Ο λύκος – Μια μικρή τελετή στο δάσος -Ο χείμαρος – Από που έρχεται το νερό – Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Ο λύκος

Από κάποιο μακρινό βουνό ξεκίνησε ο λύκος.
Όταν πείνασε πολύ συλλογίστηκε:
«Σ’ ένα λύκο σαν και μένα, δεν πάει να κυνηγά την αλεπού. Πόσο θα ζήσω ακόμα; Ένα χρόνο, δύο; Πρέπει να καθίσω τραπέζι σε μεγάλα τσελιγκάτα».
Να πούμε την αλήθεια, ο λύκος μας είναι λίγο ηλικιωμένος˙ φέτος έκλεισε τα δεκατρία˙ γέρασε. Άλλαξε το μαλλί του, μα τη γνώμη του και την κεφαλή του δεν την άλλαξε. Πάντα στα καλά κοπάδια είναι ο νους του.
Χτες το βράδυ είδε στον ύπνο του πως έπεσε μέσα σε τρεις χιλιάδες άσπρα πρόβατα. Από τότε δεν μπόρεσε να κοιμηθή. Ξεκίνησε και πάει να τα βρη.

Πέρασε βουνά και βουνά. Δάση από έλατα κι από πεύκα, από καστανιές κι από οξυές.
Περπάτησε τα φαράγγια και τις ράχες. Τρακ, τρακ, τρακ! Το πάτημά του χτυπούσε δυνατά, σα να ήταν πεταλωμένος.
Τ’ αγρίμια που το γνωρίζουν αυτό το περπάτημα, έτρεξαν στην τρύπα τους. Πρώτη η αλεπού, καθώς ήταν ξαπλωμένη σε μια πέτρα, έτρεξε και χώθηκε στον τρίτο διάδρομο της φωλιάς της.
«Για να φεύγη η αλεπού, είπε ο ασβός, κάποια μεγάλη δουλειά τρέχει»˙ και μπήκε σε μια ξένη τρύπα που τη βρήκε άδεια.
«Για να φεύγη ο ασβός, είπε το κουνάβι, δεν είμαστε καλά. Κάποιος καλός κυνηγός θα βγήκε εδώ κάτω. Ας καθίσω, να μην πάη το τομάρι μου στην αγορά».
Μπήκε μέσα στον κορμό ενός δέντρου εκατό χρονών. Εκεί ήταν το πατρικό του. Εκεί μέσα η μάνα των τους είχε δώσει το καλό γουναρικό που φορούν αυτό και τ’ αδέρφια του.
«Δρόμο, δρόμο!» είπε ο σκαντζόχοιρος και χάθηκε. Από τον πολύ το φόβο του δεν πρόφτασε ούτε να τιναχτή˙ μέσα στ’ αγκάθια του έσερνε πολλά ξερά φρύγανα.
Μόνο η νυφίτσα δεν τρύπωσε ακόμη. Έτρεχε στα κλαριά μιας πελώριας καστανιάς σα να ρωτούσε! «Τί είναι; Τί τρέχει;».
Δεν μπορεί η νυφίτσα να ζήση, αν δε μάθη όλα τα νέα. Κοίταξε παντού με τις γυαλιστερές χανδρίτσες των ματιών της, μα κανείς δε βγήκε να της πη τίποτα. Κι η πιο φλύαρη νυφίτσα είχε κρυφτή.
«Για να κρυφτούν όλες οι γειτόνισσες, συλλογίστηκε, θα πη πως κάτι σοβαρό τρέχει. Ας πάμε, μην έρθουν τίποτα σκάγια».
Απάνω σ’ ένα ψηλό κλώνο κάθισε ακίνητη, και μαζεύτηκε έτσι που να φαίνεται ένα με το κλαδί.

Ο λύκος όλα αυτά τα καταλάβαινε. Ο αέρας του έφερνε τη μυρουδιά των αγριμιών που έφευγαν. Είδε και τα χνάρια μερικών, και κούνησε το κεφάλι του.
«Έννοια σας, είπε, και δε βγήκα για σας. Πάω για καλό τραπέζι. Για ένα λύκο που βλέπει στον ύπνο του τρεις χιλιάδες πρόβατα, δεν αξίζετε τίποτα»˙ και προχώρησε.
Η πείνα του μεγάλωσε. Η δίψα του για αίμα ακόμη περισσότερο. Ακόνιζε τα δόντια του˙ έκοβαν σαν το καλύτερο μαχαίρι˙ ήταν έτοιμος.
Μέσα στ’ άσπρα πρόβατα άρχισε να ονειρεύεται τώρα κι ένα μαύρο στη μέση. Ένα με χαϊμαλί. Μπορεί να είναι το λάγιο αρνί. Έτσι, σε κάποιο πρόβατο χαϊδεμένο από τον τσέλιγκα ήθελε να πέση.
Αφού περπάτησε πενήντα χιλιόμετρα, έφτασε στα Τρίκορφα. Σταμάτησε ευχαριστημένος. Άκουσε τα κουδούνια από τα πρόβατα του Γεροθανάση: «Μπράβο Θύμιο» είπε, γιατί τα γνώρισε τίνος είναι.
Στην καλύτερη όμως στιγμή, τη στιγμή που ετοιμάστηκε να χιμήξη, έξαφνα είδε δυο ξαδέρφους του μπροστά˙ το Μούργο και τον Πιστό. Οι δυο αυτοί μαντρόσκυλοι του Γεροθανάση πήδησαν απάνω του˙ μια τουφεκιά ακούστηκε, δεύτερη, τρίτη.
Φώναξαν οι τσοπάνηδες, το κοπάδι αναταράχτηκε, σκύλοι γάβγιζαν μακριά, η ταραχή απλώθηκε από ράχη σε ράχη.

«Ξαδέρφια, έρχομαι από ξένον τόπο, είμαι πεινασμένος και δε θα φύγω!».
Αυτά θα έλεγε ο λύκος στους ξαδέρφους του τους σκύλους, αν ήξερε πως έπαιρναν από λόγια. Μα επειδή ξέρει πως δεν παίρνουν, ετοιμάστηκε. Όποιος μείνη ζωντανός.
Τότε άρχισαν τον πόλεμο και με τους δυο. Απάνω στο σβέρκο του ένιωσε σα μαχαίρια τα δόντια των σκύλων. Μα κι αυτός, ξεφεύγοντας, χύθηκε να τους αρπάξη από το ίδιο μέρος. Κυλισμένοι κάτω, φαίνονται σκύλοι κι οι τρεις˙ και πάλι φαίνονται λύκοι και οι τρεις.
Ο λύκος είχε να κάμη με δύο. Έπρεπε να σκοτώση έναν από τους δυο, να μείνη μ’ ένα, ύστερα να νικήση κι αυτόν, και να ορμήση στα πρόβατα. Γιατί δεν έπαυε να τα συλλογίζεται μέσα στις δαγκωματιές..

Κι αλήθεια ο ένας σκύλος, ο Πιστός, δε θα μπορούσε να κρατήση πολύ στη μάχη. Έφαγε μια φοβερή δαγκωματιά στην κοιλιά. Το αίμα έτρεχε, ο Πιστός δάγκανε ακόμη, η δύναμή του όμως όσο πήγαινε και λιγόστευε.
Μα να! Ένας άλλος φοβερός μαντρόσκυλος, ο Κίτσος, έφτασε από κάτω, για να βοηθήση τους άλλους.
Αυτός του ρίχτηκε με περισσότερη λύσσα. Τώρα ήταν ένας με τρεις.
Πολέμησε και με τους τρεις˙ δεν ξέχασε πως είναι λύκος. Μα ήταν πολύ δυνατοί. Είναι πιστοί˙ μήνες, ολόκληρο χρόνο τον περιμένουν˙ τόσες νύχτες γάβγιζαν γι’ αυτόν.

Ο λύκος δεν μπόρεσε να σταθή σε τρεις εχθρούς ενωμένους. Είχε μια πληγή μεγάλη στο σβέρκο, είχε σκισμένο το δεξί πλευρό, κι άλλες πληγές μικρότερες στο κεφάλι, στα πόδια και στην ουρά.
Και όμως κατώρθωσε να τους ξεφύγη. Σε μια στιγμή μάζεψε όλη του τη δύναμη και τινάχτηκε μακριά.
Ώρμησαν οι σκύλοι από κοντά, τον άρπαξε ο ένας, μα πάλι ο λύκος έμεινε μοναχός του, και χάθηκε.
Από τη στιγμή εκείνη οι σκύλοι τον κυνηγούν. Ο Πιστός έπεσε στο δρόμο˙ οι άλλοι δυο τρέχουν κοντά στο λύκο. Τον ίδιο δεν τον βλέπουν, ακούν όμως το περπάτημά του ή νιώθουν τη μυρουδιά του. Τον πηγαίνουν από ράχη σε ράχη.
Όλη εκείνη τη νύχτα το κυνηγούσαν οι σκύλοι, οι τουφεκιές, οι φωνές των τσοπάνηδων.
Και τόση ήταν η ταραχή, που τα παιδιά έχασαν τον ύπνο τους. Είχαν καταλάβει πως εκεί κοντά ήρθε το πιο μεγάλο αγρίμι που είναι στο δάσος. Τέσσερα πέντε παιδιά βγήκαν κι άναψαν απέξω από τις καλύβες μια μεγάλη φωτιά, με προσοχή να μην πεταχτή καμιά σπίθα στα δέντρα. Έχουν ακούσει πως ο λύκος φοβάται τη φωτιά. Έπειτα όμως τους έφυγε κάθε φόβος με το αδιάκοπο γάβγισμα που άκουαν. Αυτό έδειχνε πως υπάρχουν σκύλοι πιστοί και δυνατοί, που κυνηγούν τον εχθρό.

Τα χαράματα μπόρεσε ο λύκος να σταθή μέσα στα έλατα. Ήταν κουρασμένος κι αγκομαχούσε. Ήταν πληγωμένος και νηστικός.
Άλλα ωνειρεύτηκε κι άλλα βρήκε. Ως τόσο, επειδή δεν πρέπει σε λύκο να παραπονιέται, έγλειψε τις πληγές του, και τράβηξε να βρη καλύτερη τύχη.

Μια μικρή τελετή στο δάσος.

Είναι η πρώτη φορά σήμερα, που ήρθε να δη τα παιδιά ο δασάρχης.
Ο δασοφύλακας που τον ακολουθούσε, του κράτησε τ’ άλογό του. Ο δασάρχης κατέβηκε και κοίταξε τις καλύβες.
Την πρωινή αυτή ώρα τα παιδιά είχαν τις καθημερινές εργασίες. Ο μάγειρας φορούσε την ποδιά του και μαγείρευε˙ άλλα κοίταζαν τη φωτιά˙ άλλα σάρωναν το χώμα με μεγάλες σκούπες από φρύγανα.
Σ’ ένα δέντρο από κάτω ο Λάμπρος κι ο Δημητράκης ήταν σκυμμένοι στο βιβλίο. Ο Φουντούλης καθόταν και τους άκουε˙ ήταν τώρα καλά.
Ο Μαθιός κι ο Γιώργος καθισμένοι μπάλωναν το ρούχο τους.
Έλειπαν δέκα παιδιά, που είχαν πάει για λουτρό στη Ρούμελη. Όλα τ’ άλλα δούλευαν στις καλύβες.
«Μα εδώ είναι πόλη!» είπε ο δασάρχης.

Τα παιδιά τον εχαιρέτησαν και στάθηκαν εμπρός του.
«Ήρθα να σας δω» τους είπε. Είχα περιέργεια να σας δω. Ποιός είναι ο αρχηγός σας;».
Όλοι γύρισαν και κοίταξαν τον Αντρέα. Εκείνος δε μιλούσε.
Ο δασάρχης κρατούσε ένα ωραίο κουτί βυσσινί χρώμα. Από το κουτί έβγαλε ένα λαμπερό άσπρο μετάλλιο.
«Η τάξη σας, είπε, πήρε το μετάλλιο της δασικής προστασίας. Το κράτος μ’ έστειλε να σας το δώσω.
»Αυτό θα το κρεμάσετε στο σχολείο, και θα μείνη πάντα εκεί, για να δείχνη τι κατορθώνουν τα παιδιά, όταν θέλουν. Σας αξίζει».
Λέγοντας αυτά, έδωσε το μετάλλιο στον Αντρέα. Εκείνος το έδωσε στ’ άλλα παιδιά. Όλα έσκυψαν, το κοίταξαν και το καμάρωναν όπως ήταν ωραία σκαλισμένο κι έλαμπε.
Ρώτησε έπειτα ο δασάρχης για τη ζωή τους εκεί απάνω, για το φαγητό τους, για τον ύπνο τους, για όλα. Πήγε μέσα στις καλύβες, είδε τους δρόμους και τ’ άλλα έργα που έκαμαν, και χάρηκε για την πάστρα και την τάξη που βρήκε.
«Μικρά σπιτάκια έχετε, τους είπε, μα δύσκολα βρίσκει κανείς μια τόσο προκομμένη κοινότητα».
Έπειτα ανέβηκε στο κόκκινο άλογό του.
«Σήμερα, παιδιά, είπε, θα πάω για υπηρεσία στο δάσος. Αύριο θα ξανάρθω και θα σας οδηγήσω ψηλά στο νεροπρίονο. Εκεί θα δήτε αληθινά τι μας δίνει το δάσος. Θέλετε;».
-«Ναι, ναι, ναι!»! φώναξαν όλοι μ’ ενθουσιασμό.
Ο χείμαρρος.
Την άλλη μέρα ο δασάρχης ήρθε. Πέντε παιδιά έμειναν να φυλάξουν τις καλύβες, και τ’ άλλα όλα ξεκίνησαν μαζί του για το μέρος που ήταν το νεροπρίονο.
Για να παν εκεί πέρασαν από μέρη γυμνά και τραχιά.
Σε κάθε βήμα τους γκρεμίζονταν χαλίκια. Ο αέρας ήταν κρύος και βούιζε. Ο ήλιος δεν έκαιγε.
Ένα όρνιο φάνηκε από πάνω τους να σκίζη αργά στον αέρα.
Όλοι σήκωσαν το κεφάλι για να κοιτάξουν το μεγάλο πετούμενο, που ταξίδευε ζητώντας την τροφή του.
Τ’ όρνιο για τη στιγμή έκοψε την ορμή του και φτεροζυγιάστηκε, ύστερα χτύπησε πάλι με τις φτερούγες τον αέρα, και χάθηκε πίσω από τα Τρίκορφα….
«Εδώ απάνω είναι άγρια και περήφανα όλα» είπε ο δασάρχης.
Κι αλήθεια έβλεπαν πόσο θεόρατο είναι το βουνό, που φαίνεται από την πόλη σα γαλανός ίσκιος.
Πόσους βράχους, πόσα φαράγγια, πόσες ράχες, πόση πέτρα και κακοτοπιά έχει!

«Τώρα, είπε ο δασάρχης, θα δήτε και μεγαλύτερο θηρίο που μπορεί να βγη από το βουνό. Νάτο!».
Τα παιδιά στάθηκαν και κοίταζαν με περιέργεια. Είδαν όμως πως τους έδειχνε το ξεροπόταμο, που κατέβαινε την πλαγιά γεμάτο ξένο χαλίκια.
«Είναι ο χείμαρρος» τους είπε. «Οι λύκοι, οι αρκούδες, τα λιοντάρια, δεν είναι τίποτα μπροστά στο χείμαρρο. Φέρνουν πολύ μικρή ζημιά και δεν τα βγάζουν πέρα πάντοτε με τον άνθρωπο.
»Ο χείμαρρος όμως κυνηγά τον άνθρωπο και τον αφανίζει, αυτόν και τη γενιά του.
»Όταν γεμίση νερό και κατεβάση στους κάμπους αυτά τα λιθάρια που βλέπετε, πνίγει ανθρώπους, αμπέλια, ζώα και χωριά ολόκληρα.
»Οι άνθρωποι χτίζουν τοίχους και σηκώνουν φράχτες για να τον εμποδίσουν, μα είναι οι κόποι τους χαμένοι. Ένας μόνο μπορεί να τα βάλη με τέτοιο θηρίο. Το δέντρο».
-«Το δέντρο!» έκαμαν με απορία τα παιδιά.
-«Να ξέρατε πόση δύναμη έχει ένα δέντρο! Αυτό με τις ρίζες του κρατεί το χώμα και τα χαλίκια σφιχτά, για να μην τα παίρνουν οι βροχές και τα πηγαίνουν στο χείμαρρο.
»Δεν έχει μόνο το δέντρο αυτή τη δύναμη, μα και οι μικροί θάμνοι, οι αφάνες, το πουρνάρι, η κουμαριά, ακόμη και το θυμάρι.
»Γι’ αυτό οι φυτεμένοι τόποι γλιτώνουν τους ανθρώπους από τις πλημμύρες.
»Όταν όμως καίμε και ξεριζώνωμε τα δέντρα, τότε το χώμα και το χαλίκι φεύγει από τις γυμνές ράχες, και πηγαίνει στο χείμαρρο.
»Εκείνος φουσκώνει από τις βροχές και κατεβάζει μια φοβερή δύναμη από χώμα, λιθάρια και νερό, που αφανίζει σπίτια, σπαρτά και ανθρώπους.
»Αυτό πρέπει να συλλογίζεται καθένας που πηγαίνει να κόψη δέντρο».
Ο Μαθιός, συνηθισμένος από το σχολείο, σήκωσε το χέρι και ρώτησε:
«Τότε, γιατί δεν εμποδίζουν και τους λοτόμους να κόβουν ξύλα;».
-«Καλά έκαμες, παιδί μου, να το ρωτήσης» είπε ο δασάρχης. Οι λοτόμοι κόβουν μόνο τα δέντρα που τους λέμε εμείς να κόψουν.
»Τα δέντρα αυτά είναι σαράντα, πενήντα κι εβδομήντα χρονών το καθένα. Γέρασαν δηλαδή κι ήρθε η ώρα τους να δώσουν ξυλεία, για να βγούνε στη θέση τους άλλα μικρά, που πάλι θα μεγαλώσουν σαν αυτά.
»Κοντά σε κείνο που κόπηκε, βοηθούμε άλλο δέντρο να μεγαλώση, κι αν δε φύτρωσε μόνο του, το φυτεύομε εμείς.
»Έτσι το δάσος ξαναπαίρνει εκείνο που μας δίνει.
»Αν όμως αφήσωμε να πέση στα δέντρα όποιος θέλει και να κόβη ότι θέλει, το δάσος θα χαθή.
»Κι άμα λείψη αυτό, εμείς οι άνθρωποι θα πεθάνωμε από τη δίψα. Το γιατί θα σας το πω τώρα που θα σταθούμε σ’ αυτή τη βρυσούλα».
Από πού έρχεται το νερό.
Σταμάτησαν σε μια βρυσούλα, που μόλις ακουόταν το λίγο και κρύο νερό της.
Ήξεραν πως τόσο κρύο νερό δεν πρέπει να το πίνωμε, όταν είμαστε ζεστοί από δρόμο, κι έβρεξαν μόνο τα χέρια τους.
Ήταν ταπεινή βρυσούλα, ήσυχη, που σπάνια έβλεπε διαβάτες εκεί ψηλά.

«Από πού να έρχεται τούτο το νεράκι;» ρώτησε ο Πάνος.
-«Από το βουνό!» είπαν τ’ άλλα παιδιά.
-«Ναι, μα πώς βρέθηκε μέσα στο βουνό;» ρώτησε ο δασάρχης.
Κανένας δεν ήξερε ν’ απαντήση.
«Από τις βροχές και τα χιόνια, είπε ο δασάρχης, το νερό σταλάζει σιγά μέσα στο χώμα˙ και πηγαίνει σε μεγάλες δεξαμενές από πέτρα που έχει μέσα της η γη.
»Από κει βγαίνει με τις βρύσες και τα ποτάμια.
»Από τις βρύσες και τα ποτάμια το παίρνουν τα ζώα, οι άνθρωποι, τα σπαρτά, οι μύλοι.
»Για να σταλάζη όμως το νερό και να μπη στη γη, πρέπει να είναι ο τόπος φυτεμένος.
»Αν δεν υπάρχουν χλωρά και ξερά φύλλα να το κρατήσουν τότε το νερό πηγαίνει στα ξεροπόταμα και χάνεται στη θάλασσα και στον αέρα.
»Λοιπόν και τις βρύσες ακόμη, το ευλογημένο το δάσος μας τις δίνει.
»Αν αφήναμε τους ανθρώπους να κόψουν το δάσος, αυτή η βρυσούλα εδώ θα στέρευε. Θα στέρευαν όλες οι βρύσες που απαντήσατε από την πόλη ως εδώ, και μαζί μ’ αυτές και το ποτάμι».

Από το βιβλίο: Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου «Τα ψηλά βουνά”. Αναγνωστικό Γ’ Δημοτικού. Αθήναι 1918.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.