Τα ψηλά βουνά:, Η ιστορία του Γιάννη απο το Πουρνάρι: Η κατάρα του πεύκου: Στη Ρούμελη: Ο μεθυσμένος μυλωνάς – Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου.

Η ιστορία του Γιάννη από το Πουρνάρι.
Βλέπετε κει κάτω μακριά, είπε η Αφρόδω, κάτι χωράφια που κιτρινίζουν;
Εκεί ήταν ένας πεύκος˙ μα τι πεύκος! Έκρουε στα ουράνια, που λέει ο λόγος. Ο ίσκιος που έρριχνε μαύριζε σαν το χράμι που είναι από τράγιο μαλλί. Από κάτω μπορούσε να σταθή ένα κοπάδι.
Πουλί πετούμενο δεν περνούσε από μακριά δίχως νάρθη ν’ αγγίξη την κορφή του.
Οι σταλαματιές από το ρετσίνι του σαν κεχριμπάρια˙ το φύσημά του ποτάμι˙ η δροσιά του γιάτρευε λαβωμένο.
Λένε πως μέσα στο κορμί του κοιμόταν μια νεράιδα˙ έτσι λένε. Μεγαλύτερος πεύκος δε φάνηκε πουθενά˙ τον θυμούνται δα εκείνοι που γέρασαν. Κι ο παππούλης κάθισε στον ίσκιο του.
Ώσπου ήρθε μια χρονιά ο Γιάννης από το Πουρνάρι, και τον πελέκησε με το τσεκούρι για ρετσίνι. Και την άλλη χρονιά πάλι τον πελέκησε. Κι άμα έβγαλε δυο χρόνια το ρετσίνι, ο Γιάννης άρχισε να μετρά τα κούτσουρα που θα είχε, αν τον έκοβε ολότελα.
Την τρίτη χρονιά τον γκρέμισε. Και πήγε στη μάνα του και της είπε: «Μάνα, καλό χειμώνα θα περάσωμε. Τον μισόν πεύκο θα τον κάψωμε εμείς στο τζάκι, τον άλλο θα τον πουλήσωμε στα Δυο χωριά».

Κίνησε να πάη στα Δυο χωριά, να βρη τους μαστόρους να τους πη πως έχει ξύλο για πούλημα. Πέρασε ένα μερόνυχτο, δεν έφτασε. Πέρασαν τρεις μέρες, δεν έφτασε. Πέρασε ένας μήνας, κι ήταν ακόμα στο δρόμο.
Ο πεύκος, λένε, την ώρα που έπεφτε τον καταράστηκε. Και σαν είχε την κατάρα του πεύκου, δεν μπορούσε ο Γιάννης να βγη ποτέ από τον κάμπο. Γιατί τα δέντρα, βλέποντάς τον, περπατούσαν κι έφευγαν. Κι ο λόγγος όλο τραβούσε μακριά. Κι ο Γιάννης όλο απόμενε στα ξερολίβαδα.
Δίψα είχε, σταλιά δεν είχε να δροσιστή. Και περνούσαν τα καλοκαίρια και τον έκαιαν, κι οι χειμώνες και τον πάγωναν. Κι ο Γιάννης περπατούσε, κι ήταν πάντα στον ίδιο τόπο. Ώσπου σωριάστηκε.
Και του έβγαλαν κι ένα τραγούδι, που λέει όλη αυτή την ιστορία. Έχει και σκοπό. Μα όσο για τα λόγια, εγώ δεν τα ξέρω˙ στα χαρτιά θα τα βρήτε˙ γιατί πέρασε στα χαρτιά αυτή η ιστορία.

Το τραγούδι του Γιάννη από το Πουρνάρι έτσι το λένε τα χαρτιά:
Η κατάρα του πεύκου.
«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο; γιατί; Γιατί;»
-«Αγέρας θάναι» λέει ο Γιάννης, και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει φωτιά˙
νάβρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα, μια ρεματιά!

Μες στο λιοπύρι, μες στον κάμπο να ένα δεντρί…
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου δροσιά να βρη.

Το δέντρο παίρνει τα κλαδιά του και περπατεί!
«Δε θ’ ανασάνω» λέει ο Γιάννης «γιατί; Γιατί;»

-«Γιάννη, πού κίνησες να φτάσης;» – «Στα Δυο χωριά».
-«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου; Πολύ μακριά!»

-«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω, τί έφταιξα γω;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει, γι’ αυτό είμαι δω.

»Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες…. για δυο, για τρεις….
Ο νους μου σήμερα δεν ξέρω τ’ είναι βαρύς».

-«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι να δροσιστής».
Σκύβει να πιη νερό στη βρύση, στερεύει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες, φεύγει ο καιρός˙
στον ίδιον τόπο ειν’ ο Γιάννης κι ας τρέχη εμπρός…

να το χινόπωρο, να οι μπόρες! Μα που κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι, με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο το σπλαχνικό,
πούρριχνεν ίσκιο στο κοπάδι και στο βοσκό;»

»Ο πεύκος μίλαγε στον αέρα – τ’ ακούς; τ’ ακούς; –
και τραγουδούσε σα φλογέρα στους μπιστικούς.

»Φρύγανο και κλαρί που πήρες, και τις δροσιές,
και το ρετσίνι του ποτάμι απ’ τις πληγές.

»Σακάτης ήτανε κι ολόρθος, ως τη χρονιά
που τον εγκρέμισες για ξύλα, Γιάννη φονιά!».

-«Τη χάρη σου, ερημοκλησάκι, την προσκυνώ.
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα και να σταθώ…

»Η μάνα μου θα περιμένη κι έχω βοσκή….
κι είχα και τρύγο… Τί ώρα νάναι και τί εποχή;
»Ξεκίνησα το καλοκαίρι – να στοχαστής –
κι ήρθε και μ’ ήβρεν ο χειμώνας μεσοστρατίς.

»Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι! Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο που τρέχει εμπρός.

»Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω – με τι καρδιά; –
Θέλω να πέσω να πεθάνω, εδώ κοντά».

Πέφτει σα δέντρο απ’ το πελέκι… Βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος, πολύ μακριά.

Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι φωνή καμιά.
Στ’ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο, στην ερημιά.
Στη Ρούμελη.
Απ’ όλα τα παιδιά ο Πάνος χαίρεται περισσότερος το νερό. Αυτός κάθεται στη βρύση από κάτω με το κορμί γδυτό και λούζεται. Αν βρη καμιά στέρνα στο δρόμο, μπορεί να γδυθή και να βουτήξη.
Ο κύρ Στέφανος τον έβγαλε Κοτσυφοπάνο.
Ο κότσυφας δεν είναι το πουλί που τρελαίνεται για το νερό; Όταν ακούση νερό να τρέχη, κελαηδεί μέσα στο κλουβί. Κι ο Πάνος αν ακούση νερό, πηδά και χαίρεται.
Μόλις άκουσε πως θα πάνε στο μύλο ν’ αλέσουν, τι χαρές έκαμε!
«Εγώ, είπε, δηλώνω για μυλωνάς, εγώ!».
Συλλογίζεται από τώρα να καθίση γδυτός στη βροχή του μύλου, εκεί που τινάζονται οι στάλες. Άλλη μια φορά το έχει κάμει, και δε λησμονεί αυτή τη δροσιά

Το ψωμί των παιδιών το ετοίμασαν με πληρωμή οι γυναίκες των λοτόμων. Το σιτάρι όμως το πήγαιναν μόνα τους για να το αλέσουν στο μύλο.
Έστειλαν και πήραν από τους λοτόμους το μουλάρι. Το πρωί ξεκίνησε ο Πάνος, ο Καλογιάννης, ο Μαθιός, ο Κωστάκης κι ο Φάνης. Πέντε μυλωνάδες.
Όσο για το δρόμο είχαν ρωτήσει από χτες και ξέρουν που είναι˙ πήραν τα σημάδια καλά. Έπειτα δεν μπορεί να γελαστούν, αφού έχουν μαζί τους ένα πολύτιμο οδηγό, το μουλάρι.
Αυτό πηγαίνει μόνο του στο μύλο. Καταλαβαίνει σαν άνθρωπος. Ξέρει τώρα για πού κίνησαν τα παιδιά˙ Είναι το ζώο που πατά στερεά στους γκρεμούς. Βλέπει τη νύχτα, και θυμάται όλους τους δρόμους που πέρασε στο σκοτάδι.
Τι ωραία που αντιλαλεί το κυπρί του στα φαράγγια!

Είχαν ταξιδέψει κάπου μια ώρα.
«Ακούτε, παιδιά;» είπε ο Κωστάκης και στάθηκε. Στάθηκαν κι οι άλλοι και άκουαν. Ερχόταν μια βοή.
«Νερό!» είπαν τα παιδιά.
Ο Κωστάκης στάθηκε πάλι, έβαλε το αυτί του, και καθώς άκουσε πολύ νερό φώναξε χαρούμενος:
«Η Ρούμελη!»
Σαν ν’ ακούστηκε τ’ όνομα καλού φίλου που έρχεται˙ έτρεξαν τον κατήφορο για να τη δουν˙ μια ώρα πρωτύτερα.
Ήταν η Ρούμελη. Περήφανη κατέβαινε και βροντούσε τα νερά της.
Τα πλατάνια στη μια της και στην άλλη όχθη χαίρονταν το νερό. Άλλα δέντρα έσκυβαν από τις πλαγιές να πιούν.
Το ρέμα εκεί κοντά πλάταινε και σχημάτιζε μια δεξαμενή, που έβλεπες και το τελευταίο λιθαράκι μέσα.
Αλλού είχε σκαλοπάτια από γυαλιστερά λιθάρια. Το νερό κατέβαινε τα σκαλοπάτια και σχημάτιζε άσπρους καταρράχτες.

Ώσπου να καλοκοιτάξουν τα παιδιά, είδαν τον Πάνο γδυτό να μπαίνη στο νερό.
«Μη, μη!» του φώναξαν˙ «θα κρυώσης. Έβγα έξω!».
Ο Πάνος έμπαινε πάρα μέσα. Χτυπούσε τα χέρια του στο νερό, έλουζε το κορμί του, βουτούσε και το πρόσωπό του. Γελούσε και τίναζε στάλες στον αέρα.
«Φοβάστε! Ου, φοβάστε!» φώναζε, και τους πετούσε νερό.

Ο Κωστάκης άρχισε να βγάζη τα ρούχα του. Στάθηκε γυμνός στην όχθη.
«Θα πέσης, Κωστάκη; Πέσε! Εμπρός, θάρρος! Αμ δε θα πέσης!» του φώναξαν.
Ο Κωστάκης έβαλε το πόδι του στο νερό, μα σταμάτησε φοβισμένος˙ το βρήκε κρύο. Θέλησε να φύγη, μα ο Πάνος αρπάζοντάς τον από το χέρι τον τράβηξε μέσα και τον εβούτηξε όλον.
Ο Κωστάκης με την πρώτη βουτιά ξαφνίστηκε. Του φάνηκε πως πούντιασε και χάθηκε! Αμέσως όμως κατάλαβε πως τον κρύωνε ο φόβος του, όχι το νερό. Στην αρχή ένιωσε ψύχρα, τώρα αισθάνεται δροσιά και ευτυχία. Πετούσε νερό στους άλλους.

«Ορίστε, τώρα μας πετά νερό κι ο Κωστάκης!» συλλογίστηκαν οι άλλοι τρεις.
Γδύθηκαν κι αυτοί κι έπεσαν μέσα.
Το φαράγγι αντιλαλούσε τα γέλια τους και τις φωνές. Δυο κοτσύφια, που είχαν τρομάξει στην αρχή, ξαναήρθαν εκεί κοντά και βρέχονταν. Τα πλατάνια έπλεκαν τους κλώνους των από πάνω κι έκαναν πράσινα τόξα. Το νερό ήταν καθαρό σα διαμάντι˙ έβγαινε από την καρδιά του βουνού.
Ρούμελη, κρύα Ρούμελη!
«Και τώρα πώς θα στεγνώσωμε!» ρωτά ο Κωστάκης, άμα βγήκαν από το νερό.
Σεντόνι βέβαια δεν είχαν μαζί τους. Πήγαν λοιπόν σε κείνον που στεγνώνει και ζεσταίνει τους φτωχούς και τους γυμνούς, στον ήλιο.
Μα ενώ έμεναν στον ήλιο, σφούγγιζαν το δέρμα τους δυνατά με φύλλα από πλατάνι, από δρυ και από σκίνο. Έτσι στέγνωσαν και ντύθηκαν.
Ο νους τους δεν έφευγε από το λουτρό˙ δεν μπορούσαν να το ξεχάσουν. Αλάφρωσαν˙ τους φαινόταν σα να έγιναν κι αυτά φύλλο, νερό, αέρας.
Τι καλά έκαμαν να τολμήσουν! Μα σε ποιόν το χρωστούν; Στον Κοτσυφοπάνο.
«Ελάτε» είπαν «ελάτε να τον σηκώσωμε».
Τον εσήκωσαν ψηλά και του φώναξαν: «ζήτω!»
Το κυπρί του μουλαριού που ακούστηκε πάρα πέρα, τους θύμισε πως είναι ώρα για το μύλο.
Ο μεθυσμένος μυλωνάς.
Για το μυλωνά του μύλου αυτού λένε πως ποτέ δεν είναι ξεμέθυστος. Μπαρμπακούκης είναι τ’ όνομά του.
«Μπαρμπακούκη, του είπε ο Κωστάκης, ήρθαμε να μας αλέσης ένα φόρτωμα στάρι».
-«Τόθτττ…. αλέθ….» έκαμε ο μυλωνάς.
Ήθελε να πη μ’ αυτό: «ξεφορτώστε να τ’ αλέσωμε».
Πάλι πιωμένος είναι!
Τα παιδιά έλυσαν το φόρτωμα και κατέβασαν τα δυο σακιά. Ο Πάνος ρώτησε το μυλωνά:
«Τί ώρα θα είναι αλεσμένο, για να ξέρωμε;» Ο μυλωνάς δεν απάντησε. Έχει πιεί όσο χρειάζεται για να μην ακούη πολλά πράματα. Μπορεί να τ’ άκουσε, μα έλα που η γλώσσα του είναι μπερδεμένη!
Κάπου κάπου φτερνιζόταν κι ύστερα έλεγε ο ίδιος στον εαυτό του: «ίες», δηλαδή: «με τις υγείες».
Έπειτα όμως θυμήθηκε την ερώτηση που του είχαν κάμει, κι απάντησε:
«Α… θα…. Τη….» δηλαδή: «θα τ’ αλέσωμε, άμα θ’ αλεστή».
Καλά που ήρθε η γυναίκα του μυλωνά και πήρε τα σακιά. Ήταν πολύ προκομμένη˙ αυτή βαστούσε το μύλο. Μα έχει τέτοια ντροπή για το κακό του αντρός της, που σκύβει το κεφάλι εμπρός στους ξένους.
Έρριξε μια ματιά στο μεθυσμένο και μια στα παιδιά, σα να τους έλεγε: «κοίταξε πώς καταντά ο άνθρωπος με το κρασί!» Και τράβηξε μέσα στη δουλειά της.
Ο Μπαρμπακούκης προσπαθούσε να φορέση το γελέκο του και δεν μπορούσε˙ το φορούσε ανάποδα. Προσπαθούσε να πη κι ένα τραγούδι και δεν μπορούσε˙ το ξεχνούσε και φτερνιζόταν.
Ωστόσο και το ρούχο ήθελε να φορέση και το τραγούδι να το τελειώση. Ξανάρχιζε…
Τούτη η γης που την πατούμε,
όλοι μέσα θενά μπούμε.
Πέντε φορές φτερνίστηκε, μα προχωρούσε˙ ποτέ δε χάνει το θάρρος του. Αφού κοίταξε τα σακιά, τις μυλόπετρες και τις κρησάρες, γύρισε και είπε σ’ αυτά τα πράματα:
«Αν ξαναπιώ δράμι, να με πήτε όλοι σας μεθυσμένο».
Όχι ένα, μα τετρακόσια δράμια θα πιη!…. το απόγεμα, όταν πάη στο χάνι.

Από το βιβλίο: Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου «Τα ψηλά βουνά”. Αναγνωστικό Γ’ Δημοτικού. Αθήναι 1918.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.