Ξένον άκουσμα – Νικολάου, Μητροπ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.

Μαρίτα(67) : Γιατί όμως ακούγονται όλα αυτά τόσο παράξενα, τόσο δύσκολα, τόσο ξένα, μη πιστευτά, ίσως υπερβολικά και της φαντασίας;
Απ. : Κάποτε, σε άλλες εποχές, όχι και πολύ απόμακρες, αυτά όλα ήταν η φυσική διάλεκτος. Δεν ζούσαν έτσι οι άνθρωποι, αλλά φρονούσαν έτσι. Τα καταλάβαιναν αυτά. Πως τώρα άλλαξε η όλη αντίληψη ζωής, δεν ξέρω. Εγώ αυτό που θα μπορούσα να σας πω είναι ποιο είναι το φρόνημα της Εκκλησίας γύρω από τη ζωή, τον άνθρωπο και την προοπτική του.
Ο λόγος της Εκκλησίας πάντοτε παρουσιάζει μια ακρότητα και υπερβολή. Όπως και μια ετερότητα, διαφορετικότητα από τη διάλεκτο της καθημερινότητας, δεν την απορρίπτει, αλλά θέλει να την μεταμορφώσει με πνεύμα της βασιλείας του Θεού.
Όμως ο κόσμος του Θεού είναι πολύ διαφορετικός. Είναι ένας άλλος κόσμος, είναι ο αληθινός κόσμος. Ψεύτικος είναι ο κόσμος της αμαρτωλής πραγματικότητάς μας. Δεν είναι ψεύτικος με την έννοια ότι δεν υπάρχει, αλλά είναι ψεύτικος ως αντίθετος με την αλήθεια. Η εποχή μας υπερτονίζει το εδώ και το τώρα, απαιτεί αποδείξεις και επιζητεί ακριβείς πληροφορίες. Έτσι μάθαμε όλοι μας. Γίναμε υπερβολικά σκεπτόμενοι και αποκλειστικά ορθολογιζόμενοι.
Αντίθετα, η Εκκλησία δίνει έμφαση στο φρόνημα, στην εσωτερική αίσθηση, στην πίστη, σε αυτό που ονομάζει «καρδιά και νου». Γι’ αυτό και στοχεύει στην αλήθεια που γνωρίζεται με την καρδιά , ενώ η σύγχρονη κοσμική αντίληψη στη φυσική και χρονική πραγματικότητα που προσεγγίζεται με τις αισθήσεις, τη σκέψη, τις γνώσεις, την κατανόηση. Η Εκκλησία μιλάει για το μυστήριο του Θεού, το οποίο όμως δεν κατανοείται. Περιγράφεται μόνον και ομολογείται. Για να μας υποψιάσει παρουσιάζει την ετερότητα του πνευματικού κόσμου.
Στην εικονογραφία τα πρόσωπα δεν έχουν την συνήθη μορφή. Έχουν στοιχεία από το ιστορικό πέρασμά τους, αλλά παραπέμπουν στην αιώνια μορφή τους. Κυριαρχούνται από υπερβατική έκφραση. Ο Τίμιος Πρόδρομος στην επίγεια πορεία του δεν κράτησε ποτέ το κομμένο κεφάλι του ούτε ήταν ψηλότερος από τα βουνά που τον περιέβαλλααν, όπως τον παρουσιάζει η βυζαντινή εικονογραφία. Το ίδιο, αν διαβάσει κανείς τα συναξάρια, δηλαδή τους βίους των αγίων, ιδίως τα μαρτυρολόγια, θα συναντήσει συχνά περιγραφές που ενδεχομένως δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι στην πραγματικότητα. Αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι οδηγούν στην αλήθεια του Θεού, ότι ενισχύουν την ορθή πίστη.
Γενικά, η Εκκλησία περιγράφει έναν κόσμο και μια κατάσταση που μπορεί να αδυνατούμε να την φτάσουμε, αλλά προς την οποία κατατείνουμε. Εδώ φαίνεται η αξία της μοναχικής και ασκητικής παράδοσης. «Φως μεν μοναχοίς άγγελοι, φως δε κοσμικοίς μοναχική πολιτεία». Η μοναχική πολιτεία υπάρχει για να διατηρεί το απόλυτο, τον όρο σύγκρισης, το κριτήριο. Και η Εκκλησία μας το παρουσιάζει , όχι για να το φτάσουμε, αλλά για να αποκτούμε αυτογνωσία. Ο πήχυς είναι ψηλά, όχι για να περνάμε από πάνω και να καμαρώνουμε, αλλά για να τον βλέπουμε και να ταπεινωνόμαστε. Αυτά είναι κάπως κατανοητά;
Μαρίτα(68) : Δεν ξέρω οι άλλοι, εγώ πάντως αισθάνομαι ότι αντιλαμβάνομαι αυτό που ονομάζετε ετερότητα, όπως και το τελευταίο, ότι δηλαδή δεν έχει τόση σημασία ο στόχος όσο η προσπάθεια, η δυναμική, η προαίρεση.
Απ. : Και ο στόχος έχει την αξία του, αλλά και η προσπάθεια. Γράφει ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης σε ένα βιβλίο του, «Αόρατος Πόλεμος» ότι, αν θέλεις να προχωρήσεις νικηφόρα στην πνευματική ζωή, πρέπει να αγαπήσεις τον αγώνα περισσότερο από τη νίκη. Αυτό όμως σημαίνει ότι και ο στόχος έχει ετερότητα, είναι άλλης λογικής, και ο αγώνας.
Συχνά έχουμε την τάση να μεταφράζουμε την αιώνια αλήθεια με τα κριτήρια της καθημερινότητάς μας και όχι την πραγματικότητα αυτού του κόσμου με το κριτήριο της αιωνιότητας. Είναι ανάγκη να δημιουργήσουμε έναν πυρήνα, μια μαγιά αιώνιας αντίληψης που συνεχώς να μας ωθεί στην ουράνια κατάσταση της «ελευθερίας των τέκνων της δόξης του Θεού» (Ρωμ. η’ 21) και όχι διαρκώς γαντζωμένοι από μια μίζερη κοσμική αντίληψη να αποδυναμώνουμε αυτό που τελικά αναζητούμε.
Μαρίτα(69) : Απ’ ό, τι καταλαβαίνω, αυτό που θέλετε να πείτε είναι ότι όλα αυτά στηρίζονται στην πίστη. Και η πίστη που στηρίζεται;
Απ. : Συνήθως νομίζουμε ότι η πίστη στηρίζεται στη γνώση του σωστού, στην ύπαρξη σημείων και στις λογικές αποδείξεις. Και τα τρία είναι σαθρά θεμέλια. Μπορείς να κάνεις το σωστό, και αλήθεια να μην βλέπεις. Μπορείς να επινοείς διαρκώς σημεία ή να βρίσκεις λογικές αποδείξεις, και τελικά ένας σκανδαλισμός να σε γκρεμίσει. Κανένας κανόνας, κανένα σημείο, καμία απόδειξη δεν μπορεί να περιορίσει την αλήθεια.
Η αλήθεια δεν απαιτεί ούτε έχει ανάγκη από σημεία ή από ιστορική ακρίβεια ή από λογικά επιχειρήματα ή από τις όποιες ανθρώπινες ικανότητες. Κάθε προσπάθεια να αντικρίσουμε την αλήθεια μέσα από εντελώς ανθρώπινα σχήματα, και εμάς φυλακίζει στον στενό κόσμο της λογικής και των αισθήσεων, και την αλήθεια υποτάσσει στον υποκειμενισμό μας, αποδυναμώνοντάς την από το αντικειμενικό της μεγαλείο. Ο σκοπός δεν είναι να στριμωχτούμε μέσα σε μια κατασκευασμένη ανθρώπινη αλήθεια, αλλά να ελευθερωθούμε μέσα στην όντως αλήθεια.
Μαρίτα(70) : Συγγνώμη που μονοπωλώ τον λόγο, αλλά θα ήθελα να ρωτήσω, πως προκύπτει αυτή η πίστη ώστε να θελήσει κανείς την αλήθεια;
Απ. : Αυτό ξεκινάει από έναν πόθο να μεταμορφώσει κανείς τον εαυτό του. Είναι όπως στις σπουδές μας. Ένα επίπεδο φοιτητών είναι αυτοί που τους φταίνε οι άλλοι ή το σύστημα και συνεχώς διαμαρτύρονται. Ένα δεύτερο είναι αυτοί που διαβάζουν απλά για να περάσουν τα μαθήματά τους. Υπάρχει και ένα τρίτο, που επιθυμούν να βουτήξουν στον ωκεανό της γνώσης, να διαλεχθούν με το άγνωστο. Οι πρώτοι μένουν στο λίγο, οι δεύτεροι συμβιβάζονται. Οι τρίτοι είναι αυτοί που προχωρούν, αυτοί που θα κάνουν τελικά και την έρευνα. Αυτοί διψούν. Εγώ για τέτοια Εκκλησία σας μιλώ.
Γράφει ο Blaise Pascal στις «Σκέψεις» του: Για να πιστέψεις στον Θεό πρέπει να Τον θελήσεις, και για να Τον θελήσεις πρέπει να ζήσεις έτσι που να σου είναι επιθυμητός. Συνεπώς, το θέμα της πίστης στο Θεό ανάγεται στη ζωή, στο πως ζούμε. Πρέπει να ζούμε έτσι που να Τον θέλουμε και όταν Τον θέλουμε, τότε Τον πιστεύουμε. Να γιατί μας χρειάζονται οι εντολές Του, τα κρίματα, τα δικαιώματά Του. Το κήρυγμα του Χριστού ξεκινάει με την λεγόμενη «επί του Όρους Ομιλία», η οποία είναι ένας δείκτης πορείας.
Δήμος(71) : Είπατε ότι η αλήθεια ελευθερώνει. Οι εντολές για τις οποίες μιλάτε τώρα δεν φυλακίζουν; Είναι σαν κανόνες, σαν περιοριστικές διατάξεις. Και ποιος τις ορίζει αυτές τις εντολές; Εσείς τις ονομάσατε εντολές του Θεού. Άνθρωποι δεν τις επινόησαν;
Απ. : Ακόμη και αν βγήκαν από την πείρα της ζωής έχουν την αξία τους. Κακό είναι να τις ακολουθήσεις; Αν πάλι τις δεις ως απειλές ή ως ηθικές οδηγίες, πράγματι φυλακίζουν. Αν όμως τις δεις ως δείκτες πορείας, τότε φωτίζουν το σκοτάδι και ελευθερώνουν. Οι εντολές όμως είναι θεόσδοτες, και αυτές που δόθηκαν στον Μωυσή και αυτές που δίδαξε ο Χριστός. Δεν βγήκαν από την πείρα της ζωής ούτε από την σοφία κάποιων σοφών. Τι ωραίο που είναι να αισθάνεσαι ότι ο Θεός δεν είναι αόριστος, αλλά εκφράζει τη βούλησή Του μέσα από συγκεκριμένες κατευθύνσεις! Μέσα από τις εντολές Του σου δείχνει τον δρόμο σου, που οδηγεί στο πρόσωπό Του. Πριν ταλαιπωρηθείς με το ερώτημα της ύπαρξής Του, έχεις ήδη γευθεί την παρουσία Του. Είναι δυνατόν αυτά να μην σας ενθουσιάζουν;
Θάνος(72) : Εμένα προσωπικά μου αρέσουν που τα ακούω. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσιάζουν, γιατί – δεν σας κρύβω- δυσκολεύομαι να τα πιστέψω. Μου ηχούν σαν ένα ευχάριστο άκουσμα. Ως εκεί. Μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα πως οι εντολές του Θεού ελευθερώνουν;
Απ. : Ίσως όταν ακούτε για εντολές, να σκέπτεστε τις νηστείες, την εγκράτεια, κάποια χριστιανικά καθήκοντα. Η ψυχή γίνεται ευκίνητη όχι μόνο με τη νηστεία και την άσκηση αλλά και με την κάθαρση των λογισμών. Όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από εσωτερικές φορτίσεις, από μέριμνες, αγωνίες, εντάσεις στα σχέσεις, βαριά αισθήματα για τους άλλους, καταλαβαίνεις πόσο ελευθερώνεται ο νους, δηλαδή ο έσω άνθρωπος.
Αυτό κάνουν οι εντολές, μειώνουν τα βάρη. Ελευθερώνεσαι από το μίσος, την πίεση της υποκρισίας, τις αλυσίδες του εγωισμού, τα δεσμά της φιλαυτίας, της κακίας και τα σχετικά. Όλα αυτά είναι βάρη. Φαντάσου να είσαι μέσα σε ένα αερόστατο με τεράστια βάρη. Δεν μπορεί να πετάξει. Μόλις ελαφρύνει, φεύγει προς τα πάνω. Αν ελαχιστοποιηθούν τα βάρη, ακόμη περισσότερο. Αν φυσήξει και λίγο αεράκι, τότε φτάνει σε μεγάλα ύψη. Αυτό το αεράκι είναι η προσευχή.
Άγγελος(73) : Μπορώ να κάνω κι εγώ μια ερώτηση; Τελικά, γιατί ο Θεός έκανε το κακό και μάλιστα τόσο δυνατό στον κόσμο; Πως συμβιβάζεται κάτι τέτοιο με την αγάπη και την αγαθότητά Του;
Απ. : Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να έκανε το κακό. Το ερώτημα ίσως είναι πως υπάρχει το κακό κάτω από την ομπρέλα της αγάπης του Θεού… Δεν γνωρίζω. Ειλικρινά, δεν ξέρω την απάντηση. Αλλά να ρωτήσω κι εγώ κάτι. Τι χρειάζεται να γνωρίζει κανείς αυτό που ρωτάς; Γιατί να παλέψουμε να βρούμε μια απάντηση που ίσως μας υπερβαίνει και σίγουρα δεν μας χρειάζεται; Εμένα δεν με απασχολούν καθόλου κάτι τέτοια «γιατί». Με ενδιαφέρει το «τι». Το σημαντικό είναι ότι υπάρχει το κακό και είναι δυνατό, και απειλεί να μας πνίξει. Κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου είναι ο διάβολος. Πως θα τον αντιμετωπίσουμε; Και τότε έρχεται η απάντηση σε αυτό το ερώτημα: «μείζων ο εν ημίν ή εν τω κόσμω»(Α’ Ιω. δ’ 4), που σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι ο Θεός όχι μόνο δεν είναι απόμακρος, αλλά είναι μέσα μας, και δεύτερον, ότι είναι μείζων και δυνατότερος από τον κοσμοκράτορα. Αυτός είναι ο Παντοκράτωρ.
Άρα αυτό που μας ενδιαφέρει είναι πώς να νικήσουμε το κακό που μας περιβάλλει, με τη βοήθεια του καλού, δηλαδή του Θεού, τον Οποίο πρέπει οπωσδήποτε να ανακαλύψουμε μέσα μας. Επικαλούμαστε τη βοήθειά Του και πορευόμαστε νικηφόρα τον αγώνα μας εναντίον της αμαρτίας, του κακού και του διαβόλου. Λίγο είναι αυτό;
Άγγελος(74) : Συμφωνώ ότι η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα δεν είναι τόσο αναγκαία όσο νομίζομε, ή ίσως έχει θεωρητική μόνο σημασία. Παρά ταύτα, είπατε οτί ο Θεός είναι ο πιο δυνατός, αν κατάλαβα καλά.
Απ. : Συγγνώμη που σε διακόπτω. Είπα ότι ο Θεός είναι πιο δυνατός, κυρίως όμως ότι είναι παντοδύναμος, μπορεί τα πάντα.
Άγγελος(75) : Η αίσθηση όμως που ένας μέσος άνθρωπος έχει είναι ότι αυτό που κυριαρχεί στον κόσμο είναι το κακό, το οποίο μάλιστα είναι αδυσώπητο και συχνά φαίνεται ακατανίκητο. Πόλεμοι, διαφθορά, διαστροφές, κακία, εκδικητικότητα, αδικία, κοινωνικές ανισότητες, φτώχεια, φόνοι, εκμετάλλευση, συμφέροντα, εγωισμοί. Αυτά βασιλεύουν. Πως κανείς να τα νικήσει; Πώς να τα αναχαιτίσει; Χώρια οι αρρώστιες, οι θάνατοι, οι απρόβλεπτες οικονομικές καταστροφές, οι λεγόμενες θεομηνίες που μαζικά οδηγούν ανθρώπους στην απόγνωση ή στον θάνατο. Τι κόσμος είναι αυτός;
Απ. : Δεν πιστεύω να φαντάζεσαι ότι εγώ είμαι ο σοφός που έχω τις απαντ΄ξσεις στα πολύ ανθρώπινα αλλά και πολύ δύσκολα αυτά ερωτήματα. Μπορώ όμως να σου πω πως καταλαβαίνω ότι η Εκκλησία απαντά σε αυτά. Και φυσικά με υπερκαλύπτει. Κοίταξε, τα πρώτα τα προκαλούμε εμείς. Για τα δεύτερα, θεομηνίες κλπ., δεν ενέχεται άμεσα άνθρωπος. Έχουμε λοιπόν ένα κακό που ενυπάρχει στον άνθρωπο, δηλαδή μέσα μας- αυτό είναι ο διάβολος-, ο οποίος επηρεάζει και το μέσα μας. Το πρώτο καλούμαστε να το παλέψουμε κάνοντας χρήση του αυτεξουσίου μας, με τη βοήθεια του Θεού πάντοτε. Το δεύτερο μόνον ο Θεός μπορεί να το συντρίψει. Γι’ αυτό και δεν αγωνιζόμαστε για να νικήσουμε, για να αναστρέψουμε τη ροή του κακού με- σα στον ποταμό της ιστορίας- αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε, είμαστε πολύ μικροί και αδύναμοι για κάτι τέτοιο-, αλλά αγωνιζόμαστε να ομολογούμε τον Χριστό, και μέσα από την σχέση μας μαζί Του περιμένουμε τη νίκη, όχι όπως εμείς την ορίζουμε με κοσμικά κριτήρια, αλλά έστω και αν φαινομενικά ηττηθούμε. Αυτός νικάει, όχι εμείς. Εμείς ομολογούμε και Του εκχωρούμε τη ζωή μας. Το καταλαβαίνεις αυτό;
Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε η όποια νίκη δεν καταδεικνύει την ανθρώπινη δύναμη ή καλοσύνη – ότι κάτι καταφέραμε-,αλλά αποτελεί σημείο, δηλαδή φανερώνει την παρουσία του Θεού. Αυτή πρέπει εμείς να προκαλούμε. Βλέπεις γιατί έχει σημασία η πίστη στον αληθινό Θεό; Χωρίς αυτόν δεν γίνεται. Με τίποτα!
Άγγελος(76) : Είπατε πολλά πράγματα μαζί, και λίγο σας έχασα. Αυτό όμως που περισσότερο ζορίζει τη σκέψη μου είναι ότι περιμένουμε να νικηθούμε και τελικά νικάμε. Κάτι τα΄τοιο νομίζω είπατε.
Απ. : Όχι, δεν το είπα έτσι. Είπα ότι περιμένουμε νίκη έστω και αν φαινομενικά ηττηθούμε. Διακρίνουμε την νίκη πίσω και από την ήττα, μια αληθινή νίκη μετά από μια άνευ σημασίας ήττα. Ο Χριστός λογικά ηττήθηκε, Τον σταύρωσαν, Τον νέκρωσαν, Τον σφράγισαν στον τάφο. Αλλά νίκησε με την Ανάστασή Του.
Οι μάρτυρες ηττήθηκαν, τους έφαγαν τα θηρία, τους έκοψαν τα κεφάλια, αλλά νίκησαν με τα σημεία και της ζωής και του μαρτυρίου και των λειψάνων τους. Οι χριστιανοί μέσα στην ιστορία συνεχώς διώκονται, η Εκκλησία όμως πορεύεται. Αυτοί τελικά δικαιώνονται, όχι οι διώκτες και οι δήμιοι.
Το ίδιο βλέπουμε και στην Αποκάλυψη. Ο Αντίχριστος αρχικά κυριαρχεί παντού, επιβάλλεται παγκόσμια. Το φοβερό είναι ότι αυτό του το επιτρέπει ο Θεός. Γράφει ο Ιωάννης: ¨εδόθη αυτώ πόλεμον ποιήσαι μετά των αγίων και νικήσαι αυτούς» (Αποκ. ιγ’ 7). Αυτό σημαίνει ότι δόθηκε στον Αντίχριστο η δυνατότητα και η δύναμη να κάνει πόλεμο με τους χριστιανούς, δηλαδή την Εκκλησία, και να τους νικήσει. Η αληθινή νίκη τελικά δεν είναι νίκη του εγωισμού, νίκη δυνάμεως κοσμικής, αλλά είναι νίκη πνευματική, η οποία όμως φανερώνεται στον κόσμο. Ο Χρίστος είπε: «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. Ι’ 28), μη φοβάσαι αυτούς που μπορούν να σκοτώσουν μεν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να θανατώσουν τη ψυχή.
Αυτό που παλεύουμε να διασφαλίσουμε δεν είναι το σώμα αλλά η ψυχή, δεν είναι το χρονικό αλλά το αιώνιο. Δεν είναι η καθημερινότητα και ο φθαρτός κόσμος αλλά ο αιώνιος Θεός και η κοινωνία μας μαζί Του. Αν κάτι αξίζει σε αυτόν τον κόσμο, δεν είναι η ευχάριστη παροδικότητά του ούτε ο αγώνας μας να τον κάνουμε καλύτερο, αλλά η ευκαιρία να διακρίνουμε και να ομολογήσουμε τον αληθινό Θεό. Ο κόσμος αυτός είναι μια εξέδρα εκτοξεύσεως για να αποκτήσουμε αιώνια τροχιά μέσα στη βασιλεία του Θεού. Μόνον τότε αξίζει. Διαφορετικά είναι μια χαμένη ευκαιρία ή πολύ περισσότερο μια τιμωρία.
Μαρίτα(77) : Δεν είναι όμως δύσκολο να περιφρονήσεις τα αισθητά; Οι αισθήσεις είναι σαν δέρμα επάνω μας.
Απ. : Φυσικά είναι δύσκολο. Όπως είναι δυσδιάκριτη και η νίκη για την οποία μιλήσαμε μέσα από την ήττα και την συντριβή. Αλλά όλα αυτά είναι όμορφα, αληθινά και αναγκαία. Και επιπλέον είναι εφικτά στη ζωή μας. Δεν είναι θεωρίες. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να βγάλουμε το δέρμα από πάνω μας.
Άγγελος(78) : Δηλαδή η Εκκλησία δεν πρέπει να αγωνίζεται να επικρατήσει το καλό, π.χ. οι νόμοι να γίνουν πιο χριστιανικοί ή έστω να σταματήσει το κακό σε αυτό τον κόσμο; Αυτή η αντίδραση για το 666, τον Αντίχριστο, τη Νέα Εποχή, την παγκοσμιοποίησή σας βρίσκει αντίθετο;
Απ. : Κλασική ερώτηση ενός ανθρώπου της εκκλησίας! Νομίζω πως απάντησα. Η Εκκλησία προσεύχεται να έλθει η βασιλεία του Θεού επί της γης, να γίνει το θέλημα Του και να αγιάζεται το όνομά Του. Αγωνίζεται, αλλά όχι για να νικήσει, για να το καταφέρει, αλλά για να γίνει. Η νίκη ανήκει αποκλειστικά στον Θεό. Αυτός γνωρίζει και τον τρόπο και τον χρόνο της νίκης. Αυτή αγωνίζεται να διακρίνει το πρόσωπό Του μέσα στο ομιχλώδες τοπίο της ιστορίας και να ομολογεί το όνομά Του μέσα στον θόρυβο της γενικευμένης αμαρτίας. Κάνει τον αγώνα της για να ομολογεί την αλήθεια και να φανερώνει το θέλημα του Θεού, ώστε όποιος θέλει να το διακρίνει. Δεν το κάνει για να συντρίψει τους κακούς ή το κακό.
Ο Χριστός «ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη, και ως αμνός άμωμος εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμα αυτού» (Ησαίου νγ’ 7), οδηγείται στο Πάθος και στη θυσία ως πρόβατο, και σαν μικρό αρνάκι δεν ανοίγει το στόμα Του. Όταν στον Σταυρό Τον προκαλούν να κατέβει για να Τον πιστέψουν, δεν το κάνε. Και όταν ο Πέτρος βγάζει το μαχαίρι και κόβει το αυτί του δούλου, τον επιτιμά. Το ίδιο και οι μάρτυρες. Μόνον ομολογούν. Δεν αντιμάχονται κοσμικά. Αλλά και το σώμα των πιστών, όταν τους βλέπει να οδηγούνται στο μαρτύριο, δεν διαμαρτύρεται για την ασέβεια, ούτε αγανακτεί για το έγκλημα ούτε λυπάται τους μάρτυρες ως θύματα ούτε προσπαθεί να τους σώσει από τα βάσανα. Χαίρεται για τη δόξα τους. Μέσα από αυτήν βλέπει τη δόξα του Θεού. Θέλει λίγη προσοχή η αντίδραση. Δεν είναι όπως φαίνονται τα πράγματα. Ο ηρωισμός που συχνά εκδηλώνεται μέσα από κάποια αντίδραση θα μπορούσε να εκφράζει περισσότερο το ανθρώπινο εγώ παρά την αλήθεια, να είναι περισσότερο εγωισμός παρά ομολογία.
Δήμος(79) : Δηλαδή δεν πρέπει να αγωνιζόμαστε για έναν καλύτερο κόσμο;
Απ. : Ασφαλώς και πρέπει. Όχι όμως για να ομορφύνουμε αυτό τον ψεύτικο κόσμο, για να βελτιώσουμε το κλουβί της εφημερότητάς μας. Αλλά για να την μεταμορφώσουμε σε ευκαιρία σωτηρίας και για μας και για όσο περισσότερους συνανθρώπους μας. Θα το ξαναπώ, όχι για να συντρίψουμε το κακό, αλλά για να ομολογήσουμε το θέλημα του Θεού. Όχι για να επικρατήσει ετσιθελικά η αλήθεια, αλλά για να ακουσθεί ομολογητικά. Ούτε ο Χριστός άλλαξε τον κόσμο. Οι Εβραίοι δεν Τον δέχτηκαν ως Μεσσία ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, περίμεναν Μεσσία για αλλαγή του κόσμου, όχι για τη δική τους μεταμόρφωση.

Εδώ έπρεπε να διακόψουμε. Ήδη είχε περάσει η ώρα και όλους μας κυνηγούσε η καθημερινότητα, από την οποία καταφέραμε μεν για λίγη ώρα να ξεφύγουμε, υπήρχε όμως η ανάγκη κάπως να επιστρέψουμε. Χωρίσαμε με την υπόσχεση σύντομα να ξαναβρεθούμε.

Από το βιβλίο: Αν υπάρχει ζωή, θέλω να ζήσω. 100 ερωτήσεις και απαντήσεις περί πίστεως. Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Νοέμβριος 2013.

Κατηγορίες: Γενικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.