Κυριακή ΚΔ’ Επιστολών: Οι ξένοι οικείοι – Μακαριστού Μητροπ. Πρ. Φλωρίνης, Αυγουστίνου Καντιώτου.

Εφ. 2,14-22

«Άρα ουν ουκέτι εστε ξένοι και
πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού»
(Εφ. 2,19)

Όσοι, αγαπητοί μου, όσοι αναγκασθήκατε να βρεθήτε μακριά από την ευλογημένη πατρίδα μας, μακριά από τον τόπο των προγόνων σας, μακριά από το ταπεινό χωριό όπου γεννηθήκατε, γνωρίζετε τι θα πη πίκρα της ξενιτειάς. Δεν εννοώ εκείνους που έχουν τα πολλά λεφτά και, σύμφωνα με τη μόδα που επικρατεί τώρα, κάνουν κάθε τόσο ταξίδια αναψυχής εκτός Ελλάδος και περνούν τις διακοπές τους στο εξωτερικό· αυτοί το θέλουν και βγαίνουν έξω. Εννοώ εκείνους που ξενιτεύονται παρά τη θέλησί τους, είτε για να βρουν δουλειά και να ζήσουν, είτε για να παρακολουθήσουν ανώτερες σπουδές, είτε για να υποβληθούν σε μια δύσκολη εγχείρησι, είτε για κάποια άλλη παρόμοια ανάγκη. Αυτοί έχουν δοκιμάσει τον πόνο του ξενιτεμένου.
Αυτός που ξενιτεύεται αποχαιρετά με θλίψι και δάκρυα στα μάτια συγγενείς και φίλους κ’ επιβιβάζεται στο αεροπλάνο ή στο πλοίο για το υπερπόντιο ταξίδι. Κι όταν πλέον φθάνει στο μακρινό τόπο του προορισμού του και τα πόδια του πατούν στην ξένη γη, βρίσκεται εκεί σαν ζαλισμένος, σαν το πουλί που στερήθηκε τη φωλιά του. Ο ξενιτεμένος αισθάνεται, τι θα πη να ζης ξένος μέσα σε ξένους, μόνος μέσα σε πλήθος ανθρώπων άλλου γένους, με διαφορετική νοοτροπία και διαφορετικές συνήθειες, ανθρώπων που μιλούν μια άγνωστη γλώσσα και δεν μπορείς καλά –καλά να συνεννοηθής μαζί τους. Ο μετανάστης ξέρει, τι θα πη να αγωνίζεσαι, με κόπο και κινδύνους, με ιδρώτα και αγωνία, για να βγάλης το ψωμί σου, και κανένας γύρω σου να μη δείχνη για σένα ενδιαφέρον και συμπαράστασι. Ο ξενιτεμένος γνωρίζει, τι θα πη ν’ αντιμετωπίζης τους σκληρούς νόμους του ξένου κράτους, τις ηυξημένες απαιτήσεις του εργοδότου, που θέλει από τον ταλαίπωρο μετανάστη- εργάτη όλο και μεγαλύτερη παραγωγή, όλο και υψηλότερη ποιότητα προϊόντων. Ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, σιδηρά πειθαρχία, ανταγωνισμός, κ’ επί πλέον μοναξιά, καημός για την πατρίδα, νοσταλγία για τους οικείους· να πως βγαίνει το ψωμί στα ξένα.
-Αλλά, θα πη κάποιος, τι έπαθες; Εμείς περιμένουμε να ακούσουμε κήρυγμα; Πως λες τώρα αυτά; Τι σχέσι έχουν αυτά με το κήρυγμα; Εμείς περιμένουμε να εξηγήσης τα θεία λόγια, κ’ εσύ μας μιλάς για την ξενιτειά και τα βάσανα των ξενιτεμένων; Μήπως ξέχασες τι ήθελες να πης;
Όχι, αγαπητοί μου, δεν ξέχασα τι θέλω να πω. Είμεθα μέσα στο θέμα. Διότι για ξενιτεμένους ομιλεί και ο Απόστολος σήμερα. Παρακαλώ προσέξτε.

***************

Μετά την παρακοή των πρωτοπλάστων, του Αδάμ και της Εύας, και την εκδίωξί τους από τον παράδεισο, το πρώτο εκείνο ζεύγος και όλο εν συνεχεία το ανθρώπινο γένος, όλοι δηλαδή εμείς οι απόγονοί τους, βρεθήκαμε μακριά από την αρχική μας πατρίδα και ζούμε εδώ στην ταλαίπωρη αυτή γη. Και λέμε ταλαίπωρη τη γη αυτή, διότι καθημερινώς ποτίζεται με τον ιδρώτα, με το δάκρυ, αλλά και με το αίμα των τέκνων του Αδάμ και της Εύας. Έρχονται βέβαια στιγμές που τα λησμονούμε αυτά, και τότε θεωρούμε τη γη αυτή ωραία, πολύ ωραία, και τη ζωή μας πάνω σ’ αυτήν ευτυχισμένη. Αλλ’ όταν θυμηθούμε, πως βρεθήκαμε στον κόσμο αυτό και πως κυλά εδώ η ζωή μας, τότε νοσταλγούμε την ουράνια πατρίδα και νιώθουμε τη γη αυτή σαν ξενιτειά. Νιώθουμε όπως οι Εβραίοι όταν βρέθηκαν αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα. Ήταν απαρηγόρητοι. Δεν είχαν διάθεσι να πουν ψαλμούς και άσματα της πατρίδος τους. Κρέμασαν στις ιτιές πλάι στο ποτάμι τα όργανά τους και θρηνούσαν την εξορία τους (βλ. Ψαλμ. 136ος). Μεγάλα πνεύματα της ανθρωπότητος, που ύψωσαν το νου τους υπεράνω των εγκοσμίων και φιλοσόφησαν επάνω στην ταλαιπωρία του κόσμου τούτου, αυτοί μίλησαν με νοσταλγία για την αληθινή μας πατρίδα, τον παράδεισο, την πατρίδα που είχαμε κάποτε και τη χάσαμε. Αυτοί μίλησαν και έγραψαν για τον «απολεσθέντα παράδεισο». Ξενιτεμένοι, λοιπόν, είμεθα όλο το ανθρώπινο γένος εδώ στη γη. Και όχι μόνο ξενιτεμένοι αλλά κάτι χειρότερο.
-Υπάρχει και χειρότερο; Θα πήτε.
Υπάρχει. Το δε χειρότερο κι από την ξενιτειά είνε, αγαπητοί μου, η εξορία. Άλλο ξενιτειά και άλλο εξορία. Διότι στην ξενιτειά πηγαίνει κανείς, με βαρειά βέβαια την καρδιά, αλλά και με την ελπίδα ότι θα βρη κάτι που δεν το βρήκε στην πατρίδα του· είτε εργασία και μέλλον, είτε σπουδές και πνευματικά εφόδια, είτε την υγεία του, είτε κάτι άλλο παρόμοιο. Κ’ εν πάση περιπτώσει, αν δεν του αρέση στην ξενιτειά, ελεύθερος είνε να επιστρέψη στον τόπο του. Αλλά στην εξορία διαφέρει το πράγμα. Εκεί τον εξαποστέλλουν ή τον αρπάζουν και τον οδηγούν αναγκαστικά και δια της βίας, χωρίς να τον ερωτήσουν αν θέλη να πάη, και χωρίς καμμιά ελπίδα για κάτι καλύτερο. Οι εξόριστοι οδηγούνται στον ξένο τόπο διωγμένοι και τιμωρημένοι. Φθάνουν εκεί ξένοι κι άγνωστοι, φτωχοί και πεινασμένοι. Και ζουν στο εξής μόνοι κ’ έρημοι, ρακένδυτοι και γυμνοί, ταπεινωμένοι κ’ εξευτελισμένοι, χωρίς να ξέρουν αν θ’ αξιωθούν να γυρίσουν ποτέ στον τόπο τους ή θ’ αφήσουν εκεί πλέον τα κόκκαλά τους.
Κατά παρόμοιο τρόπο βρέθηκαν ο Αδάμ και η Εύα, κι όλο το ανθρώπινο γένος, εδώ στη γη μετά την παρακοή και το προπατορικό αμάρτημα. Όχι απλώς ξενιτεμένοι, αλλά εξόριστοι· διωγμένοι απ’ τον παράδεισο και κυνηγημένοι από την φλόγινη ρομφαία των χερουβίμ (βλ. Γέν. 3,24). Ντροπιασμένοι κ’ εξαθλιωμένοι άρχισαν και συνεχίζουν ακόμα τη ζωή τους οι απόγονοί του Αδάμ επάνω στη φλούδα της γης, σ’ αυτή την «κοιλάδα του κλαυθμώνος» (Ψαλμ. 83,6). Αποξενωμένοι από το Θεό, απομονωμένοι από τους αγγέλους και τους αγίους. Οι σχέσεις τους με τον ουρανό ψυχρές, παγερές, εχθρικές.
Αλλά, δόξα τω Θεώ, η θλιβερά αυτή κατάστασι δεν διήρκησε δια παντός. Όπως για τον ξενιτεμένο και πολύ περισσότερο για τον εξόριστο η πιο χαρμόσυνη είδησι είναι να του αναγγείλουν, ότι η ταλαιπωρία του ή η ποινή του τελείωσε κι ότι ήρθε η ώρα να γυρίση στον τόπο του, έτσι ο πανάγαθος Θεός δεν άφησε τον Αδάμ και τους απογόνους του αιωνίως στην εξορία και στην αποξένωσι. Έστειλε τον Υιό του τον μονογενή, τον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν, και έφερε σ’ όλους τους ανθρώπους χαρμόσυνο μήνυμα. Μας έφερε το μήνυμα της συγχωρήσεως, της συμφιλιώσεως και του επαναπατρισμού. Ειρήνη και συμφιλίωσις με το Θεό, επάνοδος των εξορίστων στην αγαπημένη πατρίδα!
Τώρα ο δρόμος άνοιξε. Μπορούν να ξαναγυρίσουν στον παράδεισο όλοι οι εξόριστοι· όχι μόνο αυτοί που ήταν εκτοπισμένοι σε κοντινό μέρος, αλλά κι αυτοί που ήταν εκτοπισμένοι στο πιο απομακρυσμένο σημείο. Διότι για τους εξορίστους, είτε αυτούς που έχουν εκτοπισθή κοντά είτε αυτούς που έχουν εκτοπισθή μακριά, η εξορία είνε εξ ίσου πικρή, αφού και οι μεν και οι δε στερούνται την πατρίδα. Για το Θεόόμως δεν υπάρχει δυσκολία, δεν υπάρχουν μικρές και μεγάλες αποστάσεις· όλες οι αποστάσεις γεφυρώνονται. Ο Χριστός, λέει σήμερα ο Απόστολος, έφερε μήνυμα ειρήνης και στους «μακράν» και στους «εγγύς» (Εφ. 2,17). Τι εννοεί; Ποιοι είνε οι «μακράν»; Είνε τα ειδωλολατρικά έθνη, είμεθα εμείς· όσοι δηλαδή δεν είχαμε προηγουμένως καμμία σχέσι με τον αληθινό Θεό, αλλά λατρεύαμε τα είδωλα. «Μακράν» είνε οι εθνικοί, όλοι όσοι γίναμε χριστιανοί προερχόμενοι από την ειδωλολατρία. Και ποιοί είνε οι «εγγύς»; «Εγγύς» είνε οι Ιουδαίοι, που εγνώριζαν μεν τον αληθινό Θεό από την παλαιά διαθήκη, αλλ’ αμάρτησαν κι αυτοί πάρα πολύ, αφού έφτασαν στο σημείο να σταυρώσουν τον Υιό του Θεού, το Χριστό. Και οι μεν και οι δε ήταν αποξενωμένοι από το Θεό. Αλλά να τώρα, και οι δύο παρατάξεις γίνονται δεκτές να επανέλθουν στον ουράνιο πατέρα.

************

Με την ενανθρώπησι του Χριστού και με όλο το απολυτρωτικό έργο του δόθηκαν στον κόσμο δύο μεγάλες ευλογίες. Η πρώτη ευλογία είνε, ότι Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες, που μέχρι τότε έτρεφαν μεταξύ τους άσπονδο μίσος και είχαν τρομερή έχθρα, τώρα ειρηνεύουν. Γίνονται φίλοι και αδερφοί. Οι δυο κόσμοι γίνονται ένας. «Ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος», Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ειδωλολάτρου και Ιουδαίου, γράφει ο απόστολος Παύλος (Κολ.3,11).
Ο Χριστός ένωσε τους δύο αντιμαχομένους κόσμους, τον κόσμο των Ιουδαίων και τον κόσμο των ειδωλολατρών, σε ένα σώμα, το σώμα της Εκκλησίας του. Μικρή ευλογία είνε αυτό; Η Δευτέρα όμως ευλογία είνε ακόμη πιο μεγάλη. Ποια είνε αυτή; Ότι ο Χριστός, αφού ειρήνευσε μεταξύ τους τους δύο αντιμαχόμενους κόσμους, αφού τους ένωσε σε ένα σώμα, ταυτοχρόνως συμφιλίωσε και τους δύο με τον ουράνιο Πατέρα. Έτσι κατώρθωσε να επαναφέρη όλους τους ανθρώπους στο Θεό. Στο εξής οι άνθρωποι, είτε εξ Ιουδαίων προέρχονται είτε εξ ειδωλολατρών, δεν αισθάνονται πλέον εξόριστοι και μακριά από την ουράνια πατρίδα. Δεν αισθάνονται ξένοι προς τον ουράνιο κόσμο, τον κόσμο του Θεού, τους αγίους και τους δικαίους. Μέσα στην Εκκλησία, τον θείο αυτό και ανθρώπινο οργανισμό, ήδη από τώρα συναναστρέφονται και ζουν μαζί με τους αγίους. Νιώθουν εξοικειωμένοι με το Θεό. Αυτό λέει ο Απόστολος σήμερα· Δεν είστε πλέον «ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίταιτων αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2,19).

**************

Αγαπητοί μου!
Με το βάπτισμά μας στο όνομα της Αγίας Τριάδος, εμείς οι ξένοι και εξόριστοι, γίναμε οικείοι του Θεού. Η ζωή σ’ αυτή τη γη απέβαλε την απομόνωσι της ξενιτειάς και την πικρία της εξορίας. Απέκτησε την οικειότητα με τον Θεό και την αδερφική συναναστροφή με τους αγίους, που είνε τα προσφιλή τέκνα του Θεού.
Υπάρχει μεγαλυτέρα τιμή και μεγαλυτέρα χαρά από το να πλησιάσουμε στο Θεό, να γίνουμε φίλοι και «οικείοι του Θεού» (ε.α.); Οι άνθρωποι θεωρούν μεγάλο πράγμα τη φιλία και τις στενές σχέσεις με κάποιον από τους ισχυρούς της γης. Αλλ’ ο Θεός είνε ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και ο Κύριος των κυριευόντων. Η φιλία και η οικειότης με το Θεό είνε η μόνη που αξίζει. Εμπρός σ’ αυτή την οικειότητα οποιαδήποτε άλλη οικειότης είνε μηδέν.
Αλλ’ ας μη παρεξηγήσουμε την οικειότητα. Η οικειότης δεν καταργεί τον θείο φόβο και σεβασμό. Διότι η οικειότης χαρίζεται μόνο σε όσους έδειξαν προηγουμένως φόβο Θεού και τήρησαν τον θείο νόμο. Παράδειγμα ο προφήτης Ηλίας. Επειδή τηρούσε με ζήλο τις εντολές του Θεού, είχε έπειτα το θάρρος να ζητά και να γίνωνται και τα δυσκολώτερα ακόμη πράγματα, όπως το ν’ ανοίγη και να κλείνη τον ουρανό (βλ. Ιακ.5, 17-18). Τήρησε, επομένως, κ’ εσύ πρώτα όλες τις εντολές του Θεού, και τότε θα αισθανθής την οικειότητα του Θεού· την οικειότητα με την καλή έννοια. Οικειότης με την καλή έννοια θα πη, να πλησιάζης στο θρόνο του Θεού όχι με το θράσος και την ιταμότητα ενός ξένου και αγροίκου, αλλά με το θάρρος και του σεβασμού του γνωρίμου και οικείου· όπως το παιδί πλησιάζει τον πατέρα, τον οποίο σέβεται και αγαπά.
Ως υπάκουα λοιπόν παιδιά του Κυρίου ας προσευχώμεθα με πίστι σ’ αυτόν. Με εμπιστοσύνη ας του αναθέτουμε όλες μας τις ελπίδες. Αυτή είνε η καλή οικειότης. Και έτσι θα έχουμε ελπίδα, στην άλλη ζωή ν΄ απολαύσουμε ακόμη μεγαλυτέρας οικειότητος. Τότε όχι απλώς θα βλέπουμε το Θεό και θα του ομιλούμε, αλλά και θα ενωθούμε μαζί του αιωνίως. Αμήν.

Από το βιβλίο: Μακαριστού Μητροπ. Πρ. Φλωρίνης, Αυγουστίνου Καντιώτου: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: (Σύντομα κηρύγματα επί των Αποστολικών Περικοπών). Γ’ έκδοσις. 2000.

Παράβαλε και:
Κυριακή ΚΔ. Επιστολών: Το Αποστολικόν Ανάγνωσμα της Θ. Λ., «ο Ματωμένος Βράχος», Λόγος του αειμνήστου Μητροπ. Νικαίας Γεωργίου Παυλίδου.

Κατηγορίες: Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.