Η Δόξα του Αγίου Σίμωνος του Αθωνίτου.

… Άλλος τις αδελφός, Γεράσιμος το όνομα, έστεκεν εις την παννυχίδα του Οσίου με πολλήν ευλάβειαν και πόθον ανείκαστον, ακροαζόμενος τα ανδραγαθήματα του Οσίου˙ τους πειρασμούς οπού εδοκίμασεν από τον διάβολον˙ την υπακοήν οπού έκαμεν εις τον θείόν του γέροντα˙ την μεγάλην υπομονήν οπού είχε˙ ταύτα λέγω και τα λοιπά ακούων, εθαύμαζε και απορούσεν εις τον εαυτόν του, διότι δεν είχεν ακούσει ταύτα ποτέ˙ τι ουν γίνεται; Εν τω καιρώ της λιτής εξήλθον όλοι εις τον νάρθηκα, οι ψάλται ομού και ο ιερεύς μετά του διακόνου, βαστάζων και την εικόνα του Αγίου, κατά το έθος της μονής˙ ο δε αδελφός εκείνος δεν εβγήκεν, άλλ’ έμεινεν εν τω ναώ συλλογιζόμενος την δόξαν οπού έχουν οι άγιοι, όχι μόνον εις τους ουρανούς, αλλά και εις την γην. Ταύτα και τοιαύτα διαλογιζόμενος ο Γεράσιμος, (ώ του θαύματος!) βλέπει ολοφάνερα με τους σωματικούς οφθαλμούς μίαν νεφέλην, της οποίας το είδος ήτον ακατανόητον και η θεωρία λαμπρόχρυσος, ήτις εσκέπαζε όλον το θυσιαστήριον ομού και την εικόνα του Οσίου οπού ήτον εις το σύνθρονον, και όλα τα φώτα, και πάντας τους εκεί ευρεθέντας, και έστεκε τρόπον τινά, και εφώτιζε πάντα, έως ου ετελείωσεν η λιτή. Όταν δε άνοιξεν η πύλη του νάρθηκος, και άρχισεν ο δεξιός χορός να ψάλλη τα αποστίχου, επάρθη η θεία εκείνη θεωρία της νεφέλης εις τα ύψη, και έμεινε πάλιν το ιερόν, καθώς και το πρότερον. Τότε ο αδελφός εκείνος εδιηγήθη την όρασιν εις άλλον αδελφόν, όστις και του είπε με λύπην πολλήν˙ διατί, αδελφέ, δεν έδωκες είδησιν και εις εμέ, να θεωρήσω την δόξαν ταύτην του Αγίου; Και εκείνος του απεκρίθη˙ δεν μου έκανε καρδίαν, αγαπητέ, όχι μόνον το σώμά μου να μετατοπίσω, άλλ’ ουδέ τους οφθαλμούς, μόνον ηδυνόμην εις την γλυκυτάτην εκείνην θεωρίαν, και οι οφθαλμοί μου εκεί ενητένιζον και εδόξαζον τον Θεόν και παρεκάλουν τον Άγιον, ίνα δια πρεσβειών του αξιωθώ να θεωρήσω και την αληθινήν εκείνην όρασιν της αγίας Τριάδος, όχιεν εσόπτρω και αινιγματωδώς, ως εδώ, κατά τον μακάριον Παύλον, αλλά πρόσωπον προς πρόσωπον, το οποίον βλέπουσι δια παντός και οι άγιοι άγγελοι εν ουρανώ. Ταύτα ακούων ο αδελφός, ανεχώρησε χαίροντας.

Μίαν φοράν της 28ης του παρόντος Δεκεμβρίου μηνός εγγιζούσης, εγίνετο η ετοιμασία δια να τελεσθή η παννυχίς του Οσίου˙ την παραμονήν δε εφαίνετο η ημέρα πάνυ λαμπρά. Μετά δε την δύσιν του ηλίου, γίνεται ευθύς ταραχή και ζάλη φοβερά, αέρας σφοδρός, βροχή ραγδαία, χειμών φοβερός, ώστε οπού έπιπτε τόσον πολύ πλήθος χιόνος, εις τρόπον οπού και τα δένδρα εσκέπασε, και τους δρόμους και τας κορυφάς των βουνών, και όλος ο φαινόμενος τόπος έγινεν ίνα ίσωμα˙ ου μόνον δε τούτο, αλλά και τόσος ανεμοστρόβιλος ηκολούθησε τη νυκτί εκείνη, όπου όλοι οι ευρεθέντες εφοβήθησαν˙ και έλεγον ότι και αυτός ο κουμπές του καθολικού έχει να παρθή από τον άνεμον, και να ριφθή εις το βάθος του λάκκου˙ ένας δε αδελφός από τους εορταστάς τρέχει να θεωρήση τι γίνεται ο κόσμος έξω, και πηγαίνοντας εις το δοξάτον κατά το δυτικόν μέρος και προβαίνοντας, εξέστη από τον φόβον του, είδε γαρ τοιούτον θέαμα φοβερόν. Ήγουν, είδεν ωσάν να εξήλθεν ένα φως τρισάκτινον εκ του αγίου σπηλαίου του Οσίου, και ανέβαινε τρεις φορές μέχρι του παρεκκλησίου του άνωθεν όντος του σπηλαίου, και πάλιν τρεις φορές κατέβη και έμεινεν εν τω σπηλαίω˙ λαμπρόν και εις την όψιν, γλυκύτατον και εις την καρδίαν˙ εφανέρωνε δε τούτο, ότι ο Σίμων με το να ετελείωσεν εν τω σπηλαίω τα τρία έτη της εαυτού ζωής, ανέβη εις το επουράνιον κατοικητήριον, ένθα ήχος εορταζόντων και φωνή αγαλλιάσεως, ένθα φως το αληθινόν της αγίας Τριάδος.
Τρέχει ο αδελφός εκείνος εις την εκκλησίαν, και ευθύς ήκουσεν εν τω θυσιαστηρίω παρά του ιερέως να λέγη˙ «Δόξα τη αγία και ομοουσίω και ζωοποιώ και αδιαιρέτω Τριάδι», και τα εξής. Εδιηγήθη ουν τα οραθέντα ο αδελφός τω λογιωτάτω κυρ Γεδεών, ο δε απεκρίθη, σιώπα, αδελφέ, και κρύπτε μυστήρια Θεού˙ ψαλλομένων δε των τριαδικών ύμνων, ήγουν του Ανοίξαντός σου την χείρα, και των λοιπών, επήγε δεύτερον ο αδελφός εκείνος να θεωρήση, άρα μένει το φως εκείνο έτι; Και το μεν τρισάκτινον εκείνο φως δεν εθεώρησε, μόνον είδεν ότι το άγιον σπήλαιον έλαμπε…

Ταύτα τα ολίγα θαύματα του Οσίου εδιηγήθημεν, δια να καταλάβη κάθε ένας πόσην παρρησίαν έχει προς τον Χριστόν ο θείος Σίμων˙ ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της βασιλείας των ουρανών εν Χριστώ Ιησού˙ ώ και η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω παναγίω και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

Από το βιβλίο: ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΙΚΑ 1. Ο Βίος του Αγίου Σίμωνος του Αθωνίτου. Έκδοση Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, Άγιον Όρος 2013

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Αρχεία ήχου και εικόνος (video), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.