Η ενοχή εκείνων μένει, διότι εν επιγνώσει ενήργησαν κατά του αθώου. Η δε Γραφή τα προείπε διότι θα εγίνοντο, και δεν έγιναν διότι τα προείπε η Γραφή). Τοτε οι μαθηταί όλοι τον αφήκαν και έφυγαν.

Μάρκος 14,50.

Μαρκ. 14,50 και αφέντες αυτόν έφυγον πάντες.
Μαρκ. 14,50 Και οι μαθηταί τον εγκατέλειψαν και έφυγαν όλοι.

Μαρκ. 14,51 Και εις τις νεανίσκος ηκολούθησεν αυτώ, περιβεβλημένος σινδόνα επί γυμνού• και κρατούσιν αυτόν οι νεανίσκοι.
Μαρκ. 14,51 Και κάποιος νέος τον ηκολούθησε γυμνός, τυλιγμένος μ’ ένα σινδόνι. Και τον επιασαν οι νέοι που συμετείχαν στο απόσμασμα.

Ιωάννης 20,19)

Ιω. 20,19 Ούσης ουν οψίας τη ημέρα εκείνη τη μια των σαββάτων, και των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον, και λέγει αυτοίς• ειρήνη υμίν.
Ιω. 20,19 Κατά την ημέραν εκείνην, την πρώτην της εβδομάδος, ενώ πλέον είχε βραδυάσει και αι θύραι του σπιτιού, όπου ευρίσκοντο συγκεντωμένοι οι μαθηταί, ήσαν κλεισμέναι δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν έξαφνα ο Ιησούς, εστάθη στο μέσον και τους λέγει• “ειρήνη ας είναι εις σας”.

και διατί δεν διεκήρυξαν αμέσως την ανάστασιν του Χριστού μετά την φανέρωσίν Του εις αυτούς.

Οι Απόστολοι εγνώρισαν, εις την πραγματικότητα, τον Χριστόν μόνον μετά την Πεντηκοστήν. Μόνον τότε ήρχισαν το κήρυγμα, χωρίς πλέον να αισθάνονται κανένα φόβον δια την αντίδρασιν των Ιουδαίων και των Εθνικών: Με δύναμιν και εξουσίαν (Πράξεις 4,1-20).

Πραξ. 4,1 Λαλούντων δε αυτών προς τον λαόν επέστησαν αυτοίς οι ιερείς και ο στρατηγός του ιερού και οι Σαδδουκαίοι,
Πραξ. 4,1 Καθ’ ον δε χρόνον ωμιλούσαν οι δύο Απόστολοι στον λαόν, ώρμησαν ξαφνικά εις αυτούς οι ιερείς και ο αξιωματικός ιερεύς, ο στρατηγός, που ήτο επί κεφαλής της φρουράς του ναού και οι Σαδδουκαίοι,

Πραξ. 4,2 διαπονούμενοι δια το διδάσκειν αυτούς τον λαόν και καταγγέλλειν εν τω Ιησού την ανάστασιν των νεκρών•
Πραξ. 4,2 στενοχωρούμενοι και αγανακτούντες επειδή οι Απόστολοι εδίδασκαν τον λαόν και εκύρυτταν την ανάστασιν των νεκρών δια του Ιησού Χριστού.

Πραξ. 4,3 και επέβαλον αυτοίς τας χείρας και έθεντο εις τήρησιν εις την αύριον• ην γαρ εσπέρα ήδη.
Πραξ. 4,3 Και άπλωσαν επάνω εις αυτούς τα χέρια των, τους επιασαν και τους έβαλαν υπό επιτήρησιν εις την φυλακήν, δια να τους δικάσουν την επομένην ημέραν. Διότι ήτο πλέον εσπέρα και δεν επετρέπετο να γίνη δίκη κατά την νύκτα.

Πραξ. 4,4 πολλοί δε των ακουσάντων τον λόγον επίστευσαν, και εγενήθη ο αριθμός των ανδρών ωσεί χιλιάδες πέντε.
Πραξ. 4,4 Ομως πολλοί από όσους ήκουσαν το κήρυγμα του Πετρου επίστευσαν και έτσι ο αριθμός των πιστών έγινε περίπου πέντε χιλιάδες, εκτός από τας γυναίκας και τα παιδιά.

Πραξ. 4,5 Εγένετο δε επί την αύριον συναχθήναι αυτών τους άρχοντας και τους πρεσβυτέρους και γραμματείς εις Ιερουσαλήμ,
Πραξ. 4,5 Κατά την επομένην ημέραν συνεκεντρώθησαν οι άρχοντες των Ιουδαίων και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς, που κατοικούσαν εις την Ιερουσαλήμ,

Πραξ. 4,6 και Άνναν τον αρχιερέα και Καϊάφαν και Ιωάννην και Αλέξανδρον και όσοι ήσαν εκ γένους αρχιερατικού,
Πραξ. 4,6 όπως επίσης και ο Αννας ο αρχιερεύς και ο Καϊάφας και ο Ιωάννης και ο Αλέξανδρος και όσοι κατήγοντο από οικογένειαν αρχιερατικήν.

Πραξ. 4,7 και στήσαντες αυτούς εν τω μέσω επυνθάνοντο• εν ποία δυνάμει η εν ποίω ονόματι εποιήσατε τούτο υμείς;
Πραξ. 4,7 Αφού, λοιπόν, έβαλαν τους Αποστόλους να σταθούν όρθιοι στο μέσον, τους ανέκριναν και τους ερωτούσαν• “με ποίαν δύναμιν η δια μέσου ποίου ονόματος εκάματε σστούτο, δηλαδή την θεραπείαν του χωλού;”

Πραξ. 4,8 τότε Πέτρος πλησθείς Πνεύματος Αγίου είπε προς αυτούς• άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι του Ισραήλ,
Πραξ. 4,8 Τοτε ο Πετρος, αφού εγέμισε και εφωτίσθη από το Πνεύμα το Αγιον, τους είπε• “άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι του Ισραηλιτικού έθνους,

Πραξ. 4,9 ει ημείς σήμερον ανακρινόμεθα επί ευεργεσία ανθρώπου ασθενούς, εν τίνι ούτος σέσωσται,
Πραξ. 4,9 εάν ημείς σήμερα ανακρινώμεθα δια την ευεργεσίαν, που εκάμαμεν στον άνθρωπον αυτόν, και ειδικώτερον δια μέσου τίνος έχει αυτός σωθή και θεραπευθή από την ασθένειάν του,

Πραξ. 4,10 γνωστόν έστω πάσιν υμίν και παντί τω λαώ Ισραήλ ότι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, ον υμείς εσταυρώσατε, ον ο Θεός ήγειρεν εκ νεκρών, εν τούτω ούτος παρέστηκεν ενώπιον υμών υγιής.
Πραξ. 4,10 ας γίνη γνωστόν εις όλους σας και εις όλον τον Ισραηλιτικόν λαόν, ότι ο τέως χωλός εθεραπεύθη και στέκεται τώρα ενώπιόν σας υγιής με την επίκλησιν του ονόματος του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, τον οποίον σεις μεν εσταυρώσατε, ο δε Θεός ανέστησε εκ νεκρών.

Πραξ. 4,11 ούτός εστιν ο λίθος ο εξουθενηθείς υφ ὑμῶν των οικοδομούντων, ο γενόμενος εις κεφαλήν γωνίας.
Πραξ. 4,11 Αυτός είναι ο λίθος, τον οποίον σεις, οι πρωτοστατούντες εις την πνευματικήν οικοδομήν του Ισραήλ, τον επεριφρονήσατε ως άχρηστον και ο οποίος εν τούτοις έγινε θεμελιακό αγκωνάρι εις νέαν πνευματικήν οικοδομήν Ισραηλιτών και ειδωλολατρών.

Πραξ. 4,12 και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία• ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς.
Πραξ. 4,12 Και δεν είναι δυνατόν με κανένα άλλο πρόσωπον και τρόπον να επιτύχωμεν την σωτηρίαν, διότι δεν υπάρχει κανένα άλλο όνομα κάτω από τον ουρανόν και εις όλην την γην, που να έχη δοθή εκ μέρους του Θεού στους ανθρώπους, δια του οποίου, σύμφωνα με την βουλήν του Θεού, έχει ορισθή να σωθώμεν όλοι μας”.

Πραξ. 4,13 Θεωρούντες δε την του Πέτρου παρρησίαν και Ιωάννου, και καταλαβόμενοι ότι άνθρωποι αγράμματοί εισι και ιδιώται, εθαύμαζον, επεγίνωσκόν τε αυτούς ότι συν τω Ιησού ήσαν,
Πραξ. 4,13 Εκείνοι βλέποντες το θάρρος του Πετρου και του Ιωάννου και έχοντες υπ’ όψιν των, ότι ήσαν αγράμματοι άνθρωποι του λαού, κατελαμβάνοντο από θαυμασμόν δια την σοφίαν και την δύναμιν του λόγου των και συγχρόνως ανεγνώριζαν και παρεδέχοντο ότι αυτοί ήσαν μαζή με τον Ιησούν.

Πραξ. 4,14 τον δε άνθρωπον βλέποντες συν αυτοίς εστώτα τον τεθεραπευμένον, ουδέν είχον αντειπείν.
Πραξ. 4,14 Βλέποντες δε θεραπευμένον τον τέως χωλόν να στέκεται μαζή με αυτούς, δεν είχαν και δεν εύρισκαν να αντείπουν τίποτε.

Πραξ. 4,15 κελεύσαντες δε αυτούς έξω του συνεδρίου απελθείν, συνέβαλλον προς αλλήλους
Πραξ. 4,15 Αφού δε τους διέταξαν να βγουν έξω από την αίθουσαν του συνεδρίου, ήρχισαν να συζητούν μεταξύ των και να ανταλλάσσουν τας σκέψεις των.

Πραξ. 4,16 λέγοντες• τι ποιήσομεν τοις ανθρώποις τούτοις; ότι μεν γαρ γνωστόν σημείον γέγονε δι αὐτῶν, πάσι τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ φανερόν και ου δυνάμεθα αρνήσασθαι•
Πραξ. 4,16 Λεγοντες• “τι να κάμωμεν με αυτούς τους ανθρώπους; Διότι, ότι μεν βέβαια έγινε από αυτούς θαύμα γνωστόν και αναντίρρητον, είναι πλέον φανερόν εις όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, και δεν ημπορούμεν να το αρνηθούμεν.

Πραξ. 4,17 αλλ ἵνα μη επί πλείον διανεμηθή εις τον λαόν, απειλή απειλησώμεθα αυτοίς μηκέτι λαλείν επί τω ονόματι τούτω μηδενί ανθρώπων.
Πραξ. 4,17 Δια να μη διαδοθή όμως περισσότερον μεταξύ του λαού το θαύμα, ας τους απειλήσωμεν με μεγάλας τιμωρίας, ώστε να μη ομιλούν εις κανένα πλέον των ανθρώπων δια το όνομά του, δηλαδή δια τον Χριστόν”.

Πραξ. 4,18 και καλέσαντες αυτούς παρήγγειλαν αυτοίς το καθόλου μη φθέγγεσθαι μηδέ διδάσκειν επί τω ονόματι του Ιησού.
Πραξ. 4,18 Και αφού τους εκάλεσαν πάλιν εις την αίθουσαν, τους έδωσαν την εντολήν να μη κηρύττουν πλέον και να μη διδάσκουν πίστιν στο όνομα του Ιησού Χριστού.

Πραξ. 4,19 ο δε Πέτρος και Ιωάννης αποκριθέντες προς αυτούς είπον• ει δίκαιόν εστιν ενώπιον του Θεού υμών ακούειν μάλλον η του Θεού κρίνατε.
Πραξ. 4,19 Αλλά ο Πετρος και ο Ιωάννης απεκρίθησαν προς αυτούς και είπαν• “εάν είναι ορθόν και δίκαιον ενώπιον του Θεού, να υπακούωμεν περισσότερον εις σας παρά στον Θεόν, σκεφθήτε και κρίνετε μόνοι σας.

Πραξ. 4,20 ου δυνάμεθα γαρ ημείς α είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν.
Πραξ. 4,20 Διότι ημείς δεν ημπορούμεν να μη κηρύττωμεν αυτά που είδαμε και ακούσαμε”.

Εφόδιον Ορθοδοξίας, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1974 (Ε. Ο. 2.5.)

Η/Υ ΠΗΓΗ:
Αγία Ζώνη.gr: 27 Νοεμβρίου 2019

Κατηγορίες: Μελέτες - εργασίες - βιβλία. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.