13 Δεκεμβρίου, Μνήμη των Αγίων Πέντε Μαρτύρων, Ευστρατίου, Αυξεντίου, Μαρδαρίου, Ευγενίου και Ορέστου: Βίος, άθλησις, θαυμαστές εμφανήσεις.

Οι Άγιοι Πέντε Μάρτυρες άθλησαν στον καιρό της βασιλείας των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, το 296 μ.Χ. Τότε είχε ξεσπάσει ο φοβερότερος ίσως διωγμός εναντίον των χριστιανών, που είχε σκοπό να εξαλείψει από το πρόσωπο της γης κάθε χριστιανό.

Τις ημέρες εκείνες συκοφάντησαν στους αυτοκράτορες τους Καππαδόκες, πως δεν σέβονταν και δεν υπάκουαν στις διαταγές τους και ότι ετοιμάζονται για αποστασία.

Όταν άκουσε αυτό ο Διοκλητιανός, ταράχθηκε. Αμέσως διέταξε να καθαιρεθούν οι άρχοντες της Καππαδοκίας και στη θέση τους έστειλε δύο σοφούς ελληνιστές Ρωμαίους, με την εξουσιοδότηση ώστε, δίχως πρόφαση και με την διαβολή κάποιων, πως ο τάδε είναι χριστιανός, να θανατώνεται. Βασική προϋπόθεση ήταν η γνώση της ελληνικής γλώσσας, διότι από τα χρόνια του Μακεδόνα Αρχελάου όχι μόνον είχε εξελληνισθεί η Καππαδοκία, αλλά και πολλοί Έλληνες, ιδιαίτερα από νησιά, είχαν μετοικήσει σ’ αυτήν. Τρανό παράδειγμα οι κωμοπόλεις Μπαρ-Πόρος, Δήλα-Δήλος, Αξός-Νάξος, Ίμβρος-Ιμβρασσός, Λήμνα-Λήμνος, Τένεϊ-Τένεδος κ.ά. Έτσι ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα της Καππαδοκίας. Αφού λοιπόν έφθασαν στις επαρχίες τους ο Αγρικόλας και ο Λυσίας, ανηλεώς και άσπλαχνα, νέοι και γέροι, άνδρες και γυναίκες, δίχως πρόφαση, δίχως απολογία, θανατώνονταν. Για να μη μαρτυρήσουν μάλιστα στο δικό τους χώρο οι χριστιανοί, πράγμα που τόσο επιθυμούσαν, οι δυο έπαρχοι συνεφώνησαν ώστε οι μάρτυρες της Καισαρείας να αποστέλλονται στη Σεβάστεια και της Σεβάστειας στην Καισαρεία.

Τότε λοιπόν ο άρχοντας της περιοχής των Αραβράκων και στρατηγός, ο Ευστράτιος, θεοσεβής και ενάρετος, βλέποντας τα γενόμενα, απεφάσισε, μετά την αποκάλυψη του θείου θελήματος, να παρουσιασθεί στο Λυσία και με παρρησία ν’ απολογηθεί υπέρ των Χριστιανών και να μαρτυρήσει. Κάλεσε πρώτα όλους τους φίλους του και τους παρέθεσε το τελευταίο του δείπνο. Ανάμεσά τους και ο χιλίαρχος Ευγένιος. Το πρόσωπο του Αγίου είχε τόση λάμψη και φαιδρότητα, ώστε ο επιστήθιος φίλος του Ευγένιος τον ρώτησε από πού εκπηγάζει αυτή η λαμπρότητα. Τότε ο άγιος Ευστράτιος του απεκάλυψε την πρόθεσή του. Την επομένη ημέρα, αφού κάθισε στο θρόνο του ο Λυσίας στο μέσον της πόλεως, διέταξε να φέρουν όλους τους φυλακισμένους προς εξέταση. Αγέρωχος, ευθυτενής, παρουσιάζεται μπροστά του ο Ευστράτιος, φορώντας την επίσημη στολή του στρατηγού. Απόρησε ο Ρωμαίος έπαρχος με την απροσδόκητη παρουσία και παρρησία του Αγίου. Αμέσως διέταξε να του αφαιρέσουν τα διάσημα, να τον απογυμνώσουν από αυτά και δεμένον να τον οδηγήσουν μπροστά του. Τον ρώτησε πόσα χρόνια υπηρετεί τον ρωμαϊκό στρατό.

—Είκοσι επτά, του απαντά ο Άγιος.

—Ευστράτιε, του λέγει, μεταμελήσου και αποκήρυξε τις χριστιανικές σου ιδέες και επικαλέσου την ευσπλαχνίαν των θεών, την καλοσύνην των Βασιλέων και την φιλανθρωπίαν του δικαστηρίου!

—Με προστάζεις, άρχοντα, να προσκυνήσω κωφά ξόανα και αλιτήριους δαίμονες;

—Και σεις, Ευστράτιε, οι δυστυχείς, πως λατρεύετε Θεόν εσταυρωμένον; του απαντά ο Λυσίας.

—Εάν η αίσθηση του νοός και της ψυχής σου δεν ήταν αλλοιωμένη, θα σου αποδείκνυα για τον εσταυρωμένο Σωτήρα μου και Δημιουργό της Κτίσεως!

Οργισμένος ο Λυσίας διατάσσει να κάψουν με φωτιά τον Άγιο στα πόδια και να τον ραβδίσουν, και μετά να του αλείψουν τις πληγές με αλάτι και ξύδι. Υστέρα πλησιάζοντας του λέγει:

—Σου άρεσε αυτή η τέρψη, Ευστράτιε; Κι ο Άγιος ατάραχος του απαντά:

—Θέλεις να βεβαιωθείς πως τίποτα δεν είναι αδύνατο για το Θεό μου; Πρόσεξε με! Και ξαφνικά, σαν λέπια, έπεσαν οι πληγές και τίποτε δε θύμιζε το πρότερο μαρτύριο του.

Τότε και ο εκ της αυτής τάξεως Ευγένιος, συμπολίτης του Ευστρατίου, χιλίαρχος του Ρωμαϊκού στρατού, φώναξε λέγοντας: Λυσία, κι εγώ Χριστιανός είμαι, όπως ο Ευστράτιος. Ακούγοντας αυτά ο άρχοντας και τρέμοντας από οργή και κατάπληξη, διέταξε να δέσουν και τους δύο αγίους με αλυσίδες σε όλο το σώμα και να τους φυλακίσουν με τους υπόλοιπους χριστιανούς.

Την άλλη μέρα έδωσε εντολή στους υπηρέτες του, να ετοιμάσουν τα απαραίτητα της οδοιπορίας για τη Νικόπολη. Συνάμα πρόσταξε να φορέσουν στα πόδια των μαρτύρων υποδήματα εμπηγμένα μετά καρφιών. Αγόγγυστα οι άγιοι τα φόρεσαν και μετά οδοιπορία δύο ημερών έφτασαν στα Αράβρακα. Κανείς δεν πλησίασε τους αγίους. Φόβος και τρόμος κυρίεψε τα πάντα. Ένας όμως απλός οικοδόμος, Μαρδάριος στο όνομα, βλέποντας τον περιφανή αστέρα Ευστράτιο να οδηγείται στο μαρτύριο, αφού κατήλθε στο δωμάτιο του σπιτιού του (κατοικούσε όπως φαίνεται σε κατακόμβη) λέγει στη γυναίκα του: Βλέπεις, γυναίκα μου, τον κύριο της περιοχής μας, ο οποίος είχε τόσα χρήματα και περηφάνεια γένους και τόσο στρατό, πώς τα κατεφρόνησε όλα αυτά και πηγαίνει να γίνει θυσία ευπρόσδεκτη στο Θεό, για να αξιωθεί της βασιλείας των Ουρανών;

Εκείνη δε η ενάρετη γυναίκα του απεκρίθη: Τι σε εμποδίζει, σύζυγε μου, να τον συνοδέψεις, για ν’ αξιωθείς μ’ αυτόν της αγαθής τελειώσεως; Εκείνος φόρεσε αμέσως το χιτώνα του, αγκάλιασε τα δυο του παιδιά και, αφού στάθηκε προς ανατολάς, προσευχήθηκε λέγοντας:

Δέσποτα Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ, Κύριε Υιέ Μονογενές, Ιησού Χριστέ και Άγιον Πνεύμα, Μία Θεότης, Μία Δύναμις, ελέησόν με τον αμαρτωλόν και οις επίστασαι κρίμασι, σώσον με τον ανάξιον δούλον Σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ας σημειωθεί πως η ευχή αυτή έχει συμπεριληφθεί σε ακολουθίες της Εκκλησίας μας, όπως του Μεσονυκτικού, των Ωρών κλπ.

Πατήστε εδώ για να «κατεβάσετε» ολόκληρο το βιβλίο με τον βίο και τα θαύματα των πέντε Αγίων, σε rar μορφή.

Παράβαλε και:
Μία συγκλονιστική μαρτυρία από το ολοκαύτωμα στα Καλάβρυτα (13 Δεκεμβρίου 1943).

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Ιστορικά, Μελέτες - εργασίες - βιβλία. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.