Η κατά Λατίνων διδασκαλία του Νικολάου εξ Υδρούντος: Η διδασκαλία του για την αμφίεση (τα γένια) των κληρικών – Σωτήρη Ν. Κόλλια.

Ιστορικά στοιχεία περί γενίων.

Η καταγραφή των θρησκευτικών διαφορών ανατολικών και Δυτικών από τον Νικόλαο εντοπίζεται όχι μόνο σε θέματα βαθιάς θεολογίας αλλά και σε ιερούς κανόνες που στηρίζουν εν γένει τη χριστιανική ζωή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο θεολόγος μοναχός μας προσέθεσε περί το 1225 ορισμένα θέματα αντιπαραθέσεως Ορθοδόξων και Λατίνων στα Συντάγματά του, τα οποία εκθέτει με σύντομο τρόπο. Στην πρώτη αναφορά του κάνει λόγο για το ζήτημα του ξυρίσματος των γενίων, όχι μόνο για τους κληρικούς αλλά και για τους λαϊκούς. Προτού, όμως, προχωρήσουμε στην παρουσίαση των θέσεών του, παραθέτουμε ορισμένα ιστορικά στοιχεία για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Ήδη από τους αρχαίους χρόνους το γένιο θεωρήθηκε ως κόσμημα στους άνδρες και αντικείμενο σεβασμού. Μάλιστα λογιζόταν ως ασέβεια η προσβολή αυτού.1 Γι’ αυτό το λόγο και οι αντίπαλοι έκοβαν τα γένια στους αιχμαλώτους προς εξευτελισμό τους.2 Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους ο Μ. Αλέξανδρος ήταν ο πρώτος που διέταξε τους στρατιώτες του να κόψουν τα γένια τους για να μη δίνουν λαβή στους εχθρούς όταν πολεμούν,3 έκτοτε επικράτησε και στην υπόλοιπη Ελλάδα το ξύρισμα των γενίων. Στην αρχαία Ρώμη οι πρώτοι κουρείς εμφανίστηκαν το 300 π. Χ., όπου και εκεί πλέον υπερίσχυσε η συνήθεια του ξυρίσματος του γενίου,4 εκτός εάν πενθούσαν. Συνεπώς, τα πρώτα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας γνωρίζουμε, κυρίως από προτομές των αυτοκρατόρων και εξεικονίσεις τους στα νομίσματα, ότι υπήρχε η συνήθεια του ξυρίσματος.
Τους επόμενους αιώνες αναλόγως τις επιρροές και κυρίως τις προτιμήσεις των αυτοκρατόρων επικρατούσε άλλοτε η γενιοφορία και άλλοτε το ξύρισμα του γενίου. Μάλιστα υπήρχαν και διαφωνίες ακόμα και για το σχήμα του γένιου ή για το μάκρος του.5 Αναφέρουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα: Επί αυτοκράτορος Αδριανού (117- 138), ο οποίος για να καλύψει εκφύματα του προσώπου του έτρεφε γένιο, επικράτησε και πάλι η γενιοφορία6 μέχρι και την εποχή του Μ. Κων/νου (324- 337), οπότε ο τελευταίος επηρεασμένος από τους παλαιότερους Καίσαρες της Ρώμης, έκοβε τα γένια του. Κατά τα επόμενα έτη διατηρήθηκε το ίδιο έθιμο, με μόνη εξαίρεση του Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363), ο οποίος λόγω της λατρείας του προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, διατηρούσε γένια, για να ομοιάζει με τους φιλοσόφους.7 Ο αυτοκράτορας Κων/ντινος Δ’ (648- 685) επονομάστηκε «Πωωνάτος» διότι ενώ είχε αναχωρήσει από την Κων/πολη άνευ γενίου επέστρεψε από την εκστρατεία του στη Σικελία με γένια.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης το παράδειγμα της Ρωσίας επί Μ. Πέτρου (1682- 1725) ,ο οποίος μόλις ανέλαβε την εξουσία της χώρας για να την εκπολιτίσει επέβαλε την τομή του γενίου επηρεασμένος σαφώς από τη δύση. Μάλιστα υποχρέωσε τους αμετάκλητους γενιοφόρους να πληρώνουν φόρο.8
Σε ό, τι αφορά την εκκλησιαστική παράδοση περί γενίων γνωρίζουμε ο΄τι οι Εβραίοι διατηρούσαν γένια καθώς αυτό το όριζε ειδική ιερατική διάταξη: «και την όψιν του πώγωνος ουξυρήσονται» (Λευϊτ. 21, 5). Προκειμένου, όμως, οι Λευίτες να υπηρετήσουν στο Ναό, όφειλαν να ξυρίσουν ολόκληρο το σώμα τους. Η πράξη αυτή συμβόλιζε τον απόλυτο ψυχικό καθαρμό: «Λαβέ τους Λευίτας εκ μέσου υιών Ισραήλ και αφαγνιείς αυτούς. Και ούτω ποιήσεις αυτοίς τον αγνισμόν αυτών˙ περιρρανείς αυτούς ύδωρ αγνισμού, και επελεύσεται ξυρόν επί παν το σώμα αυτών, και πλυνούσι τα ιμάτια αυτών και καθαροί έσονται» (Αριθμ. 8, 67). Και οι λεπροί επίσης για να καταστούν και νομικά καθαροί, μετά τη θεραπεία τους, όφειλαν να αποκόψουν «πάσαν την τρίχαν» (Λευϊτ. 14, 89). Επομένως, η αποτρίχωση ολοκλήρου του σώματος επιβαλλόταν μόνο στις παραπάνω ειδικές περιπτώσεις, ενώ η μεμονωμένη αποκοπή των γενίων απαγορευόταν.
Στην ανατολική εκκλησία επικράτησε η συνήθεια της διατηρήσεως του γενίου των κληρικών της συνεχίζοντας την Ιουδαϊκή παράδοση.9
Στο δυτικό κλήρο δεν τηρήθηκε σταθερή στάση απέναντι στο θέμα αυτό. Κατά τα πρώτα χρόνια της συμπορεύσεως του χριστιανισμού η παράδοση υπήρξε κοινή. Γνωρίζουμε από τις εικονογραφίες παπών ότι αυτοί έφεραν γένιο. Κατά τον 8ο αιώνα άρχισαν οι πρώτες αντιδράσεις κατά της διατηρήσεως γενίου στον κλήρο. Επανήλθε όμως σύντομα στην κοινή θέση, λόγω της επαφής και της επιρροής των σταυροφόρων από τους μουσουλμάνους, οι οποίοι ήταν γενιοφόροι. Κατά τον 12ο αιώνα, όμως, η δυτική εκκλησία τάχθηκε οριστικά κατά της διατηρήσεως του γενίου, όχι μόνο στους κληρικούς αλλά και στους λαϊκούς. Χωρίς, βέβαια, να επιτύχει να υπαγορεύσει τη συνήθεια αυτή στους λαϊκούς, την επέβαλε στους κληρικούς της, για να μπορεί να διακρίνει τους δικαίους από τους αμαρτωλούς.10 Μάλιστα, ο Νικόλαος στο κείμενό του αναφέρει τον εισηγητή της συνήθειας αυτής στη δυτική εκκλησία, τον Ανάκητο εξ Ηρακλείας της Θράκης,11 ο οποίος προσέταξε να κουρεύονται και να ξυρίζονται οι πιστοί.12 Ο μοναχός μας εκφράζει, βέβαια, την άποψη ότι η διαταγή αυτή πιθανότατα δεν δόθηκε εσκεμμένα ενάντια στην πίστη αλλά από συνήθεια ή επιπόλαιη εκτίμηση της παραδόσεως.13 Έκτοτε υπάρχει διάσταση απόψεων και σε αυτό το πρακτικό θέμα μεταξύ των δύο εκκλησιών.
Από τις πρώτες γραμμές του έργου του Νικολάου διαπιστώνουμε την πεποίθηση του συγγραφέα μας πως οποιοσδήποτε λόγος σχετικά με την αντικανονικότητα του ξυρίσματος των γενίων είναι περιττός, καθώς ήδη έχουν αποφανθεί σύνοδοι και μεγάλοι θεολόγοι της πίστεώς μας. Χαρακτηριστικά τονίζει: «ουκ εστίν ημίν ανάγκη γράψαι ή συντιθέναι εν τοις συντάγμασιν».14
Όμως, ο Νικόλαος πιστεύει ότι θεολογώντας ορθά, πραγματώνει το θέλημα του Θεού, δοξάζει το όνομά Του και γίνεται αρεστό μέλος της εκκλησίας.15 Και αποφαίνεται ρητά: «ου δει ξυράσθαι πιστούς»16 και σε έτερο σημείο: «περισσόν είη ωήθημεν γράφειν».17 Η κατηγορηματικότητα αυτή πηγάζει σαφώς από τη γνώση των ιερών κανόνων και από την αδιάλειπτη σύνταξή του προς αυτούς. Δεν παραλείπει, λοιπόν, να σημειώσει ότι η προσθήκη περί γενίων φαίνεται «εν παρέργω» και πως προτίθεται να γράψει «μικρόν τι» μόνο περί τούτων.18
Υποσημειώσεις.
1. Βλ. ΜΠΟΝΗΣ, Γένειον, ΘΗΕ 4, 262.
2. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην Παλαιά Διαθήκη: «και έλαβεν Αννών τους παίδας Δαβίδ και εξύρησε τους πώγωνας αυτών» (Β’ Βασ’. 10, 4).
3. Διαβάζουμε στον Πλούταρχο: «Αλέξανδρον τον Μακεδόνα εννοήσαντά φασί προστάξαι τοις στρατηγοίς ξυρείν τα γένεια των Μακεδόνων, ως λαβήν ταύτην εν ταις μάχαις ούσαν προχειροτάτην» Πλούταρχος, Θησέας, έκδ. Κ. ZIEGLEER, Plutarchi uitae parallelae, vol. 1.1. Teubner, Leipzig 1969, σελ. 5.
4. Βλ. ΠΛΙΝΙΟΣ, Φυσική ιστορία, VII, sel. 52.
5. Βλ. ΜΠΟΝΗΣ, γένειον, ΘΗΕ 4, 263.
6. Βλ. Αδριανός, ΕΠΛΜ 2, 362.
7. Μάλιστα ο Ιουλιανός συνέγραψε και τον «Μισοπώγωνα», βλ. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ, Εκκλησιαστική ιστορία Γ’, 17, έκδ. W. BRIGHT, Socrates, ecclesiastical history, Clarendon Press Oxford 1893.
8. Βλ. Πέτρος Α’ ο Μέγας, ΕΠΛΜ 49, 134.
9. Σχετικά βλ. το κεφάλαιον προς τους καλλωπιζομένους των ανδρών, στο έργο Παιδαγωγός, του Κλήμεντος Αλεξανδρείας, SC P 158, 38-58 ΚΑΙ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πανάριον, ΡG. 42, 765- 768.
10. Βλ. ΜΠΟΝΗΣ, γένειον, ΘΗΕ, 4, 265.
11. Ίσως πρόκειται για τον αντιπάπα Ρώμης Ανάκλητο Β’ (1130- 1138), αλλά δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε με ακρίβεια, περί αυτού βλ. ΘΗΕ 2, 484 ΚΑΙ ΜΕΕ 4, 510- 511.
12. «Τις δε ο τούτο κατά των αποστόλων παραδόσεως δογματίσας, ει και άνευ συνόδου οίδαμεν πάντως. Το δε διατί ου λέγομεν˙ Ανάκλητος γαρ ην ο εξ Ηρακλείας της Θράκης γεγενώς˙ ως εν τω χρονικώ της των αποστολικών Ρώμης γενεαλογίας γέγραπται. Και ημείς εν ταις βίβλοις ημών πολλάκις ανέγνωμεν˙ ως ότι Ανάκλητος όστις κείρασθαι προσέταξε και ξυράσθαι τους πώγωνας, τη γενέσει Γραικός ην αφ’ Ηρακλείας της Θράκης» Προσθήκες, Cod. Laur. Plut. Gr. 5, 36, f. 8r.
13. «Επεί ου κατά της πίστεως ίσως πέφυκε, διο και περισσόν είη ωήθημεν γράφειν», Προσθήκες, Cod. Laur. Plut. Gr. 5, 36 f. 8r.
14. Προσθήκες, Cod. Paris, Suppl. Gr. 1232 f. 12r
15. «ει τι ποιούμεν εις δόξαν Θεού ποιήσωμεν, απρόσκοποι γενόμενοι τη του Θεού εκκλησία», Cod. Laur. Plut. Gr. 5, 36 f. 8r
16. Προσθήκες, Cod. Paris, Suppl gr. 1232 f. 12r
17. Προσθήκες, Cod. Laur. Plut. Gr. 5, 36, f. 8r
Βλ. προσθήκες, Cod. Paris. Suppl gr. 1232 f. 12r.

Από το βιβλίο: Για το δόγμα και τη λατρεία…, του Σωτήρη Ν. Κόλλια.
Μία πρωτότυπη προσέγγιση στα αντιμαχόμενα σημεία μεταξύ Ορθοδόξων και Λατίνων μέσα από ανέκδοτα χειρόγραφα

Εκδόσεις Γρηγόρη, Φεβρουάριος του 2019

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Κατηγορίες: Γενικά, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.