Κυριακή ΙΣΤ’ Επιστολών: Τα δύο συστήματα – Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Μητροπ. Πρ. Φλωρίνης.

Β’ Κορ. 6,1-10

«Ως μηδέν έχοντες και πάντα
κατέχοντες»
(Β’ Κορ. 6,10)

Ο απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου αναγνώσται, ήταν πτωχός, πάμπτωχος. Έτσι ήταν και οι άλλοι απόστολοι. Οι κήρυκες του ευαγγελίου δεν είχαν δική τους περιουσία. Δεν είχαν δικό τους σπίτι. Δεν είχαν χρήματα. Κοινωνικώς ήταν αδύνατοι. Και όμως αυτοί οι ανίσχυροι και άσημοι άνθρωποι κατώρθωσαν το ακατόρθωτο· κατώρθωσαν να ελκύσουν τον κόσμο στη χριστιανική πίστι, στην πίστι του Χριστού! Πως έγινε αυτό; Είνε κάτι που προκαλεί το θαυμασμό. Ο απόστολος, όταν τον κάλεσε ο Κύριος στο αποστολικό αξίωμα, απεφάσισε να τα θυσιάση όλα. Απογυμνώθηκε από κάθε περιουσία και ιδιοκτησία. Εν συνεχεία όμως βλέπει κανείς να είνε τα πάντα στη διάθεσί του. Είχε τέτοια επάρκεια, ώστε να γράφη· «Ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (Β’ Κορ. 6,10). Πως έγινε αυτό και ποια είνε η εξήγησι του παραδόξου αυτού φαινομένου;
Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια σύντομη ερμηνεία αυτού του χωρίου, το οποίο εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως παρουσιάζει μια αντίφασι. Δεν έχουμε, και όμως έχουμε. Η μία όψις είνε, δεν έχω τίποτε· η άλλη όψις είνε, κατέχω τα πάντα. Πως μπορούν να συμβαίνουν και ta δύο συγχρόνως;

************

Ο Παύλος περιοδεύοντας για το κήρυγμα του ευαγγελίου περνούσε από διάφορα μέρη. Πήγαινε όπου ο Θεός τον ωδηγούσε και κήρυττε όπου οι ψυχές τον δέχονταν. Φεύγοντας από κάθε τόπο άφηνε διαφορετικές εντυπώσεις στους ανθρώπους. Άλλοι, οι εχθροί του Χριστού, τον μισούσαν. Στους πιστούς όμως η επίσκεψί του άφηνε αλησμόνητη αγαλλίασι και νοσταλγία να τον ξαναδούν. Και ήταν πράγματι αξιαγάπητος ο Παύλος, ο άνθρωπος του Θεού. Σαν μαγνήτης είλκυε και αποσπούσε την εκτίμησι και το σεβασμό. Από τη στιγμή, που κάποιο σπίτι άνοιγε την πόρτα του σ’ αυτόν και τον υποδεχόταν, οι άνθρωποί του συνδέονταν πια μαζί του. Όσοι τον είχαν φιλοξενήσει μια φορά, στο εξής του ήταν γνώριμοι. Πολλοί μάλιστα, όπως π.χ. οι χριστιανοί της Γαλατίας, συνδέονταν τόσο στενά μαζί του, ώστε ο ίδιος βεβαιώνει γι’ αυτούς, ότι ήταν έτοιμοι για χάρι του, αν χρειαζόταν, να κάνουν μεγάλες θυσίες, και τα μάτια τους ακόμη να του προσφέρουν (βλ. Γαλ. 4,15). Και αν τα μάτια τους, το πιο ακριβό της σωματικής τους υπάρξεως, είχαν διάθεσι να του δώσουν, φαντασθήτε με πόση προθυμία ήταν έτοιμοι να διαθέσουν ό, τι άλλο υλικό είχαν, ό, τι ο ιερός αγώνας της πίστεως απαιτούσε. Βέβαια και τότε η Εκκλησία, όπως και σήμερα, αποτελούνταν ως επί το πλείστον από φτωχούς ανθρώπους. Εν τούτοις οι φτωχοί εκείνοι ήταν διατεθειμένοι, χάριν της πίστεως, να προσφέρουν τα πάντα.
Αλλά και όπου οι άνθρωποι δεν είχαν ευνοϊκές διαθέσεις και οι συνθήκες ήταν αντίξοες, κ’ εκεί ακόμη η πρόνοια του Θεού υπερπηδούσε τα εμπόδια. Άνοιγε κλειστές θύρες, παρείχε διευκολύνσεις, δημιουργούσε κλίμα κατάλληλο για ν’ ακουσθή το κήρυγμα. Κι όπου ο Παύλος κήρυττε, εκεί και τα κελλιά των φυλακών που τον έκλειναν, και τα πλοία που τον μετέφεραν, και τα δικαστήρια που τον δίκαζαν, και κάθε άλλος χώρος μεταβαλλόταν σε εκκλησία, όπως βλέπουμε στις Πράξεις των αποστόλων (βλ. 16,22-32· 27,21-26· 23,1-6· 21,40-22,21 κ.λπ.). Παρά τις δυσκολίες, τελικώς όλα του παραχωρούνταν, όλα ήταν στη διάθεσί του για τον ιερό σκοπό που του ανέθεσε ο Κύριος.
Αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος, «ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (ε.α.) δεν ισχύει μόνο για τον ίδιο. Όλοι οι απόστολοι και όλοι οι χριστιανοί, που ζούσαν όπως αυτός, έβλεπαν το ρητό αυτό να πραγματοποιήται στη ζωή τους. Έβλεπαν το χέρι του Θεού να τους εξασφαλίζη όλα τα αναγκαία. Άλλωστε στην πρώτη εκείνη Εκκλησία όλοι ζούσαν με λιτότητα και απλότητα, κ’ έτσι είχαν αυτάρκεια. Όσο για τις ανάγκες των φτωχών, που ποτέ δεν λείπουν ούτε θα λείψουν από την ανθρώπινη κοινωνία, βλέπουμε την πρώτη Εκκλησία να φροντίζη γι’ αυτούς. Υπήρχε η λεγόμενη «λογία» (Α’ Κορ. 16,1-2). Κάθε Κυριακή, δηλαδή, στη σύναξι για το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, οι χριστιανοί έδιναν καθένας ελεύθερα ό, τι μπορούσε, και γινόταν έτσι ένας τακτικός έρανος για τους πάσχοντας. Ακόμη είχαν τις λεγόμενες αγάπες, κοινά δηλαδή δείπνα, όπου όλοι μαζί κάθονταν σε κοινή τράπεζα και συνέτρωγαν σαν αδέρφια. Θαυμαστός ήταν όλος ο τρόπος της ζωής τους. Θαυμαστός διότι, ενώ δεν είχαν τίποτε δικό τους, εν τούτοις και τίποτε δεν τους έλειπε! Τότε, όσοι είχαν κάποιο πολύτιμο αντικείμενο ή ακίνητο, το πουλούσαν κ’ έδιναν το αντίτιμο στους αποστόλους. Και οι απόστολοι μοίραζαν με δικαιοσύνη από τα χρήματα αυτά στους φτωχούς, αναλόγως με τις ανάγκες του καθενός.
Έπειτα το ίδιο βλέπουμε να γίνεται και στην εποχή των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας, όπως π.χ. στην εποχή του Μεγάλου Βασιλείου. Ο ιερός αυτός πατήρ με τον ίδιο τρόπο ίδρυσε στην επισκοπή του ένα μεγάλο φιλανθρωπικό συγκρότημα, όπου κάθε δυστυχισμένος εύρισκε στέγη και τροφή. Ωνομαζόταν Βασιλειάς, Και το παράδειγμά του μιμήθηκαν κι άλλες εκκλησίες. Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα της αγάπης που θυσιάζει τα πάντα για το συνάνθρωπο. Όπως λέει ο ι. Χρυσόστομος, που εγκωμιάζει την αρετή της ελεημοσύνης, στην αποστολική εποχή δεν έλεγε κανείς, «Αυτό είνε δικό μου και αυτό είνε δικό σου», γιατί ο λόγος αυτός ψυχραίνει τις καρδιές, αλλ’ είχαν κοινά τα πάντα.
Ας επιτραπή τέλος και σ’ εμένα το γέροντα επίσκοπο, που πλησιάζω τα ενενήντα και πέρασα πολλές δοκιμασίες, να πω, ότι είδα κ’ εγώ στη ζωή μου να πραγματοποιήται το «ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (ε.α.). Κατά την απαίσια εποχή της κατοχής (1941-45) υπηρετούσα στην πρωτεύουσα της Δ. Μακεδονίας, την Κοζάνη. Εκεί αντιμετωπίζαμε το πρόβλημα της επιβιώσεως του λαού, που κυριολεκτικά πεινούσε λόγω της λεηλασίας των κατακτητών. Οι Γερμανοί τόσο μισούσαν την Ελλάδα, ώστε όχι τρόφιμα δεν έδιναν, αλλά έλεγαν πως, αν υπήρχε μηχάνημα, και τον αέρα θ’ αφαιρούσαν για να πεθάνουν όλοι οι Έλληνες από ασφυξία! Τότε ως ιεροκήρυξ απηύθυνα προς τον ευγενή λαό έκκλησι. Παρακάλεσα όλους να προσφέρουν ό, τι μπορούν, άλλος από το περίσσευμα κι άλλος από το υστέρημα, για τη διάσωσι του λαού. Η ανταπόκρισις του λαού! Η ανταπόκρισις ήταν συγκινητική. Παρουσιάστηκε, μπορώ να πω, μια έκρηξις αγάπης. Όλοι προσέφεραν. Έτσι ιδρύθηκε η Εστία συσσιτίων. Στην αρχή ξεκινήσαμε σαν μικρό ρυάκι με 25 μερίδες συσσιτούντων. Εν συνεχεία όμως το ρυάκι αυτό αυξήθηκε τόσο πολύ, ώστε έγινε ποταμός μεγάλος σαν τον Αλιάκμονα. Φθάσαμε στον αριθμό των 8.000 μερίδων, γεγονός απίστευτο, που προκάλεσε το θαυμασμό κι αυτών των κατακτητών. Στο έργο αυτό προσέφεραν δωρεάν τις υπηρεσίες τους 100 και πλέον πρόσωπα, άνδρες, γυναίκες και νεανίδες. Βέβαια κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της Εστίας δέχθηκα διωγμό. Αλλά ο πιστός λαός συμπαραστάθηκε στον διωκόμενο φτωχό ιεροκήρυκα. Τα γεγονότα αυτά εξιστορεί ο αγαπητός θεολόγος κ. Παναγιώτης Μύρου στο βιβλίο του « Η αντίστασι της αγάπης», που κυκλοφορεί τώρα σε επαυξημένη έκδοση.
Αυτό, που έγινε τότε στην Κοζάνη, έγινε και σ’ άλλες πόλεις. Ζηλωταί ιεροκήρυκες ίδρυσαν συσσίτια, και με τη λειτουργία τους έβλεπε κανείς ν’ αναβιώνουν οι ημέρες της πρώτης Εκκλησίας. Ο ι. Χρυσόστομος είπε, ότι όπου πολεμείται η ιδιοτέλεια και καλλιεργείται το γνήσιο πνεύμα του ευαγγελίου, εκεί υπάρχει ευτυχία.

************

Αγαπητοί μου,
Δύο αντίθετα συστήματα παρουσιάστηκαν στην ιστορία, που προήλθαν από την διαφορετική διαχείρισι των υλικών αγαθών. Το ένα είνε ο καπιταλισμός, που έχει την έδρα του στη Δύσι, στην Αμερική. Το άλλο είνε ο κομμουνισμός ή ηπιώτερα ο σοσιαλισμός, που είχε την έδρα του στην Ανατολή, στη Ρωσία. Ποια είνε η διαφορά μεταξύ τους; Ατελή είνε και τα δύο. Αλλ’ είνε αλήθεια ότι στην Αμερική, που είνε ο σιτοβολώνας του κόσμου, μόλις πης «πεινώ», πλήθος χέρια θα τρέξουν να σε βοηθήσουν. Ενώ σ’ ένα άθεο κομμουνιστικό κράτος, αν πης «πεινώ», θα θεωρηθής εχθρός του συστήματος, θα χαρακτηρισθής παράφρων και θα σε κλείσουν στις φυλακές. Δεν έχεις εκεί δικαίωμα να πης «πεινώ», αλλά πρέπει να παρουσιάζεσαι ευτυχισμένος. Τώρα βέβαια και στα περισσότερα ανατολικά κράτη, μετά την πτώσι του κομμουνιστικού συστήματος, επικρατούν καλύτερες συνθήκες και η αθεΐα, η πηγή της δυστυχίαw, αρχίζει να εκλείπη.
Λέγοντας αυτά δεν πολιτικολογούμε. Δεν θεωρούμε ιδανικό κανένα ανθρώπινο πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Η ανθρωπότης κάποτε θα διδαχθή, ότι κανένα άλλο σύστημα ευτυχισμένης διαβιώσεως δεν υπάρχει γι’ αυτήν, παρά μόνο αυτό που προβάλλει το Ευαγγέλιο. Είνε το σύστημα που επικρατούσε στην πρώτη Εκκλησία. Αυτό που εφήρμοζε ο απόστολος Παύλος. Αυτό που έχει έμβλημα το λόγο του· «ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (ε.α.).
Ναι. Είθε να εκλείψη όχι μόνο κάθε σύστημα βίας και εκμεταλλεύσεως των ανθρώπων, αλλά και κάθε σύστημα που θεοποιεί το χρήμα και τα υλικά αγαθά. Είνε αντιχριστιανικό, ο ένας να τρώη με δέκα μεσέλλες κι άλλος να μην έχη ούτε μπουκιά ψωμί. Όταν οι άνθρωποι μάθουν όλοι να ζητούν μόνο τα αναγκαία λέγοντας την προσευχή «Τον άρτον ημών τον εποιούσιον δος ημίν σήμερον» (Ματθ. 6,11), κι όταν μάθουν να εφαρμόζουν το θεόπνευστο λόγο «Το υμών περίσσευμα εις το εκείνων υστέρημα» (Β’ Κορ. 8,13), δηλαδή με τα περισσεύματά σας καλύψτε τα υστερήματα των άλλων, τότε η βασιλεία του Χριστού θα έχη έλθει στη γη.

Από το βιβλίο: Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Μητροπολίτου Πρώην Φλωρίνης: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: (Σύντομα κηρύγματα επί των Αποστολικών Περικοπών). Γ’ έκδοσις. 2000.

Παράβαλε και:
Κυριακή ΙΣΤ. Επιστολών: Το Αποστολικόν Ανάγνωσμα της Θ. Λ., Το ταξίδι, Λόγος του αειμνήστου Μητροπ. Νικαίας Γεωργίου Παυλίδου.

Κατηγορίες: Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.