Ομιλία γιά την ανάσταση των νεκρών – Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτσ.

Ουχ οι νεκροί αινέσουσί σε, Κύριε,
ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις άδου,
αλλ’ ημείς οι ζώντες ευλογήσομεν τον Κύριον
από του νυν και έως του αιώνος.

(Ψαλμ. ΡΙΓ 113, 25-26)

Αφού η πίστη στην αθανασία, είναι τόσο απαραίτητη για το ανθρώπινο γένος, τότε οπωσδήποτε είναι φυσική και για όλη την ανθρωπότητα. Και αφού είναι έτσι, η αθανασία της ψυχής του ανθρώπου υπάρχει αναμφίβολα. Εν συντομία, η ιδέα της αθανασίας της ψυχής είναι η ίδια η ζωή, η «ζώσα» ζωή, η τελική μορφή ζωής, η πιό σημαντική πηγή αλήθειας και η πιό έγκυρη μορφή επίγνωσης για την ανθρωπότητα. Η αγάπη για τους ανθρώπους είναι παντελώς ακατανόητη, εντελώς αδύνατη, χωρίς την πίστη στην αθανασία της ψυχής του ανθρώπου.

(Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι)

Αδελφοί μου, το βλέμμα που στρέφετε πάνω μου σήμερα, έχει αποτυπωμένη μιά και μοναδική ερώτηση:

Υπάρχει η ανάσταση των νεκρών;
Έχετε θέσει πολλές φορές αυτό το ερώτημα σε επιστήμονες, σε φιλοσόφους, σε καλλιτέχνες, σε ιστορικούς, σε μέντιουμ, σε χειρομάντες. Και, επειδή έχετε δεχτεί απαντήσεις γεμάτες δισταγμό και ανασφάλεια, στραφήκατε σήμερα προς την εκκλησία και θέτετε το ίδιο ερώτημα.

Υπάρχει ανάσταση νεκρών;
Επείγεστε να λάβετε μιά απάντηση, γιατί και ο θάνατος βιάζεται να σας συναντήσει. Επείγεστε, επειδή ο θάνατος καθημερινά περιφέρεται σ’ αυτή την πόλη και «απαγάγει» ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων και δεν τους επιστρέφει πίσω. Όλοι σας αισθάνεστε πως είστε μέρος σ’ αυτή την κλήρωση της ζωής. Ο θάνατος κυκλοφορεί ανάμεσά σας, στα σπίτια σας και συγκεντρώνει τους λαχνούς που κληρώνονται.
Οι λαχνοί που κληρώνονται είναι οι γονείς σας, τα παιδιά σας, τα αδέλφια σας, οι φίλοι σας και εσείς οι ίδιοι. Άτομα προσφιλή και αγαπημένα, που σας προσέφεραν ζεστασιά, νόημα στη ζωή σας, γλυκύτητα και χαρά. Αυτούς ο θάνατος τους μεταμορφώνει ενώπιόν σας, σε άκαμπτες κέρινες φυσιογνωμίες.
Συχνά σας είναι βαρετό το σήμερα και ανυπομονείτε για την αυριανή μέρα. Ξεχνάτε όμως, πως κάθε μέρα με την κλήρωση του λαχνού είναι όλα και πιό κοντά στο δικό σας νούμερο. Κάποτε θα κληρωθεί και το δικό σας νούμερο και ο θάνατος κοιτάζοντάς το με ένα αδιάφορο, απαθές βλέμμα, θα το πάρει.

Και ο καθένας από εσάς, φίλοι μου, θα ξαπλώνει μπροστά στους φίλους τους σαν κέρινη φιγούρα. Οι φίλοι του θα βάλουν στα κρύα χέρια του το κερί και θα στέκονται όρθιοι γύρω από το κεφάλι του. Θα στέκονται όρθιοι. Θα λυπούνται και θα λένε. Κοίτα τον φίλο μας, που ήταν τόσο ενεργητικός και ομιλητικός, τόσο ζεστός, λαμπερός και αγαπητός. Κοίταξε πως τώρα στέκεται ενώπιόν μας ακίνητος και σιωπηλός. Η λαμπερή ψυχή του δεν έχει ούτε το φως, που έχει το κερί στα χέρια του. Η ζεστή του καρδιά δεν έχει τόση θερμότητα, όσο η τρεμάμενη φλογίτσα του κεριού.

Αδελφοί μου, κάθε φορά που βλέπετε έναν νεκρό αναρωτιέστε:
Στ’ αλήθεια, υπάρχει η ανάσταση των νεκρών;
Κάθε φορά που απομακρύνεστε από αυτόν, κάθε φορά που ο κρύος ιδρώτας στεγνώνει στο μέτωπό σας και τα δάκρυά στα μάτια σας η ίδια ερώτηση διαπερνά το νου σας. Επιστρέφετε στις καθημερινές σας απασχολήσεις και μέριμνες, ράβετε ή υφαίνετε, διαβάζετε ή γράφετε, χτίζετε ή κυβερνάτε μία χώρα, αλλά στο μυαλό σας παραμένει η σκέψη του θανάτου και το ερώτημα της ανάστασης των νεκρών.
Πριν από λίγο καιρό μιά μάνα μού έθεσε τη ίδια ερώτηση. Υπάρχει ανάσταση νεκρών; Ο γιός της σκοτώθηκε στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Επισκέφτηκε το πεδίο της μάχης και έψαχνε τον κάθε τάφο για να βρει τον τάφο του γιού της. Οι νεκροί από καιρό ήταν θαμμένοι κάτω από τη γη και ήδη είχαν γίνει ένα με το χώμα. Η μάνα αναγνώρισε το γιό της, από ένα μενταγιόν που είχε στο στήθος του. Η κακόμοιρη τον αναγνώρισε από ένα αντικείμενο, αφού δεν μπορούσε πιά να τον αναγνωρίσει από το πρόσωπό του. Ακόμη και τα ρούχα του φαίνονταν πιό αθάνατα από τον ίδιο. Η μάνα δεν μπορούσε ούτε να κλάψει: η καταστροφική φρίκη του θανάτου γυάλιζε στα μάτια της και η ψυχή της είχε παγώσει. Μπροστά της απλωνόταν ένα φρικτό μυστήριο. Ένα σώμα, μιά ζωή που είχε γίνει ένα με το χώμα. Από ένα ανθρώπινο δημιούργημα, το οποίο κάποτε ήταν μέρος του σώματός της και της ψυχής της, από έναν άνθρωπο που κάποτε φώναζε μάνα, φορούσε στολή, είχε όπλα και πολεμούσε, έμεινε μία άμορφη μάζα, αναμειγμένη με χώμα. Μιά χωματένια μάζα χωρίς ζωή, που δεν είχε συγγένεια με τίποτε άλλο, παρά μόνο με τη γη. Με δυσκολία η μάνα βρήκε το θάρρος να αγγίξει με τα χέρια της το γιό της. Επιθυμούσε να χαϊδέψει ό,τι είχε απομείνει από το γιότ ης. Αλλά αποτινάχτηκε όπως αποτινάσσεται κανείς από εφιάλτη: τα δάχτυλά της βυθίστηκαν βαθιά στο χώμα και κυριεύτηκε από φόβο. Αισθάνθηκε πως μιά απροσπέλαστη άβυσσος χώριζε την ίδια από τον γιό της. Τίποτε δικό της, τίποτε ευχάριστο δεν μπόρεσε να δει σ’ αυτό τον ανοικτό τάφο, σ’ αυτό το σκοτεινό υπόγειο, χημικό εργαστήριο. Επέστρεψε συντετριμμένη και όταν μου διηγήθηκε το φρικτό θέαμα, μού έθεσε το ερώτημα: Υπάρχει η ανάσταση των νεκρών;

Η θλιμμένη μάνα, μου έθεσε την ίδια ερώτηση, την οποία και εσείς, αδελφοί μου, σήμερα μού θέτετε.

Πώς να σας απαντήσω;

Εάν σας μιλήσω με τη γλώσσα των απαισιόδοξων και των απελπισμένων, θα σας απαντήσω:
Όχι, ανάσταση νεκρών δεν υπάρχει.

Εάν σας μιλήσω με τη γλώσσα των λογικών ανθρώπων, θα σας απαντήσω: Η ανάσταση είναι ένα γοητευτικό παραμύθι του παλατιού και του σύγχρονου καιρού.

Εάν σας μιλήσω με τη γλώσσα των σκλάβων, των κακόμοιρων, των βασανισμένων, των κυνηγημένων, δίκαιων ανθρώπων σ’ αυτή τη ζωή, θα σας απαντήσω: Η ανάσταση των νεκρών είναι αναγκαία, για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης.

Εάν σας μιλήσω με τη γλώσσα του Σωκράτη και του Πλάτωνα, των δύο σοφών ανθρώπων της αρχαίας εποχής, θα σας απαντήσω: Ναι, η ψυχή είναι αθάνατη, ο θάνατος είναι το ξύπνημα από τον ύπνο και το πέρασμα στον ιδανικό κόσμο.

Εάν σας μιλήσω με τη γλώσσα του Δάντη, του μεγαλύτερου ποιητή των τελευταίων τριάντα αιώνων, θα σας απαντήσω: όλη τη ζωή μου έβλεπα και έψαλα αυτή την άλλη, μετά θάνατο, μεταμορφωμένη και θεϊκή αναστημένη ζωή των νεκρών.

Εάν σας μιλήσω με τη γλώσσα του Μιχαήλ Άγγελου και του Ραφαήλ, θα σας απαντήσω: Ο μεγαλύτερος γλύπτης και ζωγράφος αφιέρωσαν όλη την ιδιοφυΐα και όλη τη ζωή τους, στην υπηρεσία της εκκλησίας που βασίζεται στο δόγμα της ανάστασης των νεκρών.

Εάν σας μιλήσω με τη γλώσσα του Κάντ, του μεγαλύτερου φιλοσόφου της σύγχρονης εποχής, θα σας απαντήσω: Η ζωή μετά τον τάφο είναι αναπόφευκτο γεγονός, το οποίο βασίζεται στους ηγεμόνες της οργανικής και της ηθικής. Εάν η ζωή διακόπτονταν με το θάνατο, θα διακόπτονταν και η εξέλιξη σ’ αυτόν τον κόσμο. Εάν η ζωή καταστρεφόταν με το θάνατο, τότε και ο πιό κατηγορηματικός νόμος, ο νόμος της συνείδησης και της ηθικής, θα έπαυε να υπάρχει.

Εάν σας μιλήσω με τη γλώσσα του σύγχρονου προέδρου της ακαδημίας του Λονδίνου, του Όλιβερ Λόουτς, ο οποίος πρόσφατα έδωσε μία διάλεξη για την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής, δηλαδή, εάν χρησιμοποιήσω τη γλώσσα αυτού του φημισμένου επιστήμονα της φυσικής, θα σας πω: Πάνω από το φυσικό κόσμο υπάρχει και ένας πνευματικός κόσμος, του οποίου συνειδητά μέλη γινόμαστε μετά το θάνατο.

Εάν χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του Λαμπρόζα, του διάσημου ανθρωπολόγου και ψυχιάτρου, θα σας πω: Ο πνευματισμός είναι αληθινός. Υπάρχει ένας πνευματικός κόσμος, ο οποίος ανακατεύεται με το φυσικό κόσμο και συμμετέχει στη ζωή του.

Μήπως επιθυμείτε να σας μιλήσω με τη γλώσσα που ομιλούν στις παγόδες ή στις αιγυπτιακές πυραμίδες με τις μούμιες ή στα αραβικά τζαμιά, είτε να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του Μωάμεθ, Επιθυμείτε να σας μιλήσω με τη γλώσσα που μιλούν στη Μέκκα ή με τη γλώσσα του Πέρση προφήτη Ζαρατούστρα ή με τον τρόπο που μιλούσαν παλαιότερα οι αρχαίοι Έλληνες στην Ακρόπολη ή οι Ρωμαίοι στην αρχαία Ρώμη; Ή να σας μιλήσω με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν στο Νορβηγικό βορά; Όπως και να’ ναι θα σας δώσω την ίδια απάντηση: Θα ζήσουμε και θα κριθούμε μετά το θάνατό μας.

Θέλετε να σας απαντήσω με τη γλώσσα της λογικής; Οι νεκροί είναι αναγκαίο να αναστηθούν.

Επιθυμείτε να σας απαντήσω με τη γλώσσα του ενστίκτου; Οι νεκροί πρέπει να αναστηθούν.

Είτε να απαντήσω με τη γλώσσα της χριστιανικής πίστης: Οι νεκρή ήδη αναστήθηκαν.

Με προσκαλέσατε να μιλήσω στο όνομα της χριστιανικής πίστης και έτσι θα σας απαντήσω:

Η απάντηση είναι: Είναι αναγκαίο οι νεκροί να αναστηθούν. Πρέπει οι νεκροί να αναστηθούν και ήδη οι νεκροί αναστηθήκαν. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Το έχουν επιβεβαιώσει οι Απόστολοι του Χριστού, την πεντηκοστή μέχρι το θάνατο του διδασκάλου τους. Αχ, εάν ο Θεός χάριζε σε μένα την φλογερή γλώσσα που χάρισε στους Αποστόλους, θα μπορούσα να θερμάνω την πίστη σας για την ανάσταση των νεκρών. Θα μπορούσα να ανυψώσω τις καρδιές από το βάθος της απελπισίας και της καχυποψίας. Μακάρι να μπορούσα να φωτίσω τα μάτια σας και μέσα από τα κρύα και σκοτεινά σύννεφα του θανάτου να αντικρίσετε το φως της ζωής!
Αυτή τη φλογερή γλώσσα απέκτησαν οι Απόστολοι όταν με τα ίδια τους τα μάτια είδαν το Δάσκαλό τους μετά το θάνατό Του. Αυτό ήταν το πειστήριο. Δεν τους ήταν απαραίτητα ούτε μαθηματικά, ούτε η λογική, μόνο η εμπειρία. Τα πειστήριά τους ήταν υπαρκτά με τις φυσικές αισθήσεις τους.
Οι Απόστολοι γνωρίζουν μόνον αυτό το οποίο ισχυρίζονται, δηλαδή πως με τα μάτια τους αντίκρισαν ολοζώντανο τον άνθρωπο, τον οποίο είχαν θάψει στη γη νεκρό. Όποιος ζητάει από τους Αποστόλους να αποδείξουν αυτό που είδαν, αυτός ζητάει να αποδειχτεί το πιό ισχυρό πειστήριο, με τις πιό αδύναμες αποδείξεις. Γιατί σ’ αυτή την περίπτωση τα μαθηματικά και η λογική, είναι πιό αδύναμη ως απόδειξη απ’ ότι ένα ορατό γεγονός. Για κάθε ορατό γεγονός επαρκούν σήμερα δύο μάρτυρες στο δικαστήριο. Όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι δύο, αλά δώδεκα. Οι Απόστολοι δεν αποδεικνύουν αυτό το ορατό γεγονός, αλλά το επιβεβαιώνουν με τη ζωή τους στη διακήρυξη εκείνου που είδαν τα μάτια τους. Γι’ αυτό το λόγο εγκατέλειψαν τις εστίες τους, τις οικογένειές τους, την πατρίδα τους και εξέθεσαν τον εαυτό τους σε χλευασμούς, σε διωγμούς, υπέμειναν τα χειρότερα βασανιστήρια και πέθαναν μαρτυρικά.
Αν οι Απόστολοι διακήρυτταν την ανάσταση του Χριστού και γι’ αυτόν τον ισχυρισμό τους αποκτούσαν παλάτια μαρμάρινα, δίπλα στο παλάτι του Ηρώδη στα Ιεροσόλυμα, ή αποκτούσαν κάποιο σημαντικό τίτλο στην αρχαία Ρώμη, ο ισχυρισμός τους θα αποκαλύπτονταν ως ψεύτικος και ως κατασκεύασμα λογικής. Το ιερό όμως κήρυγμά τους, πήρε τη μορφή της αλήθειας, από τη στιγμή που οι Απόστολοι κήρυξαν την ανάσταση και εξαιτίας αυτού θυσίασαν την περιουσία τους, το χρόνο τους, τους φίλους τους, την υγεία τους, την ευτυχία τους και άλλα πολλά.
Όταν για πρώτη φορά, οι Απόστολοι άρχισαν να κηρύττουν για τον αναστημένο Χριστό, οι άνθρωποι γέλασαν και τους θεώρησαν μεθυσμένους. Όταν ξεκίνησαν να μιλούν για δεύτερη φορά, οι άνθρωποι δεν γέλασαν αλλά σκέφτηκαν μήπως κάποιος τους δωροδόκησε. Όταν άρχισαν να τους βασανίζουν και άκουσαν πάλι τα ίδια λόγια από το στόμα τους, τότε οι άνθρωποι γύρω τους άρχισαν να προβληματίζονται. Και μόλις είδαν πως δεν λυπόντουσαν να χύσουν το αίμα τους για τα λόγια της ανάστασης, τότε τους πίστεψαν.

Όχι η λογική, αλλά το αίμα των μαρτύρων αποδεικνύει την ανάσταση του Χριστού.

Σε καμιά περίπτωση, δεν πρέπει να σκεφτούμε πως οι Απόστολοι θεώρησαν το κήρυγμα της ανάστασης των νεκρών, ως κάποιο πλαστό, ελκυστικό στοιχείο της ηθικής τους διδασκαλίας.

Οι Απόστολοι παντού διακήρυξαν το γεγονός της ανάστασης του Χριστού, σαν το πιό σημαντικό γεγονός, σαν την πιό σωτήρια χαρμόσυνη είδηση. Την είδηση που θα γινόταν η νέα βάση της ανθρώπινης δικαιοσύνης και της ανθρώπινης ευτυχίας στη γη.

Ο Απόστολος Πέτρος αρχίζει κάθε κήρυγμά του στο λαό, επαναλαμβάνοντας την ιστορία του εσταυρωμένου Χριστού, που αναστήθηκε από τους νεκρούς. Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους: Και αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί, τότε το κήρυγμά μας είναι χωρίς νόημα, το ίδιο και η πίστη μας (Κορ. 15,14).
Με το ίδιο τρόπο και για μας, η πίστη στην ανάσταση πρέπει να είναι το πιό σημαντικό γεγονός. Επειδή χωρίς την ανάσταση και η πίστη μας είναι χωρίς νόημα και περιττή. Χωρίς την πίστη στην ανάσταση και το κήρυγμά μου είναι ανόητο. Μοιάζω και εγώ σαν μύλος τον οποίο κινεί το νερό και αλέθει αέρα.
Θα ήμουν το πιό αξιοθρήνητο πλάσμα στη γη, αν σας κήρυττα την ανάσταση των νεκρών και δεν πίστευα σ’ αυτή.
Θα ήμουν ο πιό ασυνεπής άνθρωπος στον κόσμο εάν σας συμβούλευα: να είστε αισιόδοξοι και συγχρόνων πίστευα πως οι νεκροί είναι μόνον ύλη σε αποσύνθεση και τίποτε άλλο!
Θα ήμουν ο πιό πλανεμένος άνθρωπος, εάν σας δίδασκα: να είστε δίκαιοι, ενώ πίστευα πως τα ίδια συμβαίνουν μετά το θάνατο στους δίκαιους και στους άδικους ανθρώπους. Εάν πίστευα πως ο θάνατος δεν επιφέρει ούτε αμοιβή, ούτε τιμωρία, παρά μόνο τα αιώνιο σημάδι, τον αιώνιο ύπνο χωρίς ξύπνημα.

Ήταν ο θάνατος του Χριστού ένα αιώνιο σκοτάδι, ένας αιώνιος ύπνος χωρίς ξύπνημα; Αν είναι έτσι, τότε ο θάνατος είναι μία άβυσσος, στην οποία όλοι οι άνθρωποι πέφτουν και η ζωή είναι μόνο στιγμιαία και άστοχη περιπλάνηση, γύρω από αυτή την άβυσσο.
Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε από τους νεκρούς, τότε κανένας νεκρός δεν αναστήθηκε. Τότε ο φλοιός της γης δεν είναι παρά μία επιτάφια πλάκα, στην οποία εμείς είμαστε μόνο μιά χαραγμένη επιγραφή, πάνω από τη σκόνη των προγόνων μας.
Αν ο Χριστός, που σταυρώθηκε στον Γολγοθά, τον καιρό του Ποντίου Πιλάτου, δεν είναι ζωντανός τώρα, τότε η χριστιανική πίστη είναι ένα ψέμα και μιά παρηγοριά της ανθρωπότητας, για το βασίλειο των ονείρων.
Τότε για ποιό λόγο υπάρχει η εκκλησία σε κάθε χωριό και πόλη της Ευρώπης; Για ποιό λόγο υπάρχει η εκκλησία και η προσευχή;
Τότε η ελπίδα υπάρχει άδικα; Τότε και η αγάπη είναι ανοησία; Ολόκληρη η ζωή μας είναι καπνός και ανοησία; Η χριστιανική τέχνη είναι απαθανάτιση του ψέματος; Η χριστιανική μεγαλοψυχία κάτι που δεν έχει βάση;
Και οι απόστολοι του Χριστού, τι είδους άνθρωποι ήταν, φανατικοί; Και ο Δάντης τι ήταν; Ένα άρρωστος ονειροπαρμένος;
Και ο Κάντ; Ένας αμαθής;
Ο Όλιβερ Λότζ; Ένας παράλογος;
Ο Λαμπρόζο; Πλανεμένος πνευματιστής;
Και εμείς όλοι; Όλοι μας είμαστε κληρονόμοι άρρωστων ονειροπαρμένων, της αμάθειας της ανοησίας και της πλάνης;
Μήπως τους τελευταίους δέκα εννέα αιώνες, ο Χριστός είναι νεκρός; Μήπως καμιά προσευχή που απευθύνθηκε προς Αυτόν δεν εισακούστηκε, μήπως σε καμία λειτουργία στην οποία δοξαζόταν το όνομά Του, δεν παρίστατο;
Προσπαθήστε να αναλογιστείτε, πως, αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αυτό σημαίνει, πως ο Χριστός δεν συνέπασχε σε κανέναν πόνο και για δέκα εννέα αιώνες, όσο εμείς προσευχόμασταν, όσο γονατίζαμε ενώπιόν Του, ήταν κουφός και άλαλος.

Όχι, αυτή η σκέψη δεν είναι δυνατή. Η ζωή που είναι θεμελιωμένη στον Χριστό είναι τόσο όμορφη, που δεν μπορεί να βασίζεται στο θάνατο, αλλά μόνο στη ζωή. Τέτοιο παλμό, τέτοια ώθηση που έδωσε ο Χριστός στον κόσμο, δεν θα μπορούσε να τη δώσει ένας άνθρωπος, που έζησε μόνον τριάντα τρία χρόνια.

Τόσες προοδευτικές ιδέες και πνευματικές αλλαγές που συνέβησαν στον κόσμο, θα μπορούσε να δημιουργήσει μόνον Εκείνος, που έζησε και ζει όλα τα χρόνια μέχρι σήμερα, Εκείνος που επαγρυπνεί και βλέπει από ψηλά το έργο Του. Τέτοιος παντοδύναμος κυβερνήτης της ανθρώπινης ιστορίας και τέτοιος κυρίαρχος της ανθρώπινης σκέψης και καρδιάς, δεν θα μπορούσε να γίνει παρά μόνον ο άνθρωπος εκείνος που μετά το θάνατό του, φανερώθηκε ζωντανός. Μ’ αυτόν τον τρόπο ενίσχυσε την πίστη των ανθρώπων: πως ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής, αλλά η μετάβαση από τη μία ζωή στην άλλη.

Ο «εν ζωή» Χριστός είναι η εγγύηση της πίστης μας. Ο Χριστός, που έζησε τριάντα τρία χρόνια στη Γαλιλαία και στην Ιουδαία, κατά τη διάρκεια αυτών των τριάντα τριών χρόνων, διέπραξε το ένα εκατομμυριοστό από τα θαύματα που συνέβησαν μετά το θάνατό Του και μετά την φανέρωσή Του στους μαθητές Του.

Αυτός, ο αναστημένος Χριστός, ίδρυσε τον χριστιανισμό και αποτελεί την εγγύηση της πίστης μας, την εγγύηση του νοήματος της ζωής μας, την εγγύηση της ανάστασης των νεκρών.

Σε κάποιους ανθρώπους η εγγύηση αυτή φαίνεται παλιά και υπερβολικά απόμακρη ως προ τον χρόνο και τον τόπο και γι’ αυτό ψάχνουν νέες εγγυήσεις.

Σας λέω λοιπόν, πως η ανάσταση του Χριστού είναι η πιό βασική εγγύηση και δεν είναι μοναδική……
Πάντοτε γύρω από κάθε αλήθεια συσσωρεύονται πολλές πλάνες, όπως οι πεταλούδες συσσωρεύονται γύρω από το φως του κεριού….

Ο σύγχρονος τρόπος σκέψης, απαιτεί η κάθε αλήθεια, να τεκμηριώνεται με πειράματα επιστημονικά. Οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν θέλουν να πιστέψουν, μέχρι να δουν και να ακούσουν και μέχρι να θέσουν τα χέρια τους στα πλευρά του αναστημένου Χριστού. Αυτός ο τρόπος σκέψης έχει και θετικά στοιχεία. Αλλά δείχνει και κάτι άλλο, πως οι άνθρωποι έχασαν την ικανότητά τους για έναν ανώτερο θεωρητικό τρόπο αντίληψης.
Οι άνθρωποι και προ Χριστού, πίστευαν στη ζωή του ανθρώπου μετά το θάνατο. Οι απλοί άνθρωποι το πίστευαν ενστικτωδώς και οι φιλόσοφοι το πίστευαν ενστικτωδώς και με τη λογική τους.
Στην καρδιά μας, όπως και στην καρδιά των αδελφών μας αρχαίων Αιγυπτίων και Ινδών, υπάρχει αυτή η ενστικτώδης υποψία. Στο μυαλό μας, όπως και στο μυαλό των αδελφών μας, των αρχαίων φιλοσόφων όλων των λαών, μπορεί να χωρέσει η ίδια λογική των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος δεν σημαίνει το τέλος, αλλά αλλαγή και παράταση της ζωής.
Οι άνθρωποι πάντοτε ενστικτωδώς προαισθάνονταν όλες τις σπουδαίες εφευρέσεις, ανακαλύψεις. Ο Κολόμβος οδηγούμενος από ένστικτο ανακάλυψε τη νέα ήπειρο, ο Στέφενσον τον σιδηρόδρομο. Ο Μπεργκσόν, ο σύγχρονος γάλλος φιλόσοφος, απέδειξε την αθανασία της ψυχής, λέγοντας: το ένστικτό μας λέει ότι είμαστε αθάνατοι και αφού το ένστικτο δεν πλανά τα άτομα, δεν πλανά ούτε τις κοινωνίες. Ολόκληρη η ανθρωπότητα ελπίζει ενστικτωδώς, πως υπάρχει μία άλλη ζωή μετά το θάνατο. Δεν είναι δυνατό να διανοηθεί κανείς, πως το καθολικό ένστικτο της κοινωνίας απατάται. Γιατί διαμέσου του ενστίκτου, μας μιλά ο Θεός και ο Θεός δεν μας εξαπατά, αλλά μας λέει την αιώνια αλήθεια.

Το ένστικτο αποδεικνύεται αλάνθαστο, επειδή στηρίζεται στη λογική των πραγμάτων και επειδή οι προφητείες του ενστίκτου επιβεβαιώθηκαν.

Σύμφωνα με την λογική, υπάρχει περίπτωση να αυτοκτονεί ο Θεός; Κανείς από εσάς δεν θα μπορούσε να το ισχυριστεί. Ο Θεός είναι ο αιώνιος φορέας της ζωής και του σύμπαντος. Η αυτοκτονία του ίδιου του Θεού, είναι επομένως ακατανόητη. Αυτός είναι ο πρώτος συλλογισμός.

Ο δεύτερος συλλογισμός, είναι ο παρακάτω: η ζωή του καθενός μας μεμονωμένα, προέρχεται από το Θεό. Και η δική μου και η δική σου ζωή, όπως και η ζωή όλων μας προέρχεται από το Θεό. Ο Θεός στέκεται μπροστά στην κάθε μεμονωμένη ζωή, όπως ένα σύνολο μπροστά σε ένα κομμάτι του, ή όπως ένα πορτραίτο μπροστά σε μιά μικρογραφία.
Σημαντικό είναι ότι ο Θεός υπάρχει μέσα στην κάθε μεμονωμένη ζωή. Αν ο θάνατος σημαίνει το τέλος της κάθε μεμονωμένης ζωής, τότε ο θάνατος σημαίνει το τέλος του Θεού. Γιατί, αν καταστρέφει ο Θεός τη ζωή μας, καταστρέφει και τη δική Του ζωή. Και επειδή στο τέλος των καιρών, όλα τα ζωντανά όντα θα πρέπει να υποκύψουν στον θάνατο, τότε και ο Θεός ο ίδιος θα πρέπει να πεθάνει, να αυτοκτονήσει.

Έτσι προκύπτει το παρακάτω συμπέρασμα: ο θάνατος είναι αδύναμος μπροστά στη ζωή μας και μπροστά στη ζωή του Θεού.

Γιά ποιό λόγο λοιπόν, είναι απαραίτητο, να αποδεικνύει κανείς την αθανασία της ζωής;….

Και ο Χριστός δεν τεκμηρίωσε την ύπαρξη του Θεού, ούτε τη ζωή μετά το θάνατο. Ήταν μάρτυρας και του ενός και του άλλου. Έβλεπε και μαρτυρούσε αυτά που έβλεπε. Η πόρτα του μέλλοντος ήταν ανοιχτή μπροστά στα μάτια Του και έβλεπε τον εαυτό Του ζωντανό μετά το θάνατο. Έβλεπε τον εαυτό Του να περπατά πάνω στα σύννεφα, περικυκλωμένος από πνεύματα, λουσμένος από φως και δοξασμένος. Έβλεπε τους αγγέλους Του να ξυπνούν με τρομπέτες τους νεκρούς, από όλες τις πλευρές του κόσμου για να τους συγκεντρώσουν στο Δικαστήριο του Θεού. Έβλεπε όλα αυτά και τα παρουσίαζε, χωρίς να τα αποδεικνύει. Όποιος είχε μάτια να βλέπει αυτόν τον πνευματικό κόσμο, αυτός έβλεπε τα ίδια. Όποιος δεν είχε πνευματικά μάτια, δεν έβλεπε και δύσκολα θα του αποδεικνύονταν με τη λογική.
Οι πιό σημαντικοί άνθρωποι στην ιστορία, πρόβλεψαν το μέλλον. Οι πιό διορατικοί, ήταν και οι πιό θεοσεβούμενοι. Οι πιό θεοσεβούμενοι διεμόρφωσαν την ανθρώπινη ζωή. Και εμείς αδελφοί μου, πρέπει να ακολουθήσουμε το δρόμο των πιό σημαντικών, των πιό διορατικών και των πιό θεοσεβούμενων ανθρώπων. Πρέπει να πορευτούμε, ακολουθώντας τους με εμπιστοσύνη. Ο Θεός δεν θα επιτρέψει οι άνθρωποι αυτοί να οδηγηθούν στην καταστροφή και αυτοί δεν θα αφήσουν εμάς να «χαθούμε».
Ο Θεός είναι ο πιό σπουδαίος εγγυητής της αθανασίας μας, της ανάστασής μας μετά το θάνατο. Η ζωή μας είναι η ζωή Του. Αγαπά τη ζωή μας, όπως αγαπά τη ζωή Του. Ο Θεός δεν δημιούργησε τη ζωή, για να μπορεί στη συνέχεια να την καταστρέψει. Προτιμά να δείχνει τη δημιουργική Του δύναμη και όχι την καταστροφική, την δύναμη που χτίζει και δεν γκρεμίζει. Όλα όσα έκτισε Αυτός, τα έκτισε για να εξελιχθούν και να ζήσουν. Όλοι μας είμαστε σκεύη θεϊκής ζωής. Βαθμιαία εξελισσόμαστε, ώστε όλο και περισσότερο να περικλείουμε μέσα μας το δώρο της ζωής. Όλο και περισσότερο να πλησιάζουμε τον Θεό και ο Θεός να πλησιάζει εμάς.
Ο θάνατος δεν είναι ο «αφέντης», αλλά ο υπηρέτης του Θεού και της ζωής. Ο πλανήτης μας δεν είναι το βασίλειο του θανάτου, είναι το βασίλειο της ζωής. Εμείς τόσο πιστεύουμε στη ζωή, που ακόμη και τον θάνατο τον αναπαριστάνουμε σαν κάτι ζωντανό. Οι ζωγράφοι αναπαριστάνουν τον θάνατο σαν ένα σκελετό. Περπατά κρατώντας στα χέρια του ένα δρεπάνι που θερίζει το λιβάδι της ζωής. Ο θάνατος εικονίζεται από τους καλλιτέχνες σαν μία σκοτεινή ύπαρξη, που καταπατά με το άλογό του την ανθρώπινη μυρμηγκοφωλιά. Συχνά εικονίζεται σαν μουσικός, που παίζει με το βιολί και με τη μαγική μουσική του θέλγει τους ανθρώπους και στη συνέχεια τους αφαιρεί τη ζωή. Γενικά η ανθρώπινη φαντασία εικονίζει τον θάνατο σαν ανθρώπινο πλάσμα. Παράλογο λοιπόν δεν είναι να πιστεύουμε πως ο θάνατος ζει και πως εμείς πεθαίνουμε; Παράλογο δεν είναι να θεωρούμε το θάνατο, που είναι εχθρός της ζωής, αθάνατο και εμάς, που είμαστε φορείς της ζωής, θνητούς;

Η ζωή μας δεν εξαρτάται από αυτή τη μαύρη δύναμη, που ονομάζεται θάνατος αλλά εξαρτάται από το Θεό. Καλύτερα είναι να εξαρτιόμαστε από το Θεό κα όχι από τον ίδιο τον εαυτό μας, επειδή το να εξαρτιόμαστε από το Θεό, σημαίνει να εξαρτιόμαστε από την ατέρμονη καλοσύνη, από την τέλεια αγάπη και αρμονία, από την πατρική καρδιά, από τη δικαιοσύνη και το φως, από τη σταθερότητα και την αιωνιότητα. Το να εξαρτιόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό, σημαίνει πως εξαρτιόμαστε από την αμάθεια, την κακία, ο μίσος και τη μελαγχολία, την περηφάνεια και την αστάθεια, από το σκοτάδι.

Υπάρχει λόγος για τον οποίο ο Θεός άφησε να υπάρχει ο θάνατος. Ο θάνατος διαλύει, για να συνθέσει στη συνέχεια, γκρεμίζει για να χτίσει, κοιμίζει για να ξυπνήσει.

Πλαστήκαμε από τη γη και πάλι στη γη γυρνούμε. Ας μην μας φοβίζει αυτό, ότι επιστρέφουμε στη γη. Το χώμα είναι καθαρό και αγνό. Ο τάφος δεν είναι πιό κρύος από το λίκνο.

Το χώμα της γης είναι γεμάτο ζωή. Το πνεύμα του Θεού είναι αδιαλείπτως μέσα του. Το πνεύμα του Θεού ξαναζωντανεύει συνεχώς τη γη. Τα σκορπισμένα κόκαλα, τα θαμμένα στη γη, φοβίζουν τα μάτια και όχι το πνεύμα. Το σάπιο κρέας κάτω από τη γη, φοβίζει τον άνθρωπο και όχι το Θεό. Επειδή με ένα βλέμμα του Θεού, ό.τι είναι σκόρπιο ενώνεται και ό,τι είναι σάπιο ξαναζωντανεύει.

Ας θυμηθείτε το γνωστό όραμα του Ιεζεκιήλ: Και εγένετο επ’ εμέ χειρ Κυρίου, και εξήγαγέ με εν πνεύματι Κύριος και έθηκέ με εν μέσω του πεδίου, και τουτο ήν μεστόν οστέων ανθρωπίνων· και περιήγαγέ με επ’ αυτά κυκλόθεν κύκλω, και ιδού πολλά σφόδρα επί προσώπου του πεδίου, ξηρά σφόδρα, και είπε προς με· υιέ ανθρώπου, ει ζήσεται τα οστέα ταύτα; Και είπα· Κύριε Κύριε, συ επίστη ταύτα. Και είπε προς με· προφήτευσον επί τα οστά ταύτα και ερείς αυτοίς· τα οστά τα ξηρά, ακούσατε λόγον Κυρίου. Τάδε λέγει Κύριος τοίς οστέοι τουτοις· ιδού εγώ φέρω εφ’ υμάς πνεύμα ζωής και δώσω εφ’ υμάς νεύρα και ανάξω εφ’ υμάς σάρκας, και εκτενώ εφ’ υμάς δέρμα και δώσω πνεύμά μου εις υμάς και ζήσεσθαι. Και γνώσεσθε ότι εγώ ειμι Κύριος· και επροφήτευσα καθώς ενετείλατό μοι· και εγένετο εν τω εμέ προφητεύσαι και ιδού σεισμός, και προσήγαγε τα οστά εκάτερον προς την αρμονίαν αυτού· και είδον και ιδού επ’ αυτά νεύρα και σάρκες εφύοντο, και ανέβαινεν επ’ αυτά δέρμα επάνω, και πνεύμα ούκ ήν επ’ αυτοίς· και είπε προς με· προφήτευσον επί το πνεύμα, προφήτευσον, υιέ ανθρώπου, και ειπόν τω πνεύματι· τάδε λέγει ο Κύριος· εκ των τεσσάρων πνευμάτων ελθέ και εμφύσησον εις τους νεκρούς τουτους, και ζησάτωσαν· και επροφήτευσα καθότι ενετείλατό μοι· και εισήλθεν εις αυτούς το πνεύμα και έζησαν και έστησαν επί των ποδών αυτών, συναγωγή πολλή σφόδρα.
(Όραμα αναζωογονήσεως των ξηρών οστών).
(Ιεζεκιήλ 37,1-10)

Αδελφοί μου, ας αναγνωρίσουμε τον Θεό, ως τον κυρίαρχο της ζωής. Τον Θεό και όχι τον θάνατο. Αυτή η αποδοχή θα μας οδηγήσει, να έχουμε εμπιστοσύνη στον ουράνιο Πατέρα μας και η εμπιστοσύνη στο Θεό θα μας γεμίσει χαρά.
Ας προσευχόμαστε : Θεέ μου είμαστε χώμα που ζωντανεύει το πνεύμα Σου. Δώσε μας τη δύναμη, να αντέχουμε μπροστά στη φρικτή μορφή των νεκρών. Δώσε μας δύναμη, να ακούμε το νούμερο των νεκρών που σήμερα ή αύριο εμείς θα αυξήσουμε.

-Εσύ Θεέ μου, θα μας αναστήσεις όπως ανάστησες τον καλύτερο υιό σου, τον Χριστό, τον αδελφό μας. Πατέρα, δεν γέννησες τα παιδιά Σου, για να δουν για λίγο τον οίκο Σου και μετά να πεταχτούν στο σκοτεινό δικαστήριο. Δεν μας γέννησες, για να μας καταπιεί το σκότος. Μας έπλασες, για να Σε συντροφεύουμε στην αιωνιότητα.

-Δεν σε ρωτάμε, Πατέρα, πως με ποιά μορφή σώματος θα μας «ντύσεις» στην άλλη ζωή. Ούτε σε ρωτάμε, με ποιό τρόπο θα μας δώσεις ξανά ζωή. Όχι! Εμείς μόνο προσευχόμαστε σε Σένα. Δυνάμωσε την εμπιστοσύνη μας σε Σένα και την πίστη μας για ζωή. Επειδή όλα όσα σκέφτεσαι να πράξεις για μας, θα είναι ασύγκριτα πιό σοφό από εκείνο που θα πράττουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Τα σχέδιά Σου είναι καλύτερα από τις επιθυμίες μας. Η δύναμή Σου ξεπερνάει την κενοδοξία μας.

-Εσύ έχεις τη δύναμη να δίνεις τη ζωή, έχεις και τη δύναμη και να την αφαιρείς.

-Εσύ που έχεις τη δύναμη να νεκρώνεις, έχεις τη δύναμη και να ζωντανεύεις.

-Δημιουργέ των ζωντανών.

-Εσύ που είσαι ο «αναστάς» των νεκρών, δυνάμωσε σε μας την πίστη για την ανάσταση.

-Επειδή εμείς, χωρίς αυτήν την πίστη, είμαστε ζωντανοί νεκροί.

Επέστρεψε σε μας, μετά το θάνατό μας, για να ξαναζωντανέψουμε.

Ας είσαι μαζί μας και στη ζωή και στο θάνατο, για να έχουμε όλα όσα επιθυμούμε.

Επειδή Εσύ είσαι η Ζωή, η Ζωοδόχος πηγή, από πάντα και για πάντα.
Αμήν.

Από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτσ: “ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ”.
Εκδόσις Ορθόδοξος Κυψέλη: Δεκέμβριος 2014.

Η/Υ επιμέλεια Αικατερίνας Κατσούρη.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.