Ποιμαντικές παρεμβάσεις του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου – Μαρκιανής Νοταρίας.

Πώς ένωσε μια διαλυμένη οικογένεια1
Μου είπε ο Γέροντας:
Ήταν παραμονή των Φώτων. Είχα τελειώσει τον αγιασμό και ώρα 12 παρά τέταρτο πήρα ένα ταξί να πάω σπίτι μου στα Τουρκοβούνια. Λίγο πιο πάνω κάποια κυρία έκανε σήμα στον ταξιτζή κι αυτός σταμάτησε και την πήρε. Η κυρία πήγαινε στην οδό Μασσαλίας. Εκεί την αφήσαμε. Ο ταξιτζής μουρμούριζε – τραγουδούσε – ρεμπέτικα τραγούδια. Του είπα: Νάξερες να έψελνες! Εκείνος μου απάντησε έντονα. «Εγώ να ψάλλω;». Όταν στεφανώθηκα πήγα στην εκκλησία και άμα ψοφήσω θα με ξαναπάνε. Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται κανένας χριστιανός όταν το θελήσει ο ίδιος». Πόσα παιδιά έχεις; Τον ρώτησα και του απάντησα μόνος μου. Έχεις δύο: Την Βασιλική και τον Παναγιώτη. Ο Παναγιώτης είναι έτσι κι έτσι – και του περιέγραψα το παιδί – και κλαίει ο Παναγιώτης, όλο κλαίει. Του είπα μετά για την Βασιλική γιατί είδα (εννοούσε πώς είδε με την διόραση) το σώμα και την ψυχή τους. Του είπα μετά για τη γυναίκα του. Είχε κλείσει το στόμα του (έμεινε άφωνος).
Πώ, πώ, βρε Κώστα (του είπα το όνομά του με την διόραση) τα παιδιά σου δεν σε αισθάνονται για πατέρα. Α, Κώστα, έχεις άλλη γυναίκα στο σπίτι σου. Εκείνη τη στιγμή ο Κώστας έβαλε τα κλάματα.
«Ο Θεός σ’ έστειλε να μου τα πεις αυτά;», είπε. Εγώ έβλεπα πως συζούσε με άλλη γυναίκα και είχε μαζί του και τα παιδιά που όλο έκλαιγαν. Η μάνα τους είχε φύγει και είχε πάει στο χωριό της κοντά στον Πύργο Ηλείας στην Πελοπόννησο.
Τί θα γίνει τώρα Κώστα; Τα παιδιά σου θα γίνουν κακά παιδιά. Εγώ θα πάω να φέρω τη γυναίκα σου. «Μα δεν θέλει να γυρίσει» είπε ο Κώστας. Εγώ θα σου την φέρω. Εσύ θα διώξεις αυτήν που έχεις στο σπίτι σου, θα με πας στο χωριό της γυναίκας σου κι εγώ θ’ αρχίσω να διακονεύω ( να ζητώ ελεημοσύνη) στα τριγύρω σπίτια και θα πάω και στο δικό της. Θα σας ενώσω, αλλά όχι πριν γίνετε Χριστιανοί. Αν δεν γίνετε Χριστιανοί πάλι τα ίδια θα κάνετε. Να είδες; Σήμερα άνοιξαν οι ουρανοί και το ταξί σου έγινε ο χώρος μέσα στον οποίο φανερώθηκε το Άγιο Πνεύμα και η Αγάπη του Χριστού μας. Πού τα ήξερα εγώ αυτά; Ο Θεός μου τα φανέρωσε για να σωθείς. Όταν φθάσαμε στο σπίτι μου έβγαλα να τον πληρώσω. Εκείνος δεν ήθελε να πάρει χρήματα. Όχι, Κώστα του είπα, έχεις παιδιά να θρέψεις θα πάρεις τα χρήματα και τα πήρε.
Έτσι με πήρε μια μέρα και πήγαμε στην Πελοπόννησο. Πήγαμε στο χωριό και με άφησε στην αρχή του χωριού κι εγώ έκανα τον ζητιάνο. Έφθασα στο σπίτι της γυναίκας του. Την βρήκα, μπήκα μέσα, της μίλησα, της είπα να γυρίσει στο σπίτι της κι εκείνη δεν ήθελε. Τότε της μίλησα με τη διόραση, της είπα πράγματα για τον εαυτό της που κανένας δεν ήξερε, τη βεβαίωσα πως ο Κώστας άλλαξε και την έπεισα και ήρθε μαζί μας.
Τώρα ο Κώστας είναι φίλος μου. Να! Περιμένετε να του τηλεφωνήσω. Πήρε τον αριθμό του Κώστα και βγήκε κάποιο από τα παιδιά που φαίνεται πως ρώτησε ποιος τηλεφωνεί κι ο Γέροντας απάντησε:
«Ένας φίλος του είμαι».2
Μια επίσκεψη ινδουϊστών.
Σάββατον 16/11/85
Ώρα 10 το πρωί μπήκαμε στον γέροντα, πήραμε ευχή και μετά μας είπε: «Ήρθαν οι πανκς σας το είπα»;
-Όχι γέροντα, είπα, πέστε μας τι έγινε.
-Πάρε τον κατάλογο τον τηλεφωνικό βρες το τάδε γράμμα τη λέξι τάδε (ανέφερε ένα πράγμα).
-Εδώ κι ένα μήνα ήταν κόσμος πολύς έξω τέτοια ώρα. Είδα πολλούς και κουράστηκα. Μπαίνει κι ένας νέος 28 χρονού και μου είπε «Ήρθα γιατί έχω μεγάλη λαχτάρα να σ’ ακούσω, να μου πεις μια λέξη».
-Εγώ δεν είμαι θεολόγος, τι να σας πώ; Τι δουλειά κάνεις;
-Φέρνω εμπορεύματα, από τη Γερμανία.
-Ε, λοιπόν, τάδε, σ’ έχω ανάγκη, σε θέλω. Το παιδί ξαφνιάστηκε.
-Πώς με ξέρεις; Είπε. Εγώ ήρθα κι έκατσα απ’ έξω και δεν μίλησα σε κανέναν, κανένας δεν με ήξερε. Έσπρωξα τους άλλους και μπήκα κι αυτοί νόμισαν πως ήμουν γνωστός σου και παραμέρισαν, εσύ πού με ξέρεις;
-Εγώ δεν σε ξέρω, αλλά ο Χριστός σε ξέρει, του είπα.
-Καλά, ο Χριστός με ξέρει, εσύ πώς με ξέρεις, ρώτησε.
Δεν μας είπε αν του εξήγησε πως τον ξέρει, αλλά μας είπε:
-Όταν έφυγε έσκυψε με φίλησε εδώ (κι έδειξε το μέτωπό του) και τα πόδια πάνω απ’ την κουβέρτα.
Μετά από λίγες μέρες ήρθαν αρκετά κορίτσια με βράκες και αγόρια. Όταν έπιασα τα μαλλιά τους ήταν σκληρά, ήταν άλουστα από καιρό.
«Μας έστειλε ο τάδε είπαν. Στάθηκαν αυτού το ένα κοντά στο άλλο. Εγώ κοίταζα ίσια μπροστά, αλλά νοερώς κοίταζα ένα – ένα τα παιδιά κι έλεγα το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» για το καθένα: μία φορά έτσι, μία αλλοιώς (κι έδειχνε με το δάχτυλο απ’ αριστερά προς τα δεξιά κι από δεξιά προς τ’ αριστερά) ένα τέταρτο. Εγώ προσευχόμουν νοερώς πολύ έντονα.
Αισθάνθηκα πως όλα τα παιδιά έβγαζαν μια φωνή όλα μαζί, δεν ξέρω τι έλεγαν, δεν ξέρω, όχι το «Κύριε Ιησού Χριστέ» όχι, αλλά έβγαζαν μια κραυγή όλα μαζί.3 Όταν έφευγαν φίλησαν τα πόδια μου πάνω απ’ την κουβέρτα. Τα είχε φαίνεται δασκαλέψει ο τάδε και με ρώτησαν: Μπορούμε να ξανάρθουμε Γέροντα; Όποτε θέλετε παιδιά μου, τους είπα:
Ήρθαν και δυο αδέρφια αγόρι και κορίτσι ενός πολύ πλουσίου. Είχα ακούσει τον πατέρα τους και είπα ας πάρω τηλέφωνο. Αφού πέρασαν 10 μέρες κατά τις 10 το βράδυ πήρα. Βρήκα τη μητέρα η οποία μου είπε: Πέρασα και σε χαιρέτησα, αλλά δεν σου είπα τίποτα. Φεύγουμε αύριο για ταξίδι στας Ινδίας, στο Σάι – μπάμπα4 και μετά θα έρθουμε να σε δούμε». Φαίνεται είναι και οι γονείς και τα παιδιά επηρεασμένοι από αυτόν.
Μακριά από παραψυχολογικά πειράματα.
Μια κοπελίτσα είπε για το πείραμα παραψυχολογίας που έκαναν στο σχολείο της οι συμμαθηταί της και της είπε:
«Μακριά, μακριά! Γιατί είναι τρομερά. Πάνε χρόνια που μου έφεραν ένα παιδί 16 χρονού να το διαβάσω γιατί το είχαν υπνωτίσει και μετά δεν ξαναξύπνησε. Περπατάει, αλλά «κοιμάται». Όταν το διάβαζα έκανε κάτι εισπνοές βαθειές έτσι (και μιμήθηκε βαθειές βίαιες εισπνοές).
Είναι πράγματι επικίνδυνα αυτά. Ενεργεί ο διάβολος και καταλαμβάνει τους ανθρώπους. Μακριά».
Συνάντηση με ένα φονιά.
Άλλη φορά μου είπε ο Γέροντας:
«Όταν ήμουν στην Εύβοια, είχα βγει στο βουνό και είχα φτιάξει την καλύβα μου σε αγράμπελες ανθισμένες. Όλη την ημέρα ήμουνα στο χωριό και το βράδυ πήγαινα στο βουνό. Ένα βράδυ κάθισα από κάτω από την καλύβα και έλεγα το απόδειπνο νοερώς και όταν έλεγα την ευχή της Παναγίας είδα την Παναγία μ’ όλα τα τάγματα. Ήρθα σε κατάνυξη και γονάτισα˙ ήρθε λάμψη από το θρόνο της Παναγίας και άρχισα να λέω δυνατά: «Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, Αγνή Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα…» φώναζα δυνατά στο δάσος ήταν αηδόνια. Μπροστά μου ήταν ένας σχίνος και ξαφνικά είδα ένα ανθρώπινο κεφάλι να κουνιέται μέσα στον σχίνο. Σταμάτησα και αυτός με ρώτησε, άνθρωπος είσαι ή διάβολος. Άνθρωπος είμαι, του είπα. Βγήκε από το σχίνο και μου είπε: Πάτερ, σκότωσα την γυναίκα μου˙ ήρθα από την Αμερική και την σκότωσα και θέλω να φύγω. Πήγαινε φέρε μου ψωμί. Πήγα στην εκκλησία στο χωριό και του έφερα ένα σακκούλι πρόσφορα. Μου είπε: Μόλις σε είδα είπα ποιος τον έφερε αυτόν το διάολο εδώ. Αλλά εσύ είσαι άνθρωπος του Θεού. Μην πεις σε κανέναν τίποτα. Μου φίλησε το χέρι και έφυγε. Ύστερα από δυο μέρες ήρθαν χωροφύλακες και τον γύρευαν. Εγώ δεν ήθελα να πω ψέματα και χώθηκα σ’ ένα λάκκο που είχα. Ήταν εκεί κοντά και τσοπαναρέοι. Άκουσα τους χωροφύλακες να ρωτούν τους τσοπαναρέους μήπως είδαν να κρύβεται κάποιος άνθρωπος κι αυτοί απάντησαν πως δεν είδαν. Τότε άρχισαν να ρωτούν που είμαι εγώ, κι οι τσοπαναρέοι τους είπαν: Αφήστε τον παπά αυτός κάνει την προσευχή του. Έτσι εγώ, ούτε τον μαρτύρησα ούτε ψέματα είπα.5
Ο τσοπάνος που του πήρε τις κουβέρτες.
(Γραμμένο την ώρα που το διηγείτο σε μένα από τηλεφώνου).
-Μετά την εξομολόγηση πήγαινα στο βουνό και προσευχόμουν πολύ καθαρά μέσα στο μυαλό μου και κοιμόμουν στο βουνό. Είχα πάρει κάτι τσαντίρια (σκεπάσματα), και είχα βρει έναν λάκκο και κοιμόμουν μέσα. Βάθος 1.50Χ2. Από κει περνούσε ένας τσοπάνος που έβοσκε τα πρόβατα. Πέρασε στις 12 η ώρα τα μεσάνυχτα και είδε ότι δεν ήμουν εκεί και πήρε τα ρούχα και πήγε 200 μέτρα κάτω από μία αγραπιδιά (γκορτσά) και κοιμήθηκε. Εγώ πήγα στη 1 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, είδα ότι έλειπαν τα ρούχα και μαζεύτηκα σαν τον γάτο και έλεγα τους ψαλμούς. Μου ήρθε η ιδέα να πάω στην γκορτσά, πήγα, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Έκανα άλλα 100 μέτρα, εκεί ήταν ένα νεροφάγωμα. Στάθηκα και έλεγα «Έως πότε, Κύριε, επιλήση μου εις τέλος;… οδύνας εν καρδία μου».6 και ακούω μια φωνή, «Γέροντα να με συγχωρέσεις, εγώ πήρα τα ρούχα σου. Πήγα πρώτα κάτω από την γκορτσά, αλλά έπειτα σηκώθηκα και ήρθα εδώ». Του είπα: «δώσε μου τα μισά να κοιμηθώ κι εγώ απόψε και κράτα κι εσύ τα μισά».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
1. Το περιστατικό αυτό ενέπνευσε τον συγγραφέα καθηγητή Π. Β. Πάσχο να γράψει το διήγημα: Ο Γέροντας, το οποίο βλ. στο ομώνυμο βιβλίο του, έκδ. 3η, Ακρίτας σελ. 9-27.
2. Η διήγησις αυτή του π. Πορφυρίου έγινε ανήμερα τα Φώτα σε σπίτι φίλης.
3. Προφανώς έλεγαν μια ινδουϊστική επίκληση.
4. Πρόκειται για κάποιον που παριστάνει τον θεάνθρωπο και πλανά τους ανθρώπους. Έχει γίνει πασίγνωστος σε όλο τον κόσμο. Μια αντικειμενική παρουσίασή του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ταχυδρόμος (13 -1-2001, σ. 63-69).
5. Ηχογραφημένη διήγηση του περιστατικού αυτού από τον Γέροντα Πορφύριο περιλαμβάνεται στο υπό έκδοσιν από το Ησυχαστήριο βιβλίο «Γέροντος Πορφυρίου, Αυτοβιογραφία».
6. Ψαλμ. 12, 2-3.

Από το βιβλίο: Θαυμαστά γεγονότα και συμβουλές του Γέροντος Πορφυρίου. Αθήναι, Σεπτέμβριος 2009.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.