Ο παπά-Φώτης ο Λαυριώτης εφημέριος στο χωριό Τρίγωνας Πλωμαρίου επί 44 ολόκληρα χρόνια – Π. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου.

Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της ζωής του (1950 -1994).

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Μυτιλήνης κυρός Ιάκωβος ο Α’, ο από Δυρραχίου, τον διορίζει εφημέριο σ’ ένα μικρό χωριό κοντά στο Πλωμάρι, τον Τρίγωνα, στην ενορία του αγίου Αντωνίου. Εκεί στον Τρίγωνα εργάσθηκε με πολύ ζήλο και αυταπάρνηση υποδειγματική. Δεν ήταν ο εφημέριος της καλοπέρασης. Τον ενδιέφερε πως θα καταστήσει τις ψυχές των ενοριτών του κατοικητήριο του εν Τριάδι Θεού μας. Αγωνίσθηκε με ζήλο για την κατήχηση των νέων παιδιών του Τρίγωνα. Ήθελε όλοι οι ενορίτες του να εκκλησιάζονται τακτικά και ανελλιπώς. Θλιβόταν όταν δεν τους έβλεπε και προσπαθούσε με τον τρόπο του να τους προσελκύσει στο ναό. Δεν ήταν λίγες οι φορές που, όταν διεπίστωνε την χωρίς αιτία αγροτικής εργασίας απουσία τους, πήγαινε ευθύς μόλις τελείωνε τη θεία Λειτουργία στους καφενέδες και τα έβαζε με τους θαμώνες τους, τους επέπληττε για την πνευματική αδιαφορία τους! Ιδιαιτέρως φρόντισε για τη διαφύλαξη της ορθοδόξου παραδόσεως χωρίς να αποστραφεί και όλα τα τοπικά έθιμα του χωριού εφόσον αυτά είχαν ορθόδοξα ερείσματα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι συγκέντρωσε όλες τις αγιογραφημένες εικόνες στο ναό του, μεταφέροντάς τες ο ίδιος από ξωκκλήσια και περεκκλήσια για να μην κλαπούν από επικίνδυνους ιερόσυλους. Και δεν έφθανε μόνο αυτό αλλά προσπαθούσε και για τη συντήρησή των με όποιο χρηματικό τίμημα κι αν επιβαρυνόταν τις περισσότερες φορές ο ίδιος. Επίσης κατέστησε το ναό του χωριού, τον άγιο Αντώνιο, ένα κόσμημα τέχνης, ομορφιάς και καθαριότητας. Έγραφε σχετικά στον σεβ. Μητροπολίτη Μυτιλήνης: «Όταν ανέλαβα καθήκοντα εφημερίου ο ναός ήτο ένα αχούρ (=σταύλος) που κυκλοφορούσαν όνοι αδέσποτοι ως και εις το κοιμητήριον».
Αγιογράφησε ολόκληρο το ναό με αξιόλογες αγιογραφίες καθώς επίσης και με όμορφα μάρμαρα στο ιερό βήμα.
Δίπλα ακριβώς από τον περικαλλή ναό του αγίου Αντωνίου, στο προαύλιο στη νότια πλευρά κατεσκεύασε με πολύ μεράκι και ζήλο ένα πανέμορφο παρεκκλήσιο, ένα κόσμημα ναού με τρούλλο, γεμάτο μέσα με μινιατούρες αγιογραφίες πολλών αγίων και παραστάσεων. Με καμάρι διηγόταν ότι μέσα σ’ αυτό το ναό φτιάχτηκαν πεντακόσιες αγιογραφημένες εικόνες μικρές και μεγάλες!
Ακόμη ασχολήθηκε με τη διαφύλαξη της περιουσίας του ναού του Τρίγωνα. Από ένα κτήμα που βρήκε όταν ανέλαβε εφημέριος στο χωριό, αύξησε την περιουσία του ναού σε δέκα κτήματα, κάνοντας εύρωστη σε οικονομικά οφέλη την ενορία του.
Ασχολήθηκε από νωρίς με την διαφύλαξη των οστών των κεκοιμημένων και περιέφραξε με ωραίο φράχτη το κοιμητήριον επιμελούμενος ο ίδιος τα οστά και τους τάφους. Στο Κοιμητήριον του Τρίγωνα ανοικοδόμησε ένα ναό επ’ ονόματι των αγίων ενδόξων Αποστόλων, Πέτρου και Παύλου. Κάτω απ’ αυτόν ακριβώς το ναό κατεσκεύασε και το οστεοφυλάκιο. Σχετικά αναφερόμενος στον Σεβ. Μητροπολίτη Μυτιλήνης έγραφε: «Εις το Κοιμητήριον κυκλοφορούσαν όνοι αδέσποτοι… Οι σταυροί επί των τάφων, χαμαί υπό των όνων των διπόδων και των τετραπόδων. Είχεν μόνον τον κάτω τοίχον. Έκτισα τους υπολοίπους και ανέγειρον ναόν μετ’ οστεοφυλακείου… και εφύτευσα 70 πεύκα. Τα οστά εκτεθειμένα ήτο βορά των κυνών. Εις τα Ιωάννινα μετέβην δύο φοράς προς κατασκευήν μικρού αργυρού πολυελαίου, δαντελωτών κανδηλών, αρτοφορείου και αγίου Ποτηρίου. Έκτισα εν τω περιβόλω βυζαντινόν ναΐσκον εκ πέτρας σταθερόν με τρούλλους στειριζομένους επί τας κορυφάς των τεσσάρων τόξων του μικρού παρεκκλησίου εις τον μικρόν νάρθηκα. Ένα κόσμημα ουχί μόνον της Λέσβου, άλλ’ ολοκλήρου της Ελλάδος. Εγώ έφερα την αγιογραφίαν πρώτος εν Λέσβω. Το περιτύλιξα με διακοσμημένον τοιχείον εργασίας εννέα μηνών ιδίοις χερσίν… Εκ του σχεδίου του Ναΐσκου και της αγιογραφίας του πολλοί τα εμιμήθησαν…». Το 1952 μετέφερε ο ίδιος ο παπά-Φώτης με κοφίνια τα λείψανα των κεκοιμημένων του κοιμητηρίου Τρίγωνα στο νέο οστεοφυλάκιο. Είχε μεγάλη μέριμνα και σεβασμό για τα λείψανα των κεκοιμημένων.
Είναι δε χαρακτηριστικό να σημειώσουμε ότι ο παπά-Φώτης με τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του είχε επιβάλλει στους ενορίτες του να προετοιμάζει εκείνος με τα χέρια του τους κεκοιμημένους. Δεν επέτρεπε σε κανέναν να ντύσει νεκρό του χωριού του. Αν κάτι συνέβαινε και δεν τον εύρισκαν και προχωρούσαν στο ντύσιμο, γινόταν μεγάλη φασαρία. Θεωρούσε την όλη διαδικασία μια ιεροτελεστία και είχε έναν απαράμιλλο σεβασμό στα σώματα των κεκοιμημένων ακολουθώντας τα τυπικά των ιερών μονών του αγίου όρους. Συνέβη κάποτε, όπως μας διηγήθηκε κάποιος ενορίτης του να πεθάνει κάποιος εκτός χωριού στο νοσοκομείο και να τον φέρουν ήδη τακτοποιημένο. Ο παπά-Φώτης πήγε στο σπίτι της κηδείας και έκανε φασαρία. Οι συγγενείς του κεκοιμημένου του έλεγαν: «Μα παπά-Φώτη πέθανε στη Μυτιλήνη πώς εσύ θα πήγαινες εκεί να τον ντύσεις;». Κι ο παπά-Φώτης φωνάζοντας έτσι περισσότερο τους απαντούσε: «Αν μου το λέγατε εγώ θα εύρισκα τρόπο να πάω και να τον ντύσω στη Μυτιλήνη». Αυτή του τη συνήθεια ο παπά-Φώτης την πέρασε στους ενορίτες του τόσο πολύ, που πρόσεχαν και τηρούσαν το πρόσταγμά του με πάσα ακρίβεια. Γιατί αν δεν συνέβαινε το δικό του, αλήθεια ποιος θα τους γλύτωνε από τις φωνές του και τα επιτίμιά του;
Ακόμη και κατά τις εκταφές ο παπά-Φώτης είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Έπρεπε οι ενορίτες του που θα έκαναν την εκταφή να του το πουν από νωρίς. Εκείνος αφού έκανε σχεδόν σε όλους σαρανταλείτουργα κατά τη θανή τους, τελούσε το πρωί της ημέρας της εκταφής Θεία Λειτουργία κατά την οποία εκτός των δώρων που έπρεπε να προσκόμιζε η οικογένεια του θανόντος θα έπρεπε να είναι όλοι τους εξομολογημένοι και να συμμετέχουν οπωσδήποτε στην αγία κοινωνία. Έπειτα μετέβαινε ο ίδιος επί του τάφου και αφού τελούσε Τρισάγιον έδιδε εντολή στον εργάτη να αρχίσει το σκάψιμο. Πρόσεχε πολύ και έδιδε συνεχώς εντολές για το σκάψιμο. Όταν εμφανιζόταν τα γεγυμνωμένα οστέα η προσοχή του εντεινόταν έτι περισσότερο και μάζευε με τα χέρια του όλα τα οστά με πάσα επιμέλεια και γνώση ανατομίας. Κάποτε μας διηγήθηκε κάποιος γνωστός του, πνευματικό του παιδί, ο κ. Ευθύμιος Φασιάς, απόστρατος αξιωματικός τα ακόλουθα: «Όταν πλησίασε ο καιρός των ανοιγμάτων του τάφου της μητέρας μου, ο παπά-Φώτης μου έδωσε εντολή να τον καλέσω οπωσδήποτε για να κάνει ο ίδιος την εκταφή της. Έτσι τον κάλεσα και ήρθε στο χωριό μου στην επαρχία της Άρτας. Την ώρα που άρχισε η εκταφή, αφού πρώτα έκανε θεία λειτουργία στο ναό κι έπειτα τρισάγιον επί του τάφου, είχαμε πάρει κάποιον εργάτη για την διαδικασία αυτή. Όταν άρχισαν να φαίνονται τα οστά άρχισε ο παπά-Φώτης να μαζεύει ένα ένα τα κόκκαλα. Αφού τέλειωσε ο εργάτης τη δουλειά του και ήταν έτοιμος να βγει από τον λάκκο, ο παπά-Φώτης του φώναζε και του έλεγε ότι λείπει ένα κόκκαλο και να το ψάξει να το βρει οπωσδήποτε. Ο εργάτης εμφανώς κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από την διαδικασία δυσανασχέτησε. Εκνευρισμένος φανερά ο εργάτης έλεγε του παπά-Φώτη: «Δεν υπάρχει άλλο κόκκαλο, όλα τα έβγαλα!». Ο παπά-Φώτης συνέχιζε και του έλεγε: «Ψάχνε, ψάχνε λείπει μια κλείδα». Τελικά με το πολύ ψάξιμο βρέθηκε η κλείδα και ησύχασε ο παπά-Φώτης που επέμενε και ο εργάτης που τελείωσε. Όλα τα κόκκαλα τα περιποιήθηκε με μεγάλη φροντίδα. Τα έπλυνε με κόκκινο κρασί και τα στέγνωσε στον ήλιο καθαρίζοντάς τα με τα χέρια του». Στο τέλος, ρώτησα τον παπά-Φώτη δειλά – δειλά: «Παπά-Φώτη, τι λές η μητέρα μου ευαρέστησε τον Κύριο;». Και ο παπά-Φώτης με μια φυσικότητα, παίρνοντας στα χέρια του το κρανίο της μάνας μου, μου απαντάει: «Δεν βλέπ’ς που λάμπ’ το κεφάλι τ’ς; Δείγμα κι αυτό ότι ευαρέστησε τον Κύριο!».
Έγραφε σχετικά με τα παραπάνω σε μια επιστολή του ο παπά-Φώτης: «Δεν υπάρχει ανθρώπινος πόνος και ανάγκη να μη μετέχω. Αλλάζω νεκρούς και παραμένω σ’ αυτόν καθ’ όλην την νύκτα, κάμω εκταφάς, όλα αμισθί, μου πληρώνουν και δεν λαμβάνω χρήματα, λέγω ότι το διαπράττω δια ψυχικήν ωφέλειαν… και ποίος ήλθεν να τον βοηθήσω και τον έστειλα κενόν…».1
Αλλά ιδιαιτέρως φρόντιζε και για τους Αθιγγάνους και τους Γύφτους. Ο παπά-Φώτης δεν διέκρινε τους ανθρώπους από χρώμα ή τη φυλή τους. Τον κάθε άνθρωπο τον έβλεπε ως εικόνα του Θεού πλασμένο. Και είναι αλήθεια ότι τους Αθιγγάνους τους περιέβαλλε με τη μεγάλη του αγάπη. Κι από πού εισέπρατταν οι Αθίγγανοι του το επέστρεφαν με τον τρόπο τους. Δεν ήταν τυχαίο που κατά την κηδεία του πολλοί Αθίγγανοι προσήλθαν και προσκύνησαν το σκήνωμά του στο ναό και τον συνόδευσαν αργότερα στον τάφο του. Στον Τρίγωνα ο παπά-Φώτης συνήθιζε να τελεί τα ιερά μυστήριά τους. Τους βάπτιζε αφού πρώτα τους κατηχούσε, τους πάντρευε και ευλογούσε τις δουλειές τους και πολλές φορές έτρωγε μαζί τους. Χαιρόταν πάρα πολύ αυτή τη συναναστροφή τους, αυτούς τους φίλους του, αυτά τα παιδιά του. Πόσο χαιρόταν όταν τους βάπτιζε! Η ιδιορρυθμία του παπά-Φώτη κατά τις βαπτίσεις των ήταν ότι ο ίδιος αποφάσιζε κι έδιδε τα ονόματα στα παιδιά. Και φυσικά τα ονόματα που έδιδε δεν έχουν καμμιά απολύτως σχέση με τα ονόματα που δίνουμε όλοι εμείς συνήθως στα παιδιά μας. Ο παπά-Φώτης έδιδε ονόματα Παλαιοδιαθηκικά, τέτοια που ούτε γιορτάζουν, ούτε πανηγυρίζουν. Κάποιος γνωστός μου τον ρώτησε: «Γιατί παπά-Φώτη βάζεις τέτοια ονόματα κατά τις βαπτίσεις, αφού δεν γιορτάζουν;» και ο παπά- Φώτης με την απλότητα που τον διέκρινε έλεγε: «Επίτηδες τα βάζω αυτά τα ονόματα για να μην κάνουν κατά τις γιορτές τους οι χριστιανοί κραιπάλες και αμαρτίες. Αλλά και για τον λόγο ότι αυτά τα άγια πρόσωπα της Παλαιάς διαθήκης είναι αδικημένα, και κανείς από τους χριστιανούς δεν τα προτιμάει, ενώ ήταν οι άγιοι προ Χριστού και πολλά τέτοια πρόσωπα είχαν αγιασμένο βίο!». Είναι χαρακτηριστικό να προσέξει κάποιος τους κώδικες βαπτίσεων του ναού αγίου Αντωνίου Τρίγωνα για να εντοπίσει τα ονόματα των βαπτισμένων χριστιανών που έδιδε ο παπά-Φώτης, όπως: «Ισαάκ, Θάμαρ, Σουσάνα, Αβράαμ, Ιουδήθ, Εσθήρ, Αδάμ, Σεραπφία, Άβελ, Σωμανίτης, Ααρών, Σηθ, Ιουλιανή, Ταβιθά, Ρεβέκκα, Υπαπαντή, Δαν, Ασήρ, Ιούδας, Σάρρα, Ραχήλ, Πλάτων, Λευΐ, Ρουβήμ, Ισάχαρ, Ζαβουλών, Γαδ, Νεφθαλείμ, Σολομών, Κελαδίων, Ιώβ, Λύδδα, Βενιαμίν, Ήβη, Δεβώρα, Σωσάννα, Ενώς, Μαλελεήλ, Γεθσημανή, Ιερουσαλήμ, Επιστήμη, Λάμεχ, Μαθουσάλας, Αφραζάρ, Καϊνάς, Ιάρεδ, Φοίβη, Ιάφεθ, Σημ, Λογγίνος, Βερονίκη, Αστείος, Πρόκλα, Πρίσκελα, Σαλώμη, Λυδία, Ιακώβ, Ολδά, Ρουθ, κ.ά.».
Στο χωριό του τον Τρίγωνα και αλλαχού όταν ο κόσμος μάθαινε τα καμώματα του παπά-Φώτη σχετικά με τις παράξενες ονομασίες του έβγαλαν κι ένα στιχάκι, ως άλλωστε συνηθίζεται στις μικρές κοινωνίες: «Παπάς εβάπτισε παιδί και το ‘βαλε Ιούδα, μα δε μου λέτε βρε παιδιά παπάς ήταν, για αρκούδα!». Με τέτοια σχόλια τον στόλιζαν τον παπά-Φώτη κάποιοι, οι οποίοι φυσικά δεν γνώριζαν ότι το όνομα του Ιούδα δεν φανερώνει μόνον τον περιβόητο Ιούδα τον Ισκαριώτη, αλλά και τον άγιο της Εκκλησίας μας Ιούδα τον Θαδδαίο! Το στιχάκι αυτό το έβγαλε μια γυναίκα από τον Τρίγωνα, η Αρετή Φρεγαδιώτη καθότι συνήθιζε να βγάζει στιχάκια και για άλλα πράγματα που έβλεπε παράξενα.
Στους κώδικες βαπτίσεων του ιερού ναού αγίου Αντωνίου Τρίγωνα έγραφε με τα ωραία του καλλιτεχνικά γράμματα και σημειώσεις στο περιθώριο: «Από γένους γιούφτων» ή «μωαμεθανοί οίτινες εκχριστιανίσθησαν εδώ» ή «Αθίγγανοι σκηνίτας» και πάντοτε την αιτία του θανάτου π.χ. «εκ του πικρολιού (=ποτό).
Ποτέ του δεν δέχθηκε να τελέσει μόνο χρίσμα σε μεταστραφέντα προς την ορθοδοξία ετερόδοξο. Η συνήθειά του ήταν αυστηρή, όπως αυτή τηρείται σήμερα στο άγιον όρος, δηλ. ξαναβάπτιζε τους ετεροδόξους κανονικά, με τρεις καταδύσεις στον μεγάλο αγιασμό. Έλεγε χαρακτηριστικά σε κάποιους καθολικούς που του ζητούσαν να τους βαπτίσει: «Εάν θέλετε να γίνετε ορθόδοξοι χριστιανοί θα πρέπει να σας βαπτίσω κανονικά. Εγώ δεν κάνω ραντίσματα και πασαλείμματα!».
Μας διηγήθηκε με ενάργεια ότι καθ’ όλον το διάστημα της εφημερίας του στον Τρίγωνα ετέλεσε γάμους παρανόμως διαβιούντων ζευγαριών, όπως επίσης και εβάπτισε ζεύγος μουσουλμάνων, δίνοντάς του τα ονόματα Λογγίνος και Βερονίκη. Σε μια επιστολή του προς τον σεβ. Μητροπολίτη Μυτιλήνης κ. Ιάκωβο Γ’, τουπίκλην Φραντζή, με ημερομηνία 11/3/1999 γράφει: «εβάπτισα και εκχριστιάνισα 44 Τουρκογύφτους, εβάπτισα 16 Ελληνοχριστιανούς, εστεφάνωσα 11 συζώντας παρανόμως… εβάπτισα Ρωμιούς, Γύφτους, Τούρκους, Αλβανούς 116…».
Αξιοσημείωτο είναι ότι σε πολλές βαπτίσεις δεν υπήρχε ανάδοχος και ο ίδιος αναλάμβανε να κάνει και τον ανάδοχο! Στο βαπτίσεων του ναού αγ. Αντωνίου Τρίγωνα στη στήλη που αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του αναδόχου εκεί ο παπά-Φώτης έγραφε το δικό του όνομα «Φώτιος Λαυριώτης». Έτσι στα βιβλία βαπτίσεων του Ι. Ν. Αγ. Αντωνίου φαίνεται ότι από το έτος 1958 και εξής έγινε 88 φορές ανάδοχος ο ίδιος!!!
Εικάζεται εκ των απολογιστικών επιστολών του ότι πολλές φορές ο παπά-Φώτης βάπτιζε χωρίς χαρτιά και δικαιολογητικά και ως εκ τούτου πολλές βαπτίσεις δεν είναι καταχωρημένες στο βιβλίο βαπτίσεων του ναού.
Ο παπά-Φώτης αγαπούσε με πάθος τους αγίους της εκκλησίας μας. Δείγμα της μεγάλης του αγάπης προς τους αγίους του Θεού, αποτελεί το γεγονός ότι στον ενοριακό ναό του αγίου Αντωνίου Τρίγωνα, με θυσίες και πολλούς κόπους τοποθετήθηκαν και αγιογραφήθηκαν 170 εικόνες. Το κόστος της κατασκευής τους το αναλάμβανε ο ίδιος με εράνους, από γνωστούς και αγνώστους, που έτυχε να γνωρίσει σε κάποια στιγμή των πολλών ταξιδιών και περιπλανήσεών του. Έγραφε ασταμάτητα σε όποιον γνώριζε, κυρίως σε εκείνους που είχαν «παράδες» για να τον βοηθήσουν. Από πτωχούς και μεροκαματιάρηδες δεν έπαιρνε χρήματα, μάλλον εκείνος τους έδιδε από εκείνα που μάζευε για το έργο του, ακόμη κι αν ήταν εις βάρος της αποπερατώσεως του έργου του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιοι για να τον πειράξουν, είτε ηθελημένα είτε σκωπτικά για να γελάσουν μαζί του προκαλώντας τον, τον αποκαλούσαν «λήσταρχο!». Αυτό το έφερε βαρέως. Ήταν κι αυτό μια μέθοδος του διαβόλου που προσπαθούσε να γκρεμίσει το έργο του. Αυτό το γνώριζε καλά ο παπά –Φώτης. Γνώριζε καλά τις τέχνες του μισόκαλου διαβόλου. Προσωπικά δεν πάθαινε τίποτα από τις συκοφαντίες, αλλά λυπόταν που κάποιοι θα σκανδαλίζονταν μαζί του και πως γινόταν η αιτία κάποιοι να σταματήσουν την ελεημοσύνη τους. κάποιοι μάλιστα για να σταματήσουν το έργο του, εξ επηρείας του διαβόλου παρακινούμενοι, έφθασαν να γράψουν επιστολές σε δωρητές του παπά-Φώτη στην Αμερική, με αποτέλεσμα να τους επηρεάσουν και να σταματήσουν τις χορηγίες. Για την πράξη τους αυτή ο παπά-Φώτης παρόλο που στενοχωρήθηκε, τους συγχώρεσε όλους!
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ακόμη κι όταν κάποιος του έδιδε κάτι για το έργο του, ο παπά-Φώτης προκειμένου να ανταποδώσει κι αυτός με τη σειρά του κάτι, έτσι για να ξεπληρώσει κάπως την υποχρέωσή του, καθόταν και ζωγράφιζε σε διαφόρων μεγεθών χαρτιά που μάζευε στους δρόμους διάφορα ωραία εδάφια από την καινή διαθήκη, το ψαλτήρι, ή τους αγίους Πατέρες. Το αγαπημένο του κείμενο που έγραφε σε πολλούς ήταν η αρχή του Ευαγγελίου του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου «Εν αρχή ην ο λόγος…». Το πρωτόγραμμα του κειμένου, δηλ. το γράμμα Ε ήταν μια περίτεχνη ζωγραφιά, συνήθως είχε τη μορφή χεριού που ευλογούσε! Πόσο χαιρόταν όταν τελείωνε αυτό το απλό εργόχειρό του και το πρόσφερε! Αισθανόσουν την καθαρή παιδική ψυχή του να σπαρταράει από την αγαθή δόση του!
Συνήθως ο παπά-Φώτης δεν νοιαζόταν για το τι θα πούνε οι άλλοι γι’ αυτόν. Ήταν κι αυτό ένα χαρακτηριστικό γνώρισμά του. Τον συναντούσες σε απίθανε μέρη, να κάθεται καταγής, ως ξαπλωμένος, αδιάφορος στους περαστικούς καθωσπρέπει συνανθρώπους του. Έτσι ξεκουραζόταν κάπως διαβάζοντας κάποια βιβλία, περιοδικά ή ακόμη και εφημερίδες. Άλλες φορές τον εύρισκες ξαπλωμένο σε αυλόπορτες πλουσίων ή φτωχών σπιτιών. Άραγε ποιά ήταν η πρόθεσή του για τους ενοίκους τους; Άγνωστες οι βουλές του Θεού, αλλά και του παπά-Φώτη. Αν κάποιος τον συναντούσε σ’ αυτήν την κατάσταση και τον προσκαλούσε στο σπίτι του, ο ίδιος αποδεχόταν την πρόσκληση. Έτσι με τον τρόπο αυτόν ο παπά-Φώτης μπορούσε να μπαίνει σε σπίτια πλουσίων, επιφανών αλλά και πολύ πτωχών. Σε όλους όσους επισκεπτόταν δεν υπήρχε αλλαγή στη συμπεριφορά του. Όπως θα μιλούσε σε κάποιον Αθίγγανο, πτωχό, μεροκαματιάρη, με τον ίδιο και απαράλλακτο τρόπο θα συνομιλούσε και με τον πλούσιο, τον επιχειρηματία, τον υπουργό, το βουλευτή, το δήμαρχο, τον επιφανή. Καμμιά απολύτως διάκριση και αλλοίωση δεν συνέβαινε στα εσώψυχά του. Όλους τους συνανθρώπους του, εκτός που τους θεωρούσε εικόνες και πλάσματα του Θεού, μάλλον τους θεωρούσε και ανωτέρους του. Είχε όμως ως άνθρωπος ιδιαίτερο σεβασμό στους μορφωμένους και μάλιστα προς τους καθηγητές και διδασκάλους και τους επιστήμονες. Τους σεβόταν μέχρι αφαντάστου σημείου και ταπεινώς υποκλινόταν μπροστά τους. Σε περίπτωση όμως που διαπίστωνε ότι η σοφία τους χωριζόταν από την πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό μας ο παπά-Φώτης δεν δίσταζε, να καυτηριάζει τις πλάνες τους δημοσίως, είτε γραπτώς είτε με φωνές! Αλλά και σε περίπτωση που κανείς δεν τον φιλοξενούσε ή περνούσε αδιάφορος από κοντά του κι αυτό ο παπά-Φώτης το διασκέδαζε. Ποτέ του δεν πικράθηκε για ανάρμοστες συμπεριφορές αγνώστων συνανθρώπων του. Λυπόταν όμως όταν γνωστοί του άνθρωποι, κληρικοί και λαϊκοί, τον πίκραιναν ξεχωρίζοντάς τον από το «επίσημο» περιβάλλον τους.
Συνέβη κάποια φορά σε μεγάλη εθνική επέτειο να πάει ο παπά-Φώτης σε κάποιο ναό να συλλειτουργήσει με τον εκεί τακτικό εφημέριο, κι ο εφημέριος να τον αποπέμψει λόγω του ότι εκείνη την ημέρα θα είχε επίσημους στην ενορία του. Αυτό πολύ επίκρανε τον παπά-Φώτη, ο οποίος μπορεί να μην είχε ωραία εξωτερική εμφάνιση, μπορεί να μην είχε ατσαλάκωτα και καλοσιδερωμένα λαμπερά ράσα και άμφια και κουκούλια, αλλά είχε μεγάλη, ταπεινή και αγαθή καρδιά και προαίρεση.
Δυο αρετές μεγάλες και δυσεύρετες στην άπληστη κοινωνία που ζούμε. Κι όμως ο παπά-Φώτης δεν είχε το δικαίωμα να συλλειτουργήσει! Αλλά κάποια φορά που θα επισκεπτόταν η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κων/πόλεως και Νέας Ρώμης κ.κ. Βαρθολομαίος επίσημα το νησί της Λέσβου και την Ιερά Μητρόπολη Μυτιλήνης ο παπά-Φώτης παρόλο που κάποιοι ιερείς τον απόδιωχναν εκείνος εύρισκε τρόπο και τρύπωνε και εμφανιζόταν με «τα επίσημά του άμφια»!!!
Συνηθισμένη εικόνα του παπά-Φώτη που έχουν κυρίως οι Μυτιληνιοί κάτοικοι αποτυπωμένη μέσα στο μυαλό τους ήταν ο παπά-Φώτης σκυφτός να κουβαλάει στην πλάτη του τον καλογερικό τορβά του. Και τι δεν είχε εκείνος ο τορβάς. Ό,τι ήθελες το εύρισκες μέσα. Μελισσοκερένιες λαμπάδες, κρασί για θεία κοινωνία, παξιμάδια, χαρτιά, βιβλία, πετραχήλι χιλιοδιπλωμένο, ευχολόγιο, σταυρό, τεμάχια από άρτους αρτοκλασίας, ψυχοχάρτια, το μοναχικό κουκούλι κ.ά. Ό,τι του έδινες το έπαιρνε και το έβαζε μέσα στον τορβά του. Όταν καθόταν και χρειαζόταν κάτι κι έψαχνε στον τορβά του και συνέβαινε να μην το βρίσκει, τότε τα έβγαζε όλα μέσα από τον τορβά του και γέμιζε ένα ολόκληρο τραπέζι πράγματα! Μετά τα ξανάβαζε όλα μέσα ανάμεικτα.
Αλλά οφείλουμε να σημειώσουμε ολίγα πράγματα και για το καλυμμαύχι του. Το καλυμμαύχι του ήταν συνήθως παλαιό. Επειδή η όλη κατασκευή του είναι από χαρτόνι, επενδεδυμένο με μαύρη τσόχα, αυτό σημαίνει ότι κατά καιρούς οι κληρικοί το αντικαθιστούν με νέο. Του παπά-Φώτη όμως το καλυμμαύχι ήταν το ίδιο για πάρα πολλά χρόνια. Δεν είχε το σχήμα το κανονικό, γιατί πάνω σ’ αυτό συνέβη να καθήσει είτε ο ίδιος είτε κάποιος άλλος από απροσεξία. Αυτό δεν τον πολυένοιαζε. Δεν ενδιαφερόταν πως θα φαίνεται εξωτερικά. Αυτό το σημειώσαμε και αλλού στα γραφόμενά μας. Εκείνο που τον ενδιέφερε περισσότερο ήταν τα ψυχοχάρτια που μετέφερε μέσα σ’ αυτό να μην τα απωλέσει. Έμοιαζε στη συνήθειά του αυτή με τον άγιο Νικόλαο τον παπά-Πλανά. Ο παπά –Φώτης μέσα στο καλυμμαύχι του μετέφερε για πάρα πολλά χρόνια ψυχοχάρτια που του έδιδαν κατά καιρούς διάφοροι άνθρωποι, τους οποίους έτυχε να εξομολογήσει ή να συναντήσει σε κάποιο του ταξίδι. Ποτέ του δεν παρέλειπε να τα μνημονεύει εκείνα τα χαρτιά στις κατ’ ιδίαν του προσευχές και παρακλήσεις και κυρίως κατά τη θεία λειτουργία, την οποία τελούσε όταν είχε τις σωματικές του δυνάμεις ανελλιπώς. Ενθυμούμαι κάποια φορά που με επισκέφθηκε στο ναό μας, τον Άγιο Ελευθέριο – οδού Αχαρνών στην Αθήνα, ότι έψαχνε να βρει κάποιο χαρτί μέσα από τα χαρτιά του καλυμμαυχίου του και είδαμε με τα μάτια μας να απλώνει πλήθος χαρτιών πάνω στο τραπέζι. Και αναρωτιόμασταν πώς μέσα σ’ ένα μικρό καλυμμαύχι χωρούν τόσο πολλά χαρτιά! Στα πολλά χαρτιά του καλυμμαυχίου του φύλαγε με περισσή φροντίδα και όσα γράμματα του άρεσαν πολύ. Για παράδειγμα φύλαγε το γράμμα μιας 9χρονης ενορίτισσάς του της Ειρήνης, σήμερα είναι πρεσβυτέρα, που του το έστειλε όταν ο παπά-Φώτης αρρώστησε και παρέμεινε στο νοσοκομείο της Αθήνας. Επειδή τότε κανείς από τους ενορίτες του δεν ενδιαφέρθηκε για τον ίδιο είτε για να τον επισκεφθεί είτε για να του γράψει δυο λόγια παρηγοριάς, παρά μόνον η εννιάχρονη Ειρηνούλα, αυτό ο παπά-Φώτης το θεωρούσε μεγάλο και σπουδαίο δείγμα αγάπης και βαστούσε αυτό το γράμμα σε όλη του τη ζωή. Η Ειρήνη συνέπεσε κι έγινε πρεσβυτέρα στον διάδοχο του παπά-Φώτη στο χωριό Τρίγωνας, τον παπά-Δημήτρη Αφαλωνιάτη. Το γράμμα αυτό δεν το έδειχνε σε κανέναν αλλά ανεκαλήφθη μετά το θάνατό του. Παράξενο ένα χαρτί να το βαστά για πάνω από 26 χρόνια!
Μερικές φορές που λειτουργούσε στο ναό του στον Άγιο Αντώνιο Τρίγωνα κι έβλεπε ότι απουσίαζαν πολλοί πιστοί του από τη θεία λειτουργία αφού απόλυε και κατέλυε το άγιο Ποτήριο έβγαινε αμέσως από το ναό και κατευθυνόταν απευθείας στους καφενέδες του χωριού και χωρίς να φοβάται «κατσάδιαζε» πρώτα τους άνδρες που αδιαφορούσαν για την πίστη τους, υπενθυμίζοντάς τους την ματαιότητα της ζωής. Κι αυτή η πράξη του, παρόλο που κάποιος μελετητής θα την χαρακτήριζε αδιάκριτη, για τον παπά-Φώτη δεν ήταν μια πράξη ηθικής διδασκαλίας προς τους άλλους, ούτε προερχόταν με δόλο από τον ίδιο για να δείξει στους άλλους ότι εκείνος είναι άγιος, αλλά από τον καθαρό και ένθερμο ζήλο του που του υπαγόρευε η καθαρή καρδιά του, να προσπαθεί να μην αφήσει κανένα λογικό πρόβατό του στην πλάνη που γεννά πολλές φορές η αδιαφορία και η τεμπελιά. Όλοι τον σέβονταν και παρόλο που τους «ξεφώνιζε» και τους έλεγε τα στραβά τους εκείνοι δεν θύμωναν, αλλά τον άκουγαν με σκυμμένο το κεφάλι. Άλλωστε και αυτός ενώ την ίδια στιγμή τους επέπληττε πνευματικά αργότερα αφού τέλειωνε, με χαρά δεχόταν τον καφέ του κοντά τους. Κι αυτή η κίνησή του δεν τον απομάκρυνε από το ποίμνιό του, αλλά μάλλον τον ένωνε και τον καθιστούσε μέσα στις συνειδήσεις όλων πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι πριν τον θεωρούσαν.
Τους νέους και τις νέες του χωριού του που πήγαιναν να σπουδάσουν ή στο στρατό ποτέ δεν τους ξεχνούσε. Ιδιαιτέρως έκαμνε προσευχές γι’ αυτούς και τους έστελνε επιταγές με χρήματα! Γι’ αυτό όλοι οι νέοι τον αγαπούσαν κι έτρεφαν μια κρυφή αγάπη για το πρόσωπό του. Τους φαντάρους τους προστάτευε μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο. Χωρίς να το γνωρίζουν τα φανταράκια ο παπά-Φώτης με τις γνωριμίες του τα βοηθούσε, τόσο, που ούτε οι ίδιοι οι γονείς τους το έκαμναν. Σπούδασε πολλά παιδιά και συντηρούσε εκτός αυτών και τις οικογένειές τους. Κάποτε κάποιοι σκότωσαν κάποιον οικογενειάρχη, τον Γαβριήλ, στην Πλαγιά. Ο παπά-Φώτης νύχτα επισκεπτόταν και βοηθούσε τη χήρα. Είχε μέριμνα για τους πάντες και τα πάντα. Μας διηγήθηκε η κ. Βασιλική Παλάσκα- Πετρέλη από τον Τρίγωνα το ακόλουθο περιστατικό: «Κάποτε κάποια παιδιά από το χωριό μας έκαναν επεισόδια και προξένησαν ζημιές. Αποτέλεσμα ήταν να τα πάνω στην αστυνομία. Τότε μόλις το έμαθε ο παπά-Φώτης εμφανίσθηκε αμέσως ο ίδιος αυτοπροσώπως στην αστυνομία και είπε ότι εγώ έκανα τις ζημιές και αφήστε τα παιδιά ελεύθερα! Τέτοια ήταν η αγάπη του για τα παιδιά. Αλλά και τα μικρά παιδάκια τα χαιρόταν και τα αγαπούσε ιδιαιτέρως. Η συνηθισμένη πράξη αγάπης του ήταν να τα πιάνει από το λαιμό, από τα χέρια, να τα βάζει κάτω και να τα πατά. Κάποια από αυτά τα αποκαλούσε αγρίμια αλλά με τη δική του γνωστή διάλεκτο αγρίμ’ αγρίμ’».
Ένα σημαντικό κεφάλαιο της ζωής του παπά-Φώτη ήταν οι περιπέτειες της υγείας του. Πολλές φορές βρισκόταν με κατάγματα. Επειδή μερικές φορές τις νύχτες περπατούσε καταμεσίς στους δρόμους συνέβαινε να τον χτυπούν διερχόμενα αυτοκίνητα καθότι με τα μαύρα ράσα του δεν διακρινόταν για άνθρωπος. Αλλά εκτός αυτών των ευκόλων κατά κάποιο τρόπο περιστατικών, ο παπά-Φώτης πέρασε μεγάλη περιπέτεια στην Αθήνα. Συνέβη τον Φεβρουάριο του έτους 1984 στην οδό Αθηνάς στο κέντρο της Αθήνας να τον χτυπήσει άσχημα και να τον τραυματίσει ένας μοτοσικλετιστής αφήνοντάς τον σχεδόν ημιθανή και εγκαταλείποντάς τον. τότε ήταν μια δύσκολη περίοδο για τον παπα-Φώτη. Νοσηλεύθηκε για πολλούς μήνες στο νοσοκομείο ΚΑΤ και αργότερα μεταφέρθηκε και στο νοσοκομείο της Μυτιλήνης. Το πόδι του έγινε έξι κομμάτια και κατά την εγχείριση του έβαλαν τέσσερα καρφιά. «Αλλά εκτός από το πόδι μου χτύπησαν και τα μούτρα μου», έλεγε ο ίδιος. Σχεδόν οι πάντες τον ξέχασαν. Αυτό το έφερνε βαρέως μέσα στην ψυχή του. Ούτε οι συγχωριανοί του δεν ενδιαφέρθηκαν να τον επισκεφθούν ή ακόμα και να του τηλεφωνήσουν. Μόνο μια μικρούλα από το χωριό τον θυμήθηκα, η Ειρηνούλα που προαναφέραμε.
Όταν κάπως αισθάνθηκε να ανακτά τις δυνάμεις του αμέσως εγκατέλειψε το νοσοκομείο και το κρεββάτι και λαμβάνοντας στην αρχή δύο πατερίτσες άρχισε να περπατά για να συνεχίσει το έργο του. Πολύ γρήγορα πέταξε και την μία πατερίτσα και κυκλοφορούσε στους δρόμους με τη μία. Επειδή συνέβη ο γράφων τις γραμμές αυτές να δει το πόδι του παπα-Φώτη, καθότι τον εφιλοξένησε κάποιες φορές στην Αθήνα, διεπίστωσε ότι ακόμη και μέχρι την μακαρία κοίμησή του που αξιώθηκε να προετοιμάσει το άγιο σώμα του, διαφαίνονταν τα σημάδια αυτής της μεγάλης εγχειρήσεως.
Ο παπα-Φώτης χτυπήθηκε ανελέητα από τον μισόκαλο διάβολο. Οι παραπάνω περιπέτειες της υγείας του πιστεύουμε ότι γίνονταν με τη συνεργεία του διαβόλου για να τον κάμψουν. Όμως ο παπα-Φώτης γνώριζε καλά την τέχνη του διαβόλου. Στο τέλος είναι χαρακτηριστικό θα λέγαμε του παπα-Φώτη ότι πάντοτε έβγαινε νικητής, σώος και πιο δυνατός. Όλοι έμεναν έκπληκτοι όταν, ενώ τον περίμεναν πεθαμένο, τον έβλεπαν να περπατά καλύτερα από την προηγούμενη φορά. Ήταν η όλη παρουσία του μία έκπληξη. Ήταν ένα συνεχόμενο θαύμα. Και πώς να μην ήταν αφού ήταν ο άνθρωπος του Θεού; Ό,τι και να περνούσε είτε περιπέτεια υγείας, είτε ασιτία, είτε κάποια συκοφαντία, είτε λοιδωρία, είτε εξευτελισμό, το μοναδικό του εργόχειρο που ήταν η προσευχή του δεν το εγκατέλειπε.
Ήξερε όλες τις ακολουθίες απ’ έξω και ανακατωτά. Όταν προσευχόταν στο νοσοκομείο τον ένοιωθαν και τον σέβονταν όλοι οι νοσηλευόμενοι, γιατροί και νοσοκόμες. Κατά τις προσευχές του αυτές δεν είχε κάτι το επιδεικτικό ή πομπώδες, το λεγόμενο φαρισαϊκό και το προς θεαθήναι, αλλά επεδίωκε – και το πετύχαινε πολύ καλά – να προσεύχεται για να αρέσει μόνον στο Θεό. Στα χείλη του πάντα ακούγονταν εν ώρα απολύτου ησυχίας οι Χαιρετισμοί της Παναγίας. Ήταν η πιο αγαπημένη του προσευχή. Και πάντα τους έλεγε από στήθους, ποτέ του από βιβλίο!
Συνήθιζε στο χωριό του κατά την ημέρα της Αναστάσεως, εκ λαϊκής παραδόσεως που κύριο σκοπό είχε την ενίσχυση του ναού και των έργων που επιτελούνταν εν αυτώ, να δημοπρατεί την εικόνα της Αναστάσεως του Κυρίου μας. Κάποια φορά βγήκε στην Ωραία Πύλη για τη δημοπρασία. Τελικά οι ενορίτες του δεν ανταποκρίνονταν στις προτάσεις του. Κι ενώ αναιρούσαν τελικά επειδή κανείς δεν έδιδε, έφυγε από την ακολουθία και κλείσθηκε στο δωμάτιό του. Είδαν και έπαθαν να τον βγάλουν. Με χίλια ζόρια τον έβγαλαν αφού ο ίδιος έδωσε τα χρήματα. Η ακολουθία της Αναστάσεως φυσικά έγινε μετά τη μία τα ξημερώματα!
Αλλά ο παπα-Φώτης επέμενε να δίνουν οι πιστοί και στο δίσκο που έβγαινε στο ναό σε έκτακτες περιπτώσεις. Μια μέρα που δεν έρριξαν στο δίσο κάτι που να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες κάποιου έργου που γινόταν στο ναό, την ώρα που τελείωσε ο δίσκος και είδε ότι δεν είναι παρά μόνο λίγες πενταροδεκάρες, τότε πήρε τον δίσκο και από Ωραίας Πύλης του πάτησε μια κλωτσιά και τον έρριξε καταμεσίς του ναού, σκορπίζοντας τις πενταροδεκάρες μέσα στην εκκλησία!
Κάποτε σε μια λιτανεία συνάντησε ένα σκύλο ξαπλωμένο. Τότε γύρισε και του λέει ο παπα-Φώτης: «Χουντικέ, σήκω βρε περνάν οι άγιοι!!!». Έτσι αισθανόταν ο παπα-Φώτης τη λιτανεία. Και το άλογο ζώο τον κατάλαβε και σηκώθηκε.
Κάποιες φορές έν ώρα τελέσεως της θείας λειτουργίας όταν επικρατούσε φασαρία και συνομιλίες μεταξύ των πιστών αυτό τον έκανε να στενοχωρείται. Όχι τόσο γιατί δεν ακουγόταν ο ίδιος ή οι ψάλτες, όσο για την ανευλάβεια των φωνασκούντων. Κάποιες φορές σταματούσε και επιτιμούσε τον κόσμο που μιλούσε και όταν δεν του έδιδαν σημασία τους αποκαλούσε με κοσμητικά επίθετα ή δανειζόταν λέξεις από το ζωϊκό βασίλειο, όπως: «βόδια, μουσχάρια» κ.ά.
Ειπώθηκε από τον κ. Ευστράτιο Πετρέλλη, κάτοικο Τρίγωνα ότι: «Κάποτε ο παπα-Φώτης περιποιόταν έναν φυματικό. Τον άρρωστο τον είχαν μεταφέρει πάνω σε μια καλύβα στο βουνό. Ο παπα-Φώτης πήγαινε καθημερινά στο βουνό, τον έπλενε χωρίς φόβο και με πολλή αγάπη. Τον άρρωστο τον έλεγαν Ε.Κ.».
Κάποτε κάποιος έβρισε μπροστά του την Παναγία και ο παπα-Φώτης έπεσε επάνω του και τον χτύπησε. Μετά από δυο ώρες εμφανίσθηκε η αστυνομία. Κάνανε τελικά μήνυση τον άνθρωπο που βλασφήμησε την Παναγία και τον πήγαν στο δικαστήριο. Πρώτος και καλύτερος μάρτυρας ήταν ο παπα-Φώτης. Όταν έφθασε στο δικαστήριο ήταν περίλυπος. Η αμνησικακία του ήταν ανεκδιήγητη. Ο παπα-Φώτης στο δικαστήριο αντί να κατηγορήσει τον βλάσφημο τον επαίνεσε δεόντως. Όμως όταν τελείωσε το δικαστήριο και αθωώθηκε ο άνθρωπος την ώρα που βγήκαν έξω από τα δικαστήρια περνούσε ένας ψαράς με ένα κουβά ψαρονέρια. Τον άρπαξε ο παπα-Φώτης και τον έρριξε πάνω στον πρώην βλάσφημο. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να το διδάξει ότι στη ζωή του πλέον δεν πρέπει ποτέ του να εξυβρίσει τα Θεία!
Αλλά κάποιες άλλες φορές όταν περπατούσε κι έβλεπε να γίνονται καυγάδες και να πιάνονται στα χέρια συνάνθρωποί του, πρώτος και καλύτερος έμπαινε μέσα και προσπαθούσε να ηρεμήσει τους ανθρώπους που μάλωναν και βρίζονταν. Αποτέλεσμα ήταν πολλές φορές να τις φάει από τους διαπληκτιζόμενους!
Μια άλλη ανερμήνευτη και δυσκολοκατανόητη πράξη με τα δεδομένα τα εκκλησιαστικά ήταν και μια υιοθεσία ενός μικρού παιδιού από την Ιορδανία που έκανε ο παπα-Φώτης. Στην οικογενειακή του μερίδα υπάρχει η εγγραφή της υιοθεσίας χωρίς φυσικά να υπάρχουν δικαιολογητικά. Επρόκειτο περί ενός Ιορδανού που γεννήθηκε το έτος 1962 με το όνομα Ριάντ, επώνυμο Μίσλεχ του Ιζζάτ Ισά. Ως γνωστόν από το κανονικό δίκαιο που ισχύει και για το πολιτειακό δίκαιο ένας μοναχός δεν μπορεί να κάνει υιοθεσία. Το παράξενο στον παπα-Φώτη είναι ότι το έκανε, χωρίς εμείς να γνωρίζουμε μέχρι σήμερα ποια διαδικασία ακολουθήθηκε. Πάντως η πράξη του αυτή μόνο μέσα στα όρια της μεγάλης του φιλανθρωπίας μπορεί να ερμηνευθεί και πιθανόν να δικαιολογηθεί σε ό,τι νομικά προκύψει. Ο παπα-Φώτης όμως σε επιστολές που φαίνεται ότι έστελνε στον αείμνηστο καθηγητή Πανεπιστημίου και συμπατριώτη του Ιωάννη Φουντούλη προσπαθούσε να βγάλει υποτροφίες για δύο πτωχά αδέλφια εξ Ιορδανίας για να σπουδάσουν στη Θεσσαλονίκη. Ήταν όσο αγαθός και φιλάνθρωπος που δεν υπολόγιζε το προσωπικό του κόστος, ούτε και τη γραφειοκρατία. Αγαπούσε όλο τον κόσμο και αγωνιζόταν να θεραπεύσει με το δικό του τρόπο τα πράγματα. Το παράξενο για μας είναι ότι όλα τα δύσκολα και παράξενα που απαιτούσε ο παπα-Φώτης τα πετύχαινε, όπως φαίνεται ότι συνέβη και στις περιπτώσεις των Ιορδανών φοιτητών. Ήταν λοιπόν ο καλόγερος παπα-Φώτης και πατέρας εξ υιοθεσίας. Δεν γνωρίζουμε την τύχη αυτού του θετού παιδιού του. Εκ πληροφοριών, χωρίς να έχουν επακριβώς διασταυρωθεί, το θετό παιδί του παπα-Φώτη φαίνεται ότι εκοιμήθη.
Σε μια επιστολή του προς τον σεβ. Μητροπολίτη Μυτιλήνης κ. Ιάκωβο έγραφε σχετικά: «Ανέλαβον ευρισκόμενος εις την αγίαν Πόλιν (ενν. των Ιεροσολύμων) να υποστηρίξω ένα νέον απόφοιτον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως πολυμελούς και αναπήρου οικογενείας. Εκινήθημεν με τον Γραμματέα της αγίας και ιεράς συνόδου μητροπολίτην Βασίλειον και τον υπογραμματέα Παλλάδιον, νυν αρχιεπίσκοπον Τιβεριάδος. Το πατριαρχείον αδυνατούσε. Εγράψαμεν εις πολλούς συλλόγους των Αθηνών. Ουδεμία υπόσχεσις. Απετάνθην εις τον κ. Ιωάννην Φουντούλην, δια πολλών της γραφίδος ενοχλήσεων διότι αντιδρούσε στηριζομένη εις αποφάσεις η Σύγκλητος του Αριστοτελείου εν Θεσσαλονίκη πανεπιστημίου, αλλά δια της επιμονής αντί ενός υποτρόφου διότι ζητούσαμεν δια τους ορθοδόξους νέους Παλαιστηνίους υποτροφίαν προσέλαβον δύο αυταδέλφους τη αόκνω σπουδή και φροντίδι του σοφού και ωτρυρού Φουντούλη όπου μηδόλως διαφέρετε, ένας παραλληλισμός…».2 Με την απάντησή του αυτή ο παπα-Φώτης προφανώς δίδει την απάντηση για την παραπάνω απόφασή του να υιοθετήσει παιδί.
Αλλά όπως όλοι οι εργάτες του Ευαγγελίου στολίζονται από το φθόνο του πονηρού διαβόλου έτσι και ο παπα-Φώτης συνέβη να έχει έναν συγχωριανό από το χωριό που υπηρετούσε, τον Τρίγωνα, ο οποίος ήθελε να διοικεί εκείνος αποτέλεσμα ήταν να κάνει βίον αβίωτον του παπα-Φώτη. Έτσι ο παπα-Φώτης τον στόλιζε λέγοντας: «Στον Τρίγωνα έχω ένα δικτάτορα, είναι μια έχιδνα με δυο κεφάλια!». Παρόλα αυτά δεν κρατούσε κακία, ούτε τον βάσταξε ασυγχώρητον! Είχε τέτοια ανεξικακία για τον συνάνθρωπό του, ώστε εάν του ζητούσες συγγνώμη εκείνος πρώτος ήταν έτοιμος όχι μόνον να ζητήσει ξερά συγγνώμη, αλλά να βάλει και εδαφιαία μετάνοια!
Υποσημειώσεις.
1. Δουμούζη σ. 46.
2. Δουμούζη σ. 30

Από το βιβλίο: Παπά-Φώτης Λαυριώτης. Σημείον αντιλεγόμενον (1913- 2010). Του Π. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου. Αθήναι, 2011.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.