Πρωτοχρονιά στην αγιά – Παρασκευή – Φώτη Κόντογλου.

Την Αγιά – Παρασκευή τη λέγανε μοναστήρι, μα στ’ αληθινά ήτανε ένα υποστατικό που όριζε ο γούμενος. Δεν είχε μήτε καλόγερους, μήτε τα άλλα που έχουνε τα μοναστήρια. Ο γούμενος και το σόγι του ορίζανε τα γύρω βουνά, τους ελαιώνες, τα χωράφια, τα περιβόλια, τους βοσκοτόπους, τις αλυκές, τη θάλασσα, τα ζωντανά που βοσκούσανε στους μεράδες. Γούμενος χειροτονιότανε ένας από την οικογένεια, ο πιο γραμματισμένος κι ο πιο τιμημένος, κι αυτό γινότανε πάππων – προπάππων.
Ο γούμενος κ’ οι ανθρώποι του καθόντανε σ’ ένα αληθινό κάστρο με ψηλά τειχιά, που είχε μέσα πολλούς οντάδες, μαγερειά, φούρνους, ντεπόζιτα, μύλους, και στη μέση ήτανε η εκκλησία της Αγιάς – Παρασκευής. Αυτό το ξωτικό το κάστρο ήτανε χτισμένο απάνω σ’ ένα βουνό, που το έζωνε η θάλασσα από τις τρεις μεριές και που είχε στην κορφή του έναν βράχο, οπού δεν θα βρίσκεται άλλος μ’ ένα τέτοιο παράξενο σκέδιο και τόσο μεγάλος. Το κάστρο ήτανε χρισμένο στη ρίζα του, κατά τη νοτιά.
Ένα βράδυ, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, καθόντανε μέσα στον οντά ο γέρο – γούμενος ο Στέφανος, η αδερφή του Ευγενία μοναχή, τ’ ανίψια τους, δηλαδή τρεις αδερφάδες: Ζαχαρώ, Ευανθία, και Φεβρωνία, και δυο αδέρφια: ο Παρασκευάς κι ο Στέφανος, που γίνηκε ύστερα γούμενος στο ποδάρι του θείου του. Η κάμαρα ήτανε στρωμένη με μαλακά άσπρα χαλιά, κ’ είχε μίαν αληθινή και μια φυσική αρχοντιά. Απ’ όλα καταλάβαινες πως βρίσκεσαι στην Ανατολή. Όλοι καθόντανε διπλοπόδι.
Ο γούμενος έμοιαζε σαν άγιος Ανατολίτης˙ η μύτη του ήτανε γυριστή και μεγάλη, τα μάτια του ήτανε αυστηρά μα καλοκάγαθα, κι όποτε σιμογελούσε, γινότανε χαροποιό το πρόσωπό του, τα γένια του και τα μαλλιά του ήτανε απεριποίητα σαν του ντερβίση. Όπως καθότανε στο μεντέρι του, κι όπως λιγομιλούσε, καταλάβαινες πως είχε κάποια μυστηριώδη εξουσία απάνω του, ένα πράγμα που το ‘χουνε μονάχα οι Ανατολίτες. Στο κορμί και στο πρόσωπο ήτανε ξερός. Φορούσε ένα ζωστικό μεταξωτό, κ’ είχε ρίξει κοντά του τη γούνα του απάνω στο μεντέρι.
Σ’ ένα άλλο μεντέρι καθότανε η αδελφή του η γουμένισσα, αρχοντογυναίκα κ’ εμορφογυναίκα. Οι τρεις ανιψάδες τους ήτανε κοσμικές, μα καλογεροφέρνανε. Από τ’ ανίψια τους, ο Παρασκευάς ήτανε έμπορος, είχε μισιρτζίδικο στην πολιτεία. Ο πιο μικρός, ο Στέφανος ήτανε αναγνώστης, κ’ είχε λίγα γενάκια. Λιγνόκορμος, σαν νηστεμένος, αρχοντικός στην όψη, σαν Άγιος Στέφανος αληθινός, ως δεκαοχτώ χρονών, με μακριά βρακιά και με σεμνά ρούχα.
Ο γούμενος φουμάριζε μ’ ένα τσιμπούκι, και στ’ άλλο το χέρι του βαστούσε ένα μαύρο κομπολόγι. Το τσιμπούκι ήτανε και κείνο από μαύρο γιούσουρο, ένα έμορφο τεφαρίκι.
Κουβεντιάζανε μαζί με τον φίλο του τον Μανώλη τον Στόϊκο, που είχε έρθει από τα Χριστούγεννα. Κάθε τόσο έμπαινε στον οντά κ’ ένας παραγυιός, τσομπάνηδες, ζευγάδες, ξοχάρηδες, περιβολάρηδες, καρβουνιάρηδες, βαρκάρηδες, αγροφύλακες. Αυτοί καθόντανε στον πλαγινόν οντά, που ήτανε πολύ μεγάλος, σωστό βεράνι, μ’ ένα τζάκι μεγάλο που έκαιγε φωτιά με λιόξυλα, και περνούσανε ένας – ένας μέσα, αφού βγάζανε πρώτα τα τσαρούχια τους, για τα παπούτσια τους, για τα τζεσμέδια τους, και κάνανε μετάνοια στον γούμενο, και λέγανε τούτο και κείνο για τη δουλειά τους.
Η Αγιά – Παρασκευή ήτανε σαν ένα βασίλειο φυσικό κι αρχαίο. Βασιλιάς ήτανε ο παπά – Στέφανος, τριγυρισμένος από τη συνοδεία του κι από τους άρχοντες του παλατιού του. Υποταχτικοί του ήτανε οι παραγυιοί του. Οι μουσαφιραίοι δεν απολείπανε, χρόνον καιρό, από το υποστατικό του, που ‘χε τόσες βολές, οπού μπορούσανε να φιλοξενηθούνε είκοσι και τριάντα άνθρωποι μαζεμένοι, να φάνε και να πιούνε καλά, να κοιμηθούνε σε μαλακά και καθαρά παπλώματα, και να φχαριστηθούνε.
Υπάρχανε του Αβραάμ τα καλά, ν’ αρχίσεις από τα θαλασσινά και να τελειώσεις στα στεριανά, τα βουτύρατα, το πρωτόγαλα, τις μυτζήθρες, τα παχιά τα γάλατα, τα μανούρια, τα γιαούρτια. Τις μεγάλες μέρες κρεμόντανε στο μαγερειό αρνιά σφαγμένα, λες κ’ ήτανε χασάπικο. Σε δυο – τρία τζάκια βράζανε τα φαγιά. Τις μέρες της νηστείας νηστεύανε το λάδι, μα βάζανε στο τραπέζι ένα σωρό νηστευτικά: μύδια, κυδώνια, στρείδια, χταπόδια, χαβιάρια, τουρσιά, ταχίνια, και τα φαγιά τα μαγειρεύανε με σουσαμόλαδο. Από φαγούσιμα, μονάχα κάτι λιγοστά αγοράζανε από την πολιτεία, τ’ άλλα τα έβγαζε η Αγιά – Παρασκευή, γιατί είχε ό,τι γεννά η θάλασσα κ’ η στεριά, κι όχι η κάθε στεριά κ’ η κάθε θάλασσα, αλλά η βλογημένη Ανατολή.
Λοιπόν, εκείνη τη βραδιά, καθόντανε αυτοί οι ανθρώποι στον οντά και κουβεντιάζανε. Απ’ όξω φυσούσε ο χιονιάς, κ’ έκανε ένα κρύο τατάρικο, μα μέσα ήτανε ζεστά σαν χαμάμι. Όλα ήτανε γιορταστικά και φχάριστα˙ τα πρόσωπα ήταν γελαζούμενα, ακόμα και του γούμενου, που ήτανε πάντα αυστηρός.
Ο γούμενος κ’ η αδερφή του η γουμένισσα μιλούσανε από τα μεντέρια τους. Λέγανε το ‘να και τ’ άλλο και κάθε τόσο κόβανε την ομιλία τους, για να παραγγείλουνε τούτο και κείνο, ή για ν’ ακούσουνε τι τους έλεγε κανένας παραγυιός.
Κοντά τους καθόντανε τ’ ανίψια τους κ’ οι ανιψάδες τους, καθώς τα είπαμε. Παραπέρα παίζανε απάνω στα ζεστά χαλιά τα παιδιά της μεγαλύτερης ανιψιάς, της Δέσποινας, που ήτανε η μονάχη παντρεμένη.
Οι μεγάλοι λέγανε ιστορίες. Κι οι ιστορίες δεν τελειώνανε, ιστορίες αληθινές, που γινήκανε απάνω σ’ αυτό το παλαιό και φτυχισμένο μέρος, απ’ όπου είχανε περάσει λογιών – λογιών ανθρώποι, ο κάθε ένας με το δικό του χούγι, ιστορίες να γελάς και να κλαίς, ιστορίες που γινήκανε προ πενήντα – εξήντα χρόνια, κι άλλες που γινήκανε πέρσι και πρόπερσι.
Ο κάθε άνθρωπος είχε από ένα παρανόμι: ο μπάρμπας – Μανώλης ο Βαιλές, ο Γιάννης ο Βλογημένος, ο Ξενοφώντας ο Ντελη – Μπρισίμης, τα τρία αδέρφια ζευγάδες, ο Γιωργής, ο Απόστολος κι ο Στρατής, που τα λέγανε «τρία παιδιά άγρια ζωντανά», ο Βαγγέλης ο Ξεροτρόχαλος, ο Νικόλας ο Γρίτσας καπετάν – Μαστροχάουζας, κ’ ένα σωρό άλλοι. Κ’ οι γυναίκες είχανε και κείνες παρατσούκλια, η Μαριγώ η Μετανοούσα, η Καλλιόπη η Κλαίουσα, η κυρά – Παρασκευούλα η Συγκύπτουσα, η Μυρσίνη το Αστρολάκι, και τέτοια. Οι ψυχοπαίδες αγαπούσανε τις κυράδες τους και τ’ αφεντικά τους, και τους βλέπανε στο στόμα, να τρέξουνε να κάνουνε το θέλημά τους.
Τέτοιες χρονιάρες μέρες, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, ερχόντανε πάντα μουσαφιραίοι και πολλοί κυνηγοί, γιατί είχε κάθε λογής κυνήγι απάνω στην Αγιά – Παρασκευή. Στα χρόνια που ήτανε γούμενος ο γέρο – Στέφανος, θα περάσανε από το βασίλειό του χιλιάδες μουσαφιραίοι, ακόμα κ’ επίσημοι ανθρώποι, πασάδες, δεσποτάδες κι αξιωματικοί. Περάσανε και κοντραμπατζήδες, φονιάδες, κατσάκηλες, ληστές. Όλοι βρίσκανε φιλοξενία, οι καλοί μαζί με τα απολωλότα πρόβατα. Γι’ αυτό έλεγε κι ο μπάρμπα – Μανώλης ο Βασιλές: «Από δω πέρασαν τουρλού –τουρλού ανθρώποι, και φάγαν κ’ ήπιαν και σχωρέσαν. Εδώ πέρα είναι τ’ Αβραγιάμ το σπίτι, τ’ Αλή Πασά το σεράγι!»
Η μια κουβέντα έφερνε την άλλη. Οι γυναίκες θυμόντανε το ‘να, θυμόντανε τ’ άλλο, σαν να θέλανε να καταγράψουνε τα όσα γινήκανε στα περασμένα χρόνια, απόψε που τελείωνε ο χρόνος. Ο γερο – γούμενος ήτανε λιγόλογος, κ’ η γουμένισσα και κεινής μετρημένα ήτανε τα λόγια της.
Ο λόγος γύρισε στον Αλέξη τον Καψάλη, που τον είχανε τσομπάνη, και που τον είχε βαφτισμένο η γουμένισσα. Αυτός σκότωσε τον Παναγή τον Κεφάλα και πέντε Τούρκους ζαπτιέδες, κ’ ύστερα τον σκοτώσανε και κείνον οι Τούρκοι στ’ Αγιού – Γιαννιού τη Βουνάρα και κόψανε τα κεφάλια τους και τα κρεμάσανε στο Κονάκι τ’ Αϊβαλιού. Θυμηθήκανε τον καπετάν – Νικόλα τον Λασπίτη, που καϊνάντισε το καΐκι του σαν τέτοιες μέρες, παραμονές, στον Κάβο – Μονόπετρο, με μια χιονιά «Θεέ και Κύριε», και που γλυτώσανε κ’ οι τρεις γεμιτζήδες που ήτανε μέσα στο καΐκι, καβαλικεμένοι στην καρίνα. Θυμηθήκανε τον Γιάννη τον Μπαρμπάκο, τον τσομπάνη, που ηύρε σε μια φωλιά κάτι κουτάβια νεογέννητα, και τα ‘φερε για να παίζει το Γιαννάκι, το εγγόνι του γούμενου, κι αυτά τα κουτάβια ήτανε από ούγαινα, κ’ η μάννα τους πήγαινε κι ούρλιαζε όξω από το μαντρί του, ως που τη σκότωσε, σκότωσε και τα κουτάβια που κοντέψανε να φάνε το Γιαννάκι. Θυμηθήκανε τον παλαβό – Παρασκευά, που ήρθε μια χρονιά, παραμονή Χριστούγεννα, τέσσερις ώρες δρόμο, φορτωμένος ένα μεγάλο πιθάρι, μ’ έναν χιονιά μπουρινιασμένον, και φανερώθηκε άξαφνα κ’ έκανε μετάνοια στον γούμενο, κ’ είπε: «Ήρθα, άγιε γούμενε, ν’ ασκητέψω!» «Βρε αθεόφοβε», του λέγει ο γούμενος, «τέτοιες μέρες άφησες τη μάννα σου και τις αδερφάδες σου, κ’ ήρθες με τούτον τον χειμώνα να γίνεις άγιος; Θα σε βάνω κάνονα, να κάνεις χίλιες μετάνοιες και να διαβάσεις είκοσι φορές το Ψαλτήρι!» «Μετά χαράς, γούμενε», λέγει πάλι ο Παρασκευάς. «Έφερα και τούτη τη σφίδα, να μπαίνω μέσα να κάθουμαι όλη τη νύχτα, να κάνω αγρυπνία. Ευλόγησον, δέσποτα!» «Δε ντρέπεσαι, βρε, κοτζάμ ντερέκι, να κάνεις τέτοια καμώματα; Ου, να χαθείς, να χαθείς!» έκανε θυμωμένος τάχα ο γούμενος μα σιμογελώντας κατ’ απ’ τα μουστάκια του, κ’ είπε σιγανά: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι».
Αληθινά, ο Παρασκευάς πήγε και βρήκε μια σπηλιά παραπέρα από τα μαντριά που ήτανε κάτω από το μοναστήρι, και κουβάλησε το πιθάρι εκεί μέσα, πήρε κ’ ένα τεμπεσίρι και γέμισε τον βράχο με άγιους και με τελώνια, και ζωγράφισε τον βρυγμόν των οδόντων, τον τάρταρον, το πυρ το εξώτερον, σκώληξ ο ακοίμητος, τι πάσχουν οι πόρνοι, οι κλέφτες, οι αξομολόγητοι, που να φοβάται άνθρωπος να μπει μέσα. Κι αφού τα βόλεψε όλα στ’ ασκηταριό του, έμπαινε κάθε βράδυ μέσα στο πιθάρι κ’ έψελνε όλη τη νύχτα με κάτι χοντρές φωνές που ακουγόντανε ίσαμε την Τρύπια Πέτρα, μισό μίλι μακριά. Είχε μια γενειάδα κόκκινη και σγουρή, κι ο λαιμός του ήτανε χοντρός σαν ταραμοβάρελο.
Από κείνη τη χρονιά, ερχότανε ταχτικά κάθε σαραντάμερο και καθότανε στη σπηλιά, κ’ έφευγε ύστερ’ από τα Φώτα. Και τούτη την ώρα που κουβεντιάζανε, ο παλαβό- Παρασκευάς βρισκότανε στη σπηλιά του. Έβγαινε από κει μέσα μονάχα το Σαββατόβραδο και την Κυριακή το πρωί που πήγαινε στον Εσπερινό και στη Λειτουργία, και τις μεγάλες γιορτάδες. Του στέλνανε το φαγί του μ’ ένα ψυχοπαίδι.
Οι τέτοιες ιστορίες λοιπόν δεν είχανε τέλος, και περνούσε η ώρα. Στο μεταξύ μαζευτήκανε στον οντά καμιά δωδεκαριά μουσαφίρηδες, ο Κωσταντής ο Τσαμαϊδής, μιαν ανθρωπάρα σαν ελέφαντας, αγαθός και απονήρευτος, με το τουφέκι και με τα φυσιγκλίκια για το αβ,1 ο Παναγής ο Στριγκάρος, ο κυρ Θόδωρος ο Μπαμπακάς, θεοφοβούμενος και σιγομίλητος, ο Παναγής ο Σελάς, που ήτανε στην τούρκικη υπηρεσία, ντυμένος σαν Τούρκος γιούζμπασης,2 με τα ποδήματα, με μια κατσούλα από αστραχάν και με στριμμένα μουστάκια, ο κυρ –Ουράνιος, κι αυτός στην τούρκικη υπηρεσία, γραμματικός στο Κονάκι, ο Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στη Μαύρη θάλασσα και που δεν έβαλε κάλτσες στη ζωή του, ο διάκος ο Σίλβεστρος, ο παπά- Καλλίνικος ο Γκιουργκιουλής, ο πάτερ – Νικάνορας ο Κουκουτός, ιερομόναχος από τη μονή του Παντοκράτορος, ο Αρσένιος ο Σγουρής, καλόγερος, κ’ ένα – δυο άλλοι. Όλοι τους δείχνανε μεγάλο σέβας στον γούμενο και στη γουμένισσα, ακόμα κι ο Σελάς, που ήτανε άγριος άνθρωπος, κι ο Στριγκάρος, που είχε σκοτωμένους δυο – τρεις, ως εκείνον τον καιρό που μιλάμε.
Σαν ήρθε η ώρα, στρώσανε το τραπέζι. Βάλανε στη μέση έναν μεγάλον σοφρά, και γύρω του βάλανε τέσσερις μικρότερους, που είχανε απάνω του πουλιού το γάλα. Ο γούμενος ήτανε λιγόφαγος, κι όποτε δεν ήτανε νηστεία, έτρωγε πάντοτε στο τέλος ένα αυγό σφιχτό κ’ έπινε ένα ποτήρι μαύρο κρασί. Πέθανε εκατόν έξι χρονών και πάλι έπεσε από ‘να γαϊδουράκι που καβαλίκευε και πήγαινε στ’ αλώνια το καλοκαίρι, και με κείνο το πέσιμο πέθανε σε λίγες μέρες.
Σαν αποφάγανε, έκοψε ο γούμενος τη βασιλόπιττα με ευλάβεια, σαν να ‘κανε Λειτουργία. Σε κάθε κομμάτι έλεγε: «Του Χριστού, της Παναγίας, του Αγίου Βασιλείου, της Αγίας Παρασκευής, του σπιτιού, του πάτερ – Νικάνορος, του πάτερ – Καλλινίκου, του Σίλβεστρου, του τάδε, του τάδε» ως που στο τέλος έκοψε και για «τα ζωντανά, τα δεντρικά, τα γεννήματα, τις βάρκες». Πού να φτάξει η βασιλόπιττα για τόσα κομμάτια! Σαν τελείωνε η μία, είχανε άλλη έτοιμη, κ΄ ύστερα άλλη, και τις βάζανε μπροστά του οι γυναίκες. Στα παιδιά και στους γέρους, έκανε πως ξεφεύγει τάχα το μαχαίρι, κ’ έκοβε πιο μεγάλα κομμάτια: «Να, μια κομμάτα για το Γιαννάκι! Να, μια κομμάτα για τον μπάρμπα – Βασιλέ!»
Σαν πήρε ο κάθε ένας το κομμάτι του, τα παιδιά είπανε τα κάλαντα, λέγανε μαζί κ’ οι κοπελούδες. Ύστερα φάγανε βασιλόπιττα με το τυρί, όσο ήθελε ο καθένας. Ήπιανε κι από ένα ποτηράκι κονιάκι οι άντρες, κι από ένα ζεστό, άλλος φασκομηλιά, άλλος γάλα, και πήγανε να κοιμηθούνε.
Ο χιονιάς βογγούσε απ’ όξω, σα να ‘θελε να ρίξει κάτω τα βράχια. Το μουγκρητό της θάλασσας ήτανε τέτοιο, που έλεγες πως το πρωί θα σηκωθείς και θα δεις ξεθεμελιωμένους τους κάβους και τις στεριές. Μα από μέσα ο οντάς ήτανε ζεστός σαν χαμάμι, κι ως να τους πάρει ο ύπνος, νανουριζόντανε γλυκά από τη φουρτούνα.
Τα γλυκοχαράματα, χτύπησε η καμπάνα, κι όλοι σηκωθήκανε, εξόν τα παιδιά. Ο βοριάς είχε μαϊνάρει.
Μπήκανε στην εκκλησία. Ως να πούνε τον Εξάψαλμο, έφεξε καλά. Από χαμηλά, από το μαντρί, ακουγόντανε τα πρόβατα που βελάζανε, ξεχωρίζανε και τα νιογέννητα με την ψιλή φωνή τους, καθώς και τα κουδούνια. Λειτουργός ήτανε ο πάτερ – Νικάνορας ο Κουκουτός, μαζί με τον διάκονο τον Σίλβεστρο. Ο γούμενος καθότανε στο στασίδι του από δεξιά, με τη γούνα του, κι απ’ αριστερά η γουμένισσα στο δικό της. Δεξιός ψάλτης ήτανε ο κυρ – Θόδωρος ο Μπαμπακάς, κι αριστερός ο κυρ – Ουράνιος με τον παπα – Γκιουργκιουλή. Ο Αρσένιος ο Σγουρής υπηρετούσε στο Ιερό, έδινε το θυμιατό, άναβε τις λαμπάδες, έβραζε το ζέον. Τους ψαλτάδες τους βοηθούσανε τ’ ανίψια του γούμενου, ο Παρασκευάς κι ο Στέφανος.
Ψάλανε λοιπόν «αργώς και μετά μέλους» τις καταβασίες: «Δεύτε, λαοί, άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ», τους αίνους και τα στιχηρά: «Φέρει περιτομήν εν σαρκί», κ’ ύστερα το δοξαστικό του αγίου Βασιλείου: «Εξεχύθη η χάρις εν χείλεσί σου, όσιε Πάτερ».
Την ώρα που πιάσανε το Χερουβικό, ήρθανε ακόμα δυο τσομπάνηδες, ο Θανάσης και ο Μήτρος, μαζί με τρεις άλλους που φαινότανε θαλασσινοί. Όπως μάθανε σαν απόλυσε η εκκλησιά, αυτοί ήτανε μέσα στο μπουγάζι φορτωμένοι κάρβουνα, και τους έκλεισε ο καιρός. Μα, για να κάνουνε Πρωτοχρονιά, αποφασίσανε να σηκωθούνε στα πανιά την παραμονή. Ο καιρός ήτανε, όπως είπαμε και πρωτύτερα, βοριάς καργάδος, κ’ επειδής τον είχανε από μπροστά, βολτατζάρανε. Το καΐκι ήτανε θαλασσομάχο και τα ‘βγαζε πέρα, μα ο αγέρας, όσο βράδυαζε, τόσο σκύλιαζε. Δυο ώρες πριν να νυχτώσει, βρεθήκανε ανάμεσα στον Κάβο – Καλόγερα και στο νησί του Προδρόμου, κι ορτσάρανε καλά, για να καβατζάρουνε τον κάβο. Μα, σαν είδανε πως ξεπέσανε και πως δεν τους έπαιρνε μέσα ο κόρφος, θελήσανε να τα γυρίσουνε, πλην δεν μπορέσανε, το καΐκι δεν τα πήρε απάνω του,3 κ’ έπεσε στις ξέρες, πριν να προφτάξουνε να φουντάρουνε. Πέσανε κ’ οι τρεις στη θάλασσα κ’ ήβγανε στη στεριά, ζωντανοί, μα παγωμένοι. Τον έναν τον πλάκωσε το καΐκι σαν μπατάρισε απάνω στο βράχο, μα δεν τον σκότωσε, μοναχά μάτωσε το κεφάλι του. Σαν βγήκανε όξω, πήρανε ένα μονοπάτι και τους έβγαλε στο μαντρί που καθόντανε με τα πρόβατα ο Μήτρος και ο Θανάσης. Τους ζεστοκοπήσανε και τους ταΐσανε, και το πρωί τους πήρανε μαζί τους στην εκκλησιά.
Την ώρα που ήτανε να πούνε το «Πιστεύω», πετάχτηκε άξαφνα στη μέση της εκκλησιάς ο παλαβο- Παρασκευάς, που ήτανε κρυμμένος στο Αγίασμα, κι άρχισε να το λέγει με μια τέτοια αγριοφωνάρα, που ξύπνησε κι ο μπάρμπα – Μανώλης, που τον είχε θολώσει ο ύπνος. Γυρίζει ο γούμενος να δει, και βλέπει τον Παρασκευά να φορά μια ρόμπα σαν το καφτάνι που φοράνε οι χοτζάδες, και που την είχε κάνει ο ίδιος από μία ζαχαρόμπουρδα4 της Καλκούτας, που έφτανε ως τα γόνατά του. Τέτοιο θέαμα παρουσίαζε, με την κόκκινη γενειάδα και με τα στριμμένα τα μουστάκια, που πιάσανε και γελούσανε πνιχτά γυναίκες και άντρες.
Ο γούμενος θύμωσε. Σαν απόλυσε η εκκλησιά, τον μάλωσε τον καημένο τον Παρασκευά και του έβαλε κάνονα. Και κείνος έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του, κ’ είπε πως μια βδομάδα έραβε μέσα στην σπηλιά εκείνο το άμφιο, να το βάλει στη Λειτουργία για να πει το «Πιστεύω» και να τον χειροτονήσει αναγνώστη ο γούμενος.
Ως τα Φώτα δεν εβγήκε από τ’ ασκητήριό του, παρά έψελνε νύχτα – μέρα, καθισμένος μέσα στο πιθάρι με το τσουβάλι της Καλκούτας, «περιβεβλημένος σάκκον και καθήμενος επί σποδού».

Υποσημειώσεις.
1. Κυνήγι.
2. Λοχαγός.
3. Δηλαδή δεν μπόρεσε να πάρει βόλτα, να πάρουνε τα πανιά αγέρα από την άλλη μεριά.
4. Τσουβάλι της ζάχαρης.

Από το βιβλίο: Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, του Φώτη Κόντογλου. Εκδόσεις: Άγκυρα. Αθήνα, Μάιος του 2009.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Ιστορικά, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.