Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού: Υπόμνημα εις τον Άγιον Ευαγγελιστήν Ιωάννην, ομιλία κζ’ – Άγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

(Ιωάν. γ , 13-17)

Α. Ο,τι είπα πολλές φορές, αυτό θα επαναλάβω και τώρα, και δε θα παύσω να το λέγω. Ποιό είναι τούτο; Όταν δηλαδή είναι ο Χριστός ν’ ανακοινώση υψηλές αλήθειες, συγκρατεί πολλές φορές τον εαυτό του εξ αιτίας της αδυναμίας των ακροατών του. Δεν είναι πάντα ο λόγος του αντάξιος της μεγαλωσύνης του, πιο συνηθισμένο είναι να συγκατεβαίνη. Γιατί το υψηλό και μεγάλο και μια φορά να ειπωθή φτάνει να παραστήση την αξία του, όσο είναι δυνατό σ’ εμάς να συλλάβωμε με την ακοή. Τα απλούστερα όμως, που πλησιάζουν στο διανοητικό επίπεδο των ακροατών, αν δεν ελέγονταν αδιάκοπα, δε θα κατακτούσαν γρήγορα τον ακροατή που ρέπει στη γη.

Γι’ αυτό λοιπόν είναι και περισσότερα από τα υψηλά, που έχουν απ’ αυτόν λεχθή. Για να μην έχη όμως τούτο καμμιάν άλλη κακήν επίδραση κρατώντας το μαθητή προς τα κάτω, δεν παραθέτει απλα τα κατώτερα, αν δεν αναφέρη και την αιτία, για την οποία τα λέγει. Αυτό κάμει κι εδώ. Αφού μίλησε για το βάπτισμα και για την κατά χάρη γέννηση, που γίνεται στη γη, θέλοντας να έρθη και στην δική του γέννηση, την απερίγραπτη και ανκέκφραστη, σταματάει και δεν προχωρεί. Κι αναφέρει το λόγο, για το οποίο σταμάτησε. Ποιός είναι;Η σαρκικότητα και η ασθένεια των ακροατών. Αυτήν υπονοώντας πρόσθεσε• Αν σας είπα τα γήινα και δε με πιστεύετε, πως θα με πιστέψετε αν σας εκθέσω τα ουράνια; Ώστε όπου τυχόν διατυπώνει κάτι μετρημέο και περιωρισμένο, πρέπει να αποδοθή στην αδυναμία των ακροατών. Τα γήινα εδώ μερικοί νομίζουν ότι φανερώνονται από τον άνεμο. Είναι δηλαδή σα να τους λέη. Αν σας έδωκα υπόδειγμα από τα γήινα και μήτε έτσι δεν πεισθήκατε, πως θα μπορέσετε να μάθετε τα πιο υψηλά;

Μη θαυμάσης, αν εδώ λέγεται επίγειο το βάπτισμα. Το χαρακτηρίζει έτσι είτε επειδή τελείται στη γη, είτε για να το συγκρίνη με τη φρικτή δική του γέννηση. Μόλο που η γέννηση με το βάπτισμα είναι επουράνια, σε σύγκριση μ’ εκείνη την αληθινή που προήλθε από την ουσία του Πατέρα θεωρείται γήϊνη, Και ορθά είπε δεν πιστεύετε και όχι, δεν αντιλαμβάνεσθε. Γιατί όταν κανένας αντιστέκεται σ’ εκείνα που έχει τη δύναμη να τα συλλάβη με το νου του και δεν τα δέχεται εύκολα, είναι φυσικό να κατηγορηθή για ανοησία. Όταν όμως δεν αποδέχεται αυτά, που δεν μπορεί να συλλάβη με τη σκέψη παρά με την πίστη μονάχα, το λάθος δεν είναι της ανοησίας αλλά της απιστίας. Ενώ τον εμποδίζει να ερευνήση το λόγο του με συλλογισμούς, του επιτίθεται σφοδρότερα, κατηγορώντας τον για απιστία. Κι αν πρέπη να δεχώμαστε με πίστη τη δική μας γέννηση, ποιά κατηγορία αξίζει σ’ εκείνους που εξετάζουν με συλλογισμούς τη γέννηση του Μονογενούς; Ίσως θα παρατηρήση κάποιος• Και για ποιά αιτία ελέγονταν αυτά, αν δεν ήταν να πιστέψουν οι ακροαταί;

Για το ότι κι αν ακόμα δεν επίστευσαν εκείνοι, θα τα εδέχονταν όμως και θα ωφελούνταν οι έπειτα απ’ αυτούς. Με τη σφοδρή λοιπόν επίθεση εναντίον του, δείχνει ότι δε γνωρίζε αυτά μονάχα παρά κι άλλα πολύ περισσότερα και μεγαλύτερα από αυτά. Αυτό εδήλωσε και μ’ όσα πρόσθεσε• Κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά αυτός που από τον ουρανό κατέβηκε, ο Γιος του ανθρώπου, που ήταν στον ουρανό. Και ποιά η σημασία της ακολουθίας αυτής; Πολύ μεγάλη και σύμφωνη με τα προηγούμενα. Επειδή εκείνος του είπε• Γνωρίζομε ότι ήρθες δάσκαλός μας από το Θεό, τον διορθώνει αμέσως σχεδόν λέγοντάς του• Μη νομίσης πως είμαι δάσκαλος έτσι όπως είναι πολλοί προφήτες της γης. Έρχομαι τώρα από τον ουρανό. Κανένας από τους προφήτες δεν ανέβηκε εκεί, όμως εγώ εκεί παραμένω. Βλέπεις πως είναι εντελώς ανάξιο της μεγαλωσύνης του, ο,τι νομίζομε πως είναι υπερβολικά υψηλό; Δεν είναι μόνο στον ουρανό, αλλά παντού γεμίζει τα πάντα. Αλλά ακόμα έχει υπ’ όψη την αδυναμία του ακροατή και θέλει να τον ανεβάση λίγο λίγο.

Και Γιο του ανθρώπου δε χαρακτηρίζει εδώ τη σάρκα αλλά ονομάζει ολόκληρο τον εαυτό του, από την κατώτερη ουσία. Ήταν συνήθειά του να ονομάζει το σύνολό του πολλές φορές από τη θεία και άλλοτε από την ανθρώπινη υπόστασή του. Κι όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθή κι ο Γιος του ανθρώπου. Και τούτο πάλι φαίνεται ότι εξαρτάται από τα προηγούμενα, γιατί έχει μεγάλο σύνδεσμο μ’ αυτά. Αφού ανέφερε την πελώρια ευεργεσία προς τους ανθρώπους που πραγματοποιήθηκε με το βάπτισμα, προσθέτει και την αιτία της που αποτελεί ο σταυρός, όχι μικρότερη από την ευεργεσία. Έτσι κι ο Παύλος, όταν απευθύνεται στους Κορινθίους, συμπαραθέτει αυτές τις δύο ευεργεσίες μ’ αυτά τα λόγια• Μήπως ο Παύλος σταυρώθηκε για σας η στο όνομα του Παύλου βαπτισθήκατε; Γιατί περισσότερο από όλα τα άλλα, αυτά τα δύο μαρτυρούν την απέραντη αγάπη του, ότι έπαθε για χάρη ανθρώπων, που τον μισούσαν κι ότι πεθαίνοντας γι’ αυτούς, τους έδωσε με το βάπτισμα αμείωτη τη συγχώρηση των αμαρτημάτων τους.

β . Και για ποιό λόγο δεν είπε καθαρά, ότι σε λίγο θα σταυρωθώ αλλά παρέπεμψε τους ακροατάς του στο παλαιό σύμβολο; Για να εννοήσουν πρώτα ότι τα παλαιά είναι συγγενικά με τα νέα και δεν είναι τούτα ξένα προς εκείνα. Για να κατανοήσωμε, δεύτερο, ότι δεν ερχόταν αθέλητα στο πάθος. Και τούτο ακόμα εκτός από αυτά• ότι καμμιά ζημία δεν παθαίνει εκείνος από αυτό το πράγμα, αντίθετα προξενείται σωτηρία σε πολλούς. Για να μη λέη δηλαδή κανένας• πως είναι δυνατό να πιστεύσωμε στο σταυρωμένο και να σωθούμε, όταν κι ο ίδιος συλλαμβάνεται από το θάνατο; γι’ αυτό μας οδηγεί στην παλαιά ιστορία. Θέλει να μας βεβαιώση ότι αν ξέφυγαν οι Ιουδαίοι το θάνατο ατενίζοντας το χάλκινο ομοίωμα του φιδιού, πολύ περισσότερο εύλογα όσοι πιστεύουν στον εσταυρωμένο και πολύ αφθονώτερη θα απολαύσουν την ευεργεσία. Δε γίνεται τούτο από την αδυναμία εκείνο που σταυρώνεται, ούτε επειδή ενίκησαν οι Ιουδαίοι αλλά επειδή Αγάπησε ο Θεός τον κόσμο γι’ αυτό σταυρώνεται ο έμψυχος ναός του, το σώμα του.

Ώστε καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν να μη χαθή αλλά να έχη αιώνια ζωή. Αυτή είναι η αιτία του σταυρού και η σωτηρία που αυτός γέννησε• αυτή είναι η συγγένεια του συμβόλου προς την αλήθεια. Εκεί, οι Ιουδαίοι ξέφυγαν το θάνατο, αλλά τον προσωρινό• εδώ όσοι πιστεύουν, τον αιώνιο. Εκεί το υψωμένο χάλκινο φίδι εθεράπευσε τα δαγκώματα των φιδιών, εδώ ο σταυρωμένος Ιησούς εθεράπευσε τα τραύματα από το νοητό δράκοντα. Εκεί θεραπευόταν όποιος έβλεπε με τα σωματικά μάτια, εδώ αποθέτει τις αμαρτίες του αυτός που βλέπει με τα μάτια της ψυχής. Εκεί είχε υψωθή χαλκός, σε σχήμα φιδιού, εδώ είναι το δεσποτικό σώμα τεχνουργημένο από το Πνεύμα. Εκεί το φίδι εδάγκωνε και το φίδι εθεράπευε• έτσι κι εδώ θάνατος καταστρέφει και θάνατος σώζει.

Το φίδι όμως που προξένησε την καταστροφή, είχε δηλητήριο• αυτό που έσωζε δεν είχε. Το ίδιο πάλι κι εδώ• ο θάνατος που καταστρέφει περιέχει αμαρτία, καθώς το φίδι είχε δηλητήριο• ο θάνατος όμως του Κυρίου ήταν καθαρός από αμαρτία, καθώς από δηλητήριο το χάλκινο φίδι. Αμαρτία, λέει ο προφήτης, δεν έπραξε ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του. Είναι αυτό που λέει ο Παύλος. Αφού απογύμνωσε τα τάγματα των αρχών κι εξουσιών του Σατανά, τα κατευξετέλισε μπροστά στα μάτια όλων και τα έσυρε στο θρίαμβό του. Όπως ο ρωμαλέος αθλητής παρουσιάζει λαμπρότερη τη νίκη του, όταν σηκώση πρώτα ψηλά τον ανταγωνιστή του και τον πετάξη έπειτα κάτω, έτσι και ο Χριστός μπροστά στα βλέμματα ολόκληρης της οικουμένης ενίκησε τις αντίπαλες δυνάμεις κι αφού εθεράπευσε όλους που δέχονται αβοήθητοι πληγές, τους εξασφάλισε από την επιβουλή όλων των θηρίων, κρεμασμένος επάνω στο σταυρό. Δεν είπε όμως ότι πρέπει να κρεμαστή, αλλά να Υψωθή. Αυτό ήταν ένας ευφημισμός για τον ακροατή και που ανταποκρινόταν το σύμβολο.

Τόσο πολύ αγαπητέ ο Θεός αγάπησε τον κόσμο, ώστε έδωσε το μονογενή γιο του, για να μη χαθή όποιος πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. Σα να λέη. Μη θαυμάσης που σε λίγο θα υψωθώ, για να σωθήτε σεις. Γιατί αυτό είναι το θέλημα του Πατέρα. Κι εκείνος τόσο πολύ σας αγάπησε, ώστε για χάρη των δούλων να δώση το Γιο του, και μάλιστα δούλων αχαρίστων. Τούτο δεν το κάμει κανένας ούτε για αγαπητό του , ούτε αμέσως και για κάποιον δίκαιο ακόμα, κατά το λόγο του Παύλου• Με δυσκολία αποφασίζει κανείς να πεθάνη για κάποιο δίκαιο. Κι εκείνος απευθυνόταν σε πιστούς και μίλησε πιο πλατιά, ο Χριστός όμως συντομώτερα, επειδή απευθυνόταν στο Νικόδημο, αλλά πιο εκφραστικά. Κάθε λέξη έχει πολλήν εκφραστικότητα. Με το λόγο «τόσο πολύ αγάπησε» και τον άλλο «ο Θεός τον κόσμο», φανερώνει μεγάλο το βαθμό της αγάπης. Απέραντη ήταν απόσταση.

Ο αθάνατος, ο άναρχος, η άπειρη μεγαλωσύνη αγάπησε τούτους. Ποιούς; τους φτιαγμένους από χώμα και στάχτη, τους γεμάτους από αμέτρητες αμαρτίες, αυτούς που του ατνιστέκονταν πάντοτε, τους αχάριστους. Όμοια εκφραστικά είναι και όσα πρόσθσεσε• ότι έδωσε το μονογενή Γιο του. Δε λέει ούτε δούλο, ούτε άγγελο, ούτε αρχάγγελο. Και σίγουρα ούτε στο παιδί του δε θα έδειχνε κανένας τόσο ενδιαφέρον, όσο ο Θεός για τους αχάριστους υπηρέτας του. Το πάθος του λοιπόν δεν το εκθέτει υπερβολικά γυμνά, αλλά σκεπασμένα, καθαρά κι ολοφάνερα όμως εκθέτει το κέρδος από το πάθος με τούτους τους λόγους. Ώστε καθένας που πιστεύει, να μη χαθή αλλά να έχη ζωή αιώνια. Επειδή είπε• Πρέπει να υψωθή, κι έκαμε υπαινιγμό για το θάνατο, για να μη λυπηθή ο ακροατής από τους λόγους αυτούς, καθώς μπορούσε να υποψιαστή πως ήταν ο Χριστός άνθρωπος και να θεωρήση ανυπαρξία το θάνατό του, πρόσεξε πως εξασφαλίζει το πράγμα. Τονίζει ότι αυτός που προσφέρεται είναι ο Γιος του Θεού και πρόξενος ζωής και μάλιστα ζωής αιώνιας.

Και δε θα ήταν δυνατό να είναι ατελεύτητα εκείνος, που με το θάνατό του παρέχει στους άλλους ζωή. Κι αν δε χάνωνται όσοι πιστεύουν στον εσταυρωμένο, πολύ περισσότερο δε θα χαθή ο ίδιος. Αυτός, που καταργεί την απώλεια των άλλων, πολύ περισσότερα έχει ο ίδιος ελευθερωθή από αυτή. Αυτός που παρέχει στους άλλους ζωή, πολύ περισσότερο πηγάζει ζωή, πολύ περισσότερο πηγάζει ζωή για τον εαυτό του. Παντού χρειάζεται πίστη. Βεβαιώνει ότι ο σταυρός είναι πηγή ζωής, πράγμα που η σκέψη μας δε θα το δεχόταν εύκολα. Ακόμα και τώρα το μαρτυρούν οι Έλληνες που κοροϊδεύουν. Η πίστη όμως που υπερακοντίζει την αδυναμία των λογισμών μας, εύκολα θα μπορούσε να το δεχτή και να το κρατήση και τούτο. Και τι έκαμε το Θεό ν’ αγαπήση τον κόσμο; Τίποτα άλλο παρά μόνον η αγαθότητά του.

γ . Ας προσέξωμε λοιπόν την αγάπη του• ας ντραπούμε την υπερβολή της φιλανθρωπίας του. Εκείνος μήτε το Γιο του δεν υπολόγισε για χάρη μας, ενώ εμείς λυπούμαστε ακόμα και τα χρήματά μας για τον εαυτό μας. Αυτός έδωσε για χάρη μας το Γιο του• κι εμείς μήτε τα χρήματα δεν περιφρονούμε γι’ αυτόν, ούτε και για μας. Είναι συμπεριφορά άξια για συγνώμη; Κι αν εύρωμε κάποιον άνθρωπο να υποφέρη για χάρη μας θανάσιμο κίνδυνο, τον θέτομε πρώτα απ’ όλους, τον συγκαταλέγομε ανάμεσά στους πρώτους φίλους μας, αφήνομε στη διάθεσή του όλα τα δικά μας και λέμε πως είναι περισσότερο δικά του από δικά μας. Και πάλιν δε νομίζομε πως είναι ικανοποιητική η αντιπροσφορά μας. Στο Χριστό όμως ούτε αυτό το μέτρο της ευγνωμοσύνης δεν τηρούμε. Εκείνος έδωσε την ψυχή του κι έχυσε το άγιο αίμα του για μας, που δεν είμαστε ούτε φίλοι του ούτε ενάρετοι, ενώ εμείς ούτε χρήματα δε διαθέτομε για τον εαυτό μας αλλά αδιαφορούμε γι’ αυτόν που πέθανε για μας γυμνός και ξένος. Ποιός θα μας εξαιρέση από τη μελλοντική τιμωρία;

Αν δε μας έκρινε ο Θεός, αλλά εμείς οι ίδιοι εκρίναμε τον εαυτό μας άραγε δε θ’ αυτοδικαζόμασταν, δε θα καταδικάζαμε τον εαυτό μας στη φωτιά της γέενας, που παρακολουθούμε μ’ α’διαφορία να λιμοκτονή αυτός, που εθυσίασε για μας τη ζωή του; Και γιατί να περιοριστώ στα χρήματα; Αν είχαμε μύριες ζωές, δεν έπρεπε να τις δώσωμε όλες για κείνον; Παρ’ όλο που κι έτσι ακόμα δεν κάνομε κάτι άξιο στην ευεργεσία του. Γιατί αυτός που πρώτος ευεργετεί δείχνει ολοφάνερα την καλωσύνη του. Ο ευεργετημένος όμως ο,τι κι αν αντιπροσφέρη, αποδίδει οφειλή, δεν κάμει κάποια χάρη• πιο πολύ, όταν αυτός που κάμει αρχή ευεργετή εχθρούς, ενώ αυτός που αντιπροσφέρει και στον ευεργέτη του καταθέτει την προσφορά του κι ο ίδιος πάλι την απολαμβάνει. Εμάς όμως μήτε αυτά δε μας συγκινούν. Αλλά είμαστε τόσο αχάριστοι, ώστε στους υπηρέτες μας και στα υποζύγια και στ’ άλογά μας να βάζωμε χρυσά περιδέραια, αδιαφορούμε όμως για τον Κύριό μας που γυρίζει γυμνός, πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα, στέκεται στις γωνιές μ’ απλωμένω το χέρι.

Πολλές φορές μάλιστα τον βλέπομε και με σκληρό βλέμμα, που ωστόσο κι αυτό για χάρη μας το υπομένει. Με χαρά του πεινά, για να τραφής συ. Γυρίζει γυμνός, για να δώση σ’ εσένα το ένδυμα της αφθαρσίας. Κι έτσι όμως δε διαθέτει τίποτα από τα δικά σας. Αλλά από τα ρούχα σας άλλα είναι σκοραφογωμένα κι άλλα βάρος της ντουλάπας και έγνοια περιττή για τους κατόχους τους, ενώ εκείνος που έδωσε και τουτο και εκείνα όλα γυρίζει γυμνός. Δεν τα έχετε κρεμάσει στην ντουλάπα, αλλά τα φοράτε και στολίζεστε; Ποιό το όφελός σας; Για να σας δη το πλήθος της αγοράς; Κι έπειτα; Δε θα θαυμάσουν βέβαια εσένα που τα φορείς, αλλά όταν τα δίνης σ’ αυτούς που τα έχουν ανάγκη. Ώστε συ που θέλεις να σε θαυμάζουν, θ’ ακούσης αμέτρητα χειροκροτήματα, αν ντύνης τους άλλους. Τότε θα ε χης συνάμα και τον έπαινο του Θεού. Τώρα όμως δε θα σ’ επαινέση κανένας, ενώ θα σε φθονήσουν όλοι, βλέποντας στολισμένο το σώμα και απεριποίητη την ψυχή. Τέτοιο στολισμό διαθέτουν κι οι πόρνες και πολλές φορές είναι ακριβώτερα κι ωραιότερα τα ρούχα τους.

Ο στολισμός όμως της ψυχής ανήκει αποκλειστικά σε όσους ζούνε με αρετή. Αυτά λέγω πάντα και δε θα σταματήσω να τα λέγω. Δε λυπάμαι τόσο τους φτωχούς, όσο τις ψυχές τις δικές σας. Εκείνοι, κι αν δεν τους την προσφέρετε σεις, θα βρουν ωστόσο από κάπου κάποια ανακούφιση. Μα κι αν δεν εύρουν ανακούφιση αλλά πεθάνουν από την πείνα , δεν είναι μεγάλη η ζημία τους. Τι τον έβλαψε το Λάζαρο η φτώχεια και η αδιάκοπη πείνα του; Εσάς όμως κανένας δε θα σας βγάλη από τη γέενα, αν δε σας βοηθήσουν οι φτωχοί. Θα προβάλωμε μήπως τα ίδια με τον πλούσιο, που βασανίζεται αδιάκοπα και καμμιά παρηγοριά δε βρίσκει; Μακάρι κανένας να μην ακουση ποτέ τους λόγους τούτους αλλά να εύρη θέση μέσα στους κόλπους του Αβραάμ, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτός ας δοξάση τον εαυτό του, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες. Αμήν.

Από το βιβλίο: Μητροπ. Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου: Πατερικόν Κυριακοδρόμιον Τόμος Δεύτερος, 1969

Η/Υ ΠΗΓΗ:
Αγία Ζώνη.gr: 08 Σεπτεμβρίου 2018

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.