Ο Ιησούς του Ναυή (Θεολογική αποτίμηση του βιβλίου) και η κατάληψη της Ιεριχούς (μέρος Γ’) – Δημητρίου Θαλασσινού.

Η ιστορική αυτή αναντιστοιχία δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει ούτε να μας σκανδαλίζει. Έχει να κάνει με το στόχο που το βιβλίο θέλει να εξυπηρετήσει. Οι βιβλικοί συγγραφείς επεξεργάζονται το υλικό τους, που προέρχεται από αρχαίες παραδόσεις, όχι ως ιστορικοί, όπως αντιλαμβάνεται κανείς σήμερα το έργο του ιστορικού, αλλά κυρίως ως θεολόγοι. Κάτω από ποιες ακριβώς συνθήκες επιτεύχθηκε το αποτέλεσμα, με ποια χρονολογική σειρά έγιναν τα γεγονότα και πόσο διήρκεσαν, αντιμετωπίζονται από τον βιβλικό συγγραφέα ως λεπτομέρειες που τον αφήνουν αδιάφορο. Σημαντικό γι’ αυτόν είναι το αποτέλεσμα και κυρίως η θεολογική εκτίμησή του για το παρόν και το μέλλον της σχέσης του Θεού με τον λαό του. Τα ιστορικά γεγονότα, λοιπόν, αποτελούν τις αφορμές για τη μελέτη των θείων ενεργειών για τη σωτηρία του κόσμου, των πρωτοβουλιών δηλαδή του Θεού και της ανταπόκρισης των ανθρώπων σε αυτές με προοπτική το μέλλον, που είναι η Βασιλεία του Θεού, σύμφωνα με τη χριστιανική θεώρηση.
Συνεπώς, η εξιστόρηση των γεγονότων δεν σκοπεύει στην παροχή ιστορικών- με τη σύγχρονη σημασία του όρου- πληροφοριών, αλλά στη θεολογική τους εκτίμησή τους και, κυρίως, στη διατύπωση αιώνιων θεολογικών αληθειών, που θα διατηρούν την αιωνιότητά τους όσο θα υπάρχουν άνθρωποι πάνω στη Γη. Πρόκειται για προφητική θεώρηση και εκτίμηση της Ιστορίας, γεγονός που δικαιώνει κατά κάποιον και την ένταξη από την ιουδαϊκή παράδοση των «ιστορικών» βιβλίων στα προφητικά έργα.
Οπωσδήποτε, η ιδέα ενός πολεμιστή Θεού που προστάζει τον ολοκληρωτικό αφανισμό των ηττημένων ήταν σύμφωνη με το δίκαιο του πολέμου κατά την εποχή εκείνη. Προσκρούει, όμως, στη σύγχρονη αντίληψη περί αγαθότητας του Θεού και προκαλεί αισθήματα φρίκης και αποστροφής σήμερα, όπως άλλωστε και τότε. Η ιδέα του αδίστακτου Θεού, όμως, απορρέει και είναι αλληλένδετη με τον τρόπο που οι άνθρωποι της εποχής εκείνης αντιλαμβάνονταν τον κόσμο και ό, τι συνέβαινε σε αυτόν. Οι βιβλικές εκφράσεις που παρουσιάζουν τον Θεό να μιλάει και να διατάζει τον αφανισμό δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται κυριολεκτικά, επειδή πρόκειται για διατυπώσεις που δηλώνουν όχι τον τρόπο με τον οποίον δρα ο Θεός, αλλά τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι της εποχής κατανοούσαν και ερμήνευαν τα γεγονότα. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι οποιαδήποτε πολιτική ή στρατιωτική επιτυχία των ηγετών του Ισραήλ, οι οποίοι, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής ήταν εκλεγμένοι από τον Θεό, γινόταν κατανοητή ως ενέργεια που είχε υπαγορευτεί από εκείνον. Η θετική ή αρνητική έκβασή της πιστοποιούσε αν η συγκεκριμένη ενέργεια ήταν εντέλει σύμφωνη με το θέλημά του ή όχι. Όλα αυτά απορρέουν από τη βασική αρχή της πίστης του Ισραήλ πως καθετί που συμβαίνει στον κόσμο γίνεται επειδή ο Θεός το θέλει ή το επιτρέπει.
Επιπλέον, ο λόγος του Θεού, που προηγείται της αφήγησης ενός πολεμικού κατορθώματος, όπως στην περίπτωση του Ιησού: «Σου παραδίδω την Ιεριχώ, τον βασιλιά της και τους πολεμιστές της στα χέρια σου», δεν έχει την έννοια χρησμού, αλλά είναι ένας λογοτεχνικός τρόπος για να διακηρυχθεί η πάγια θεολογική θέση ότι οι νίκες του Ισραήλ είναι έργο του Θεού.
Μια άλλη εξήγηση για την αντίληψη περί αγριότητας του Θεού, θα πρέπει να αναζητηθεί στις αντιλήψεις των αρχαίων λαών της περιοχής, σύμφωνα με τις οποίες η νίκη στον πόλεμο αποτελούσε, εκτός από προϋπόθεση για την επιβίωσή τους, και απόδειξη της αδυναμίας και της συντριβής των θεοτήτων των ηττημένων. Μέσα από την περιγραφή των επικών κατορθωμάτων των ενωμένων φυλών του Ισραήλ διακηρύσσεται η αιώνια αλήθεια ότι οι θεοί των ειδωλολατρών είναι ψεύτικοι και ανίσχυροι απέναντι στον μόνο αληθινό Θεό, ο οποίος τηρεί πάντοτε τις υποσχέσεις του.
Η πιστότητα αυτή του Θεού στη Διαθήκη απαιτεί, όμως, την επίδειξη ανάλογης πιστότητας και από την πλευρά των ανθρώπων. Πρόκειται για κεντρική θεολογική θέση πάνω στην οποία στηρίζεται η σύνθεση του βιβλίου του Ιησού του Ναυή. Αν ο Ισραήλ αξιώθηκε της δωρεάς του Θεού, αυτό το οφείλει στην πιστότητα που ο Ιησούς επέδειξε απέναντι στο νόμο του Μωυσή. Κατά συνέπεια, μόνον η επίδειξη ανάλογης πιστότητας από τον λαό μπορεί να του εξασφαλίσει τη συνέχιση των θείων ευεργεσιών. Έτσι το βιβλίο τελειώνει όπως ακριβώς άρχισε· στον τελευταίο λόγο του προς τον λαό ο Ιησούς δίνει την ίδια συμβουλή που είχε πάρει και αυτός από τον Θεό στην αρχή του Βιβλίου: «Να σέβεστε τον Κύριο και να τον λατρεύετε με ειλικρίνεια και αφοσίωση. Πετάξτε μακριά τους θεούς που λάτρεψαν οι πρόγονοί σας… Αν όμως δεν σας αρέσει να λατρεύετε τον Κύριο, τότε διαλέξτε σήμερα τους θεούς που θέλετε να λατρεύετε».
Ο λαός ανταποκρίθηκε θετικά, διατυπώνοντας μια ομολογία πίστης. Από το ερώτημα του Ιησού και την απάντηση του λαού προκύπτουν τα βασικά χαρακτηριστικά μιας αυθεντικής ομολογίας πίστης, όπως την κατανοούν οι βιβλικοί συγγραφείς. Η ομολογία αυτή δεν μπορεί να είναι μια γενική και αφηρημένη διατύπωση κάποιων πεποιθήσεων. Ούτε μπορεί να σημαίνει συναισθηματική ή εκ παραδόσεως ένταξη σε κάποια θρησκευτική κοινότητα, αλλά προϋποθέτει ελεύθερη και προπάντων συνειδητή επιλογή. Η ομολογία πίστης δεν μπορεί να είναι μια κατάφαση σε μια θεωρητική διδασκαλία περί Θεού, αλλά προϋποθέτει εμπειρία των ενεργειών του Θεού και συνεπάγεται συγκεκριμένη στάση ζωής. Συνεπώς, η ομολογία πίστης δεν μπορεί να είναι ξεκομμένη από τη ζωή.
Από την άποψη αυτή το μήνυμα του βιβλίου Ιησούς του Ναυή διατηρεί την επικαιρότητά του έως σήμερα. Η βασιλεία του Θεού είναι, όπως ακριβώς κάποτε η Χαναάν για τους Ισραηλίτες, ένα δώρο του Θεού προς τους ανθρώπους. Η είσοδος όμως σε αυτήν προϋποθέτει σκληρό αγώνα, η έκβαση του οποίου εξαρτάται από την ποιότητα των σχέσεων του λαού με τον Θεό του.
Αυτή την αλήθεια εκφράζει και ο τύπος του Ιησού του Ναυή στην Καινή Διαθήκη και στην Εκκλησία. Ο σημερινός πιστός καλείται, με απόλυτη ελευθερία και μόνο εφόδιό του την εν Χριστώ αγάπη, να αναδειχθεί υιός Θεού, παλεύοντας ενάντια στις δυνάμεις της φθοράς και του θανάτου, στους σύγχρονους ψεύτικους θεούς και στα είδωλα, που αποδομούν τη συνοχή της ανθρωπότητας και διαταράσσουν τη σχέση της με τον δημιουργό της, μεταξύ των μελών της, με τη φύση και το περιβάλλον.
Τέλος, είναι σκόπιμο να τονιστεί ότι στην Παλαιά Διαθήκη λαός του Θεού είναι εκείνος που τον δέχεται στη ζωή του και τον εμπιστεύεται. Η αλήθεια αυτή εκφράζεται περίτρανα σ’ ένα μεταγενέστερο του Ιησού του Ναυή βιβλίο, εκείνο του Ιωνά, στο οποίο οι ειδωλολάτρες κάτοικοι της Νινευή παρουσιάζονται πιο άξιοι από τον λαό του Ισραήλ. Στο βιβλίο του Ιωνά ο Θεός ζητάει όχι την εξολόθρευση των κατοίκων της Νινευή, αλλά τη σωτηρία τους.

Ο Ιησούς του Ναυή στην τέχνη

Αναφορά στον Ιησού του Ναυή συναντάμε στη Θεία Κωμωδία, όταν το πνεύμα του Ιησού παρουσιάζεται στον Δάντη και συγκαταλέγεται στους «πολεμιστές της πίστης». Ο συνθέτης της εποχής του Μπαρόκ Γκέοργκ Φρίντριχ Χαίντελ συνέθεσε ορατόριο με τίτλο Ιησούς το 1747. Ο Ιησούς του Ναυή είναι ο πρωταγωνιστής στη νουβέλα επιστημονικής φαντασίας Jericho Moon του Matthew Woodring Stover.

Παράβαλε και:
Ο Ιησούς του Ναυή και η κατάληψη της Ιεριχούς (μέρος Α’) – Δημητρίου Θαλασσινού.
Ο Ιησούς του Ναυή (Χαρακτηριστικά του βιβλίου) και η κατάληψη της Ιεριχούς (μέρος Β’) – Δημητρίου Θαλασσινού.

Κατηγορίες: Άρθρα, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Μελέτες - εργασίες - βιβλία. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.