Λόγος ηθικός πέμπτος (Β’): «Γι’ αυτούς που νομίζουν ότι έχουν συναίσθημα μέσα τους το Άγιον Πνεύμα – Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου.

Γι’ αυτούς που νομίζουν ότι έχουν συναίσθημα μέσα τους το Άγιο Πνεύμα, χωρίς μάλιστα να αντιλαμβάνονται διόλου τις ενέργειές του˙ και γι’ αυτούς που λένε ότι δεν μπορεί κάποιος από τους ανθρώπους να βλέπει στην παρούσα ζωή τη δόξα του Αγίου Πνεύματος, και απόδειξη γι’ αυτό δια μέσου παραθεμάτων. Και ότι δεν υπάρχει κανένας φθόνος μέσα στους αγίους, όταν με κάθε ενάρετη προθυμία εξισωθούμε μ’ αυτούς. Και με ποιο τρόπο βλέπει κάποιος τον Θεό, και ότι εκείνος που έφθασε σε τέτοια πνευματική κατάσταση, ώστε να βλέπει, όσο είναι δυνατόν, τον Θεό, μυείται από εδώ πια και για την απόλαυση που πρόκειται να δοθεί μελλοντικά στους αγίους. Και ότι, όσα τυχόν λέει ή κάνει ή γράφει αυτός, δεν τα λέει και δεν τα γράφει ο ίδιος, αλλά το Άγιο Πνεύμα, που μιλά μέσα του˙ και ότι εκείνος που απορρίπτει ή παρανοεί τους λόγους του αμαρτάνει και βλασφημεί στο Πνεύμα του Θεού, που ενεργεί και μιλά μέσα του.

… Αν λοιπόν θέλεις να επαινέσεις τον Παύλο ή να τον τιμήσεις, να τον μιμηθείς˙ και όποιος είναι εκείνος, τέτοιος να γίνεις στην πίστη και εσύ, και τότε θα τον τιμήσεις αληθινά, και θα σε δεχθεί εκείνος κοντά του, και θα σε θεωρήσει σαν δική του δόξα και στεφάνι καύχησης,1 διότι, με το να πεισθείς στα λόγια εκείνου και να τον ακολουθήσεις, έγινες μιμητής εκείνου, και όποιος ήταν εκείνος έγινες και εσύ. Αν όμως λες ότι είναι ατιμία για τον Παύλο το να γίνει και άλλος ίσος μ’ αυτόν, και γι’ αυτό, καταφρονώντας, αμελείς τη δική του σωτηρία, να γνωρίζεις ότι θα σε απομακρύνει περισσότερο, επειδή παραλογίζεσαι, και γι’ αυτό το λόγο ο ίδιος θα σε σιχαθεί. Θέλεις λοιπόν να σου δείξω ότι πολύ περισσότερο θα τον τιμήσεις και θα τον ευχαριστήσεις και θα τον δοξάσεις, αν μπορέσεις να γίνεις ανώτερος από εκείνον και οικειότερος στον Θεό; Άκουσέ τον, που το δείχνει αυτό και λέει: «Θα ευχόμουν να χωρισθώ από τον Χριστό για χάρη των αδελφών μου, των ομοεθνών μου».2 Εκείνος προτιμά να χωρισθεί εντελώς από τον Χριστό, για να σωθείς εσύ, και λες ότι «θα το θεωρήσει ατιμία, αν θελήσω και φροντίσω να γίνω και εγώ όπως εκείνος»; Όχι, αδελφέ, δεν υπάρχει φθόνος στους αγίους του Θεού, δεν υπάρχει σ’ αυτούς επιθυμία και όρεξη για πρώτη θέση και για μεγαλύτερη δόξα. Διότι σ’ αυτούς, που αναδείχθηκαν από γενεά σε γενεά φίλοι και προφήτες του Θεού, υπάρχει μία πρώτη θέση καθίσματος, και μία προτίμηση στάσης, και μία δόξα και απόλαυση και ευχαρίστηση, το να βλέπουν δηλαδή τον Θεό˙ εκείνοι μάλιστα που τον βλέπουν είναι απαλλαγμένοι από κάθε περιέργεια. Διότι ούτε μπορούν να βλέπουν και να στρέφουν την προσοχή τους σε κάποιο από τα πράγματα του βίου, ή σε κάποιον άλλο από τους ανθρώπους, ή να σκέφτονται διόλου κάποιο από τα άπρεπα, αλλά απεναντίας έχουν ελευθερωθεί από την προσκόλληση του νου σε κάποιο πράγμα˙ γι’ αυτό και παραμένουν στους αιώνες αμετάβλητοι και ανεπίστροφοι στο κακό.
Αλλά όμως θα σε ρωτήσω, και εσύ απάντησέ μου με σύνεση. Από πού τα γνώρισαν αυτά εκείνοι που τα έγραψαν, και τώρα, από πού τα γνωρίζει αυτός που τα γράφει; Πες εσύ, για να μη φανώ πάλι σ’ εσένα ότι μιλώ με κενοδοξία˙ τίνος είναι αυτά τα λόγια; Σκέψου λογικά και οπωσδήποτε θα πεισθείς και θα με απαλλάξεις από συζητήσεις. Οπωσδήποτε, λέει, είναι λόγια ανθρώπου. Αλίμονο, διότι η όρασή σου δεν βοηθείται ούτε με την ακοή σου, αλλά παραμένεις άνθρωπος που ακούς και δεν βλέπεις διόλου. Λες ότι τα λόγια αυτά είναι λόγια ανθρώπου; Αν είναι ανθρώπου, μπορείς να πεις οπωσδήποτε και ποιού ανθρώπου είναι λόγια, επειδή δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει ή να περιγράψει όχι μόνο τις σκέψεις και τις διαθέσεις ανθρώπου, αλλά ούτε τις ορμές ή τις στάσεις ζώου, ή την εσωτερική κατάσταση της ψυχής˙ «διότι κανείς δεν γνωρίζει τα μυστικά του ανθρώπου, παρά μόνο το πνεύμα του ανθρώπου που κατοικεί μέσα του».3 Αν όμως είναι δύσκολο να γνωρίζει καλά ο άνθρωπος τις διαθέσεις και τις ορμές του ανθρώπου και των άλογων ζώων, από πού ή πώς μπορεί να γνωρίζει κανείς τα μυστικά του Θεού, δηλαδή την αλλοίωση και την κατάσταση που προξενείται στους αγίους από τη θέασή του, για να μην πω δηλαδή από την ενέργειά του; άλλωστε, αν τα λόγια είναι λόγια ανθρώπου, είναι φανερό ότι και τα νοήματα είναι νοήματα ανθρώπου˙ τα νοήματα όμως που υπάρχουν σ’ αυτά τα λόγια δεν πρέπει να ονομάζονται νοήματα, αλλά θέαση όσων υπάρχουν πραγματικά˙ διότι μιλούμε, αντλώντας από τη θέαση εκείνων που υπάρχουν πραγματικά˙ και πρέπει καλύτερα, όσα λέγονται, να ονομάζονται περιγραφή εκείνων που είδαμε, ενώ νόημα ταιριάζει να λέγεται εκείνη η σκέψη που γεννιέται από το νου για κάποιο ανύπαρκτο πράγμα ή θέλημα, όπως το κάνουμε κάποιο καλό ή κακό, που δεν πραγματοποιήθηκε ακόμη από μας και που προχωρεί από το νόημα σε έργο˙ ώστε το νόημα είναι αρχή του πράγματος, που πρόκειται να πραγματοποιηθεί από μας, σύμφωνα με το λόγο: «Πρώτα βέβαια σκέφτηκε τις αγγελικές και ουράνιες δυνάμεις, και η σκέψη έγινε έργο».4
Σκέψου άλλωστε ότι όλοι οι λόγοι μας λέγονται όχι για κάποια ανύπαρκτα και αφανή πράγματα, αλλά για πράγματα που έγιναν πια ή πρόκειται να γίνουν, και όλη η εξήγησή τους προέρχεται κυρίως από την όραση και τη θέασή τους. Διότι είναι απόλυτη ανάγκη στον καθένα που μιλά για κάποιο πράγμα, για κάποια κατοικία δηλαδή ή πόλη ή παλάτι, και για την τάξη και την κατάσταση που υπάρχει σ’ αυτό, ή πάλι για κάποιο θέατρο και γι’ αυτά που παριστάνονται σ’ αυτό, να δει προηγουμένως και να γνωρίσει όσα γίνονται σ’ αυτά, και έπειτα να πει με περίσκεψη και με λογική αυτό για το οποίο θέλει να μιλήσει. Διότι, αν δεν δει προηγουμένως, τότε τι θα μπορέσει να πει από τον εαυτό του; Ποιά έννοια άλλωστε ανάλογη προς την έννοια του πράγματος, που ακόμη δεν είδε διόλου, θα αντλήσει από αλλού, καθώς μιλά; Πές μου, ποιά νοητική ικανότητα ή εξυπνάδα ή μάθηση, ποιά φρόνηση δηλαδή, ποιά εξέταση και επινόηση και συλλογισμό θα βρει να πει στον κατάλληλο καιρό γι’ αυτό που δεν γνωρίζει; Διότι το να πει κάτι γι’ αυτό που δεν γνώρισε ή δεν είδε είναι οπωσδήποτε παράλογο και αγροίκο. Αν λοιπόν δεν μπορεί κανείς να πει κάτι ή να διηγηθεί για τα ορατά και τα επίγεια, αν δεν δει το πράγμα με τα ίδια του τα μάτια, πώς τότε θα μπορούσε να πει ή να διηγηθεί κάποιος, αδελφοί, για τον Θεό και για τα θεία πράγματα και για τους ίδιους τους αγίους και δούλους του Θεού, ποιά δηλαδή ολοκληρωτική σχέση είχαν εκείνοι με τον Θεό και ποιά είναι η θέαση του Θεού που πραγματοποιείται μέσα τους με τρόπο ανέκφραστο; Αυτή η θέαση προξενεί πνευματικά μέσα στις καρδιές τους ανέκφραστη ενέργεια, αν και ο ανθρώπινος λόγος δεν δίνει τη δυνατότητα να πουν κάτι περισσότερο, αν δεν φωτισθεί προηγουμένως ο νους από το φως της γνώσης,5 σύμφωνα με την προσταγή της εντολής.
Όταν όμως ακούσεις τη φράση «φως της γνώσης», για να σε φωτίσουμε σε όλα, μην νομίσεις ότι υπάρχει μόνο γνώση αυτών που λέγονται, αλλά είπε φως γνώσης και γνώσης φως, επειδή είναι φανερό ότι το φως προξενεί μέσα μας τη γνώση˙ διότι δεν είναι δυνατό κάποιος να γνωρίσει τον Θεό αλλιώς, παρά μόνο με τη θέαση του φωτός που εκπέμπεται απ’ αυτόν. Διότι όπως εκείνος που διηγείται σε κάποιους για έναν άνθρωπο ή για μία πόλη, εκείνος βέβαια λέει σ’ αυτούς αυτά που είδε και που έχει γνωρίσει, αυτοί όμως που ακούν, ενώ δεν είδαν τον άνθρωπο ή την πόλη, για την οποία και ακούν, δεν μπορούν μόνο απ’ αυτά που άκουσαν να γνωρίζουν, όπως εκείνος που είδε και διηγείται εκείνα που αναφέρονται στον άνθρωπο και εκείνα που αναφέρονται στην πόλη˙ έτσι και για την άνω Ιερουσαλήμ και για τον αόρατο Θεό, που κατοικεί σ’ αυτή, για την απλησίαστη δόξα του προσώπου του και την ενέργεια και τη δύναμη του παναγίου Πνεύματος του, για το φως δηλαδή, δεν μπορεί κανείς να πει, αν δεν δει πρώτα το ίδιο το φως με τα μάτια της ψυχής και αν δεν γνωρίσει μέσα του με ακρίβεια τις ελλάμψεις και τις ενέργειές του. Αλλά, αν θα άκουγε να λένε κάτι με τις θείες Γραφές αυτοί, που με τις ελλάμψεις και τις ενέργειες του φωτός είδαν τον Θεό, με το Πνεύμα διδάσκεται εκείνα και μόνο˙ γι’ αυτό και δεν μπορεί να λέει, ότι γνώρισα τον Θεό μόνο μ’ αυτή την ακοή. Πώς δηλαδή γίνεται να γνωρίζει τον Θεό, που δεν τον έχει δει; Διότι, αν η όραση μόνη της δεν προξενεί μέσα μας τέλεια τη γνώση εκείνου του πράγματος που βλέπεται από μας τους ανθρώπους, πώς θα μπορούσε η ακοή να προξενήσει μόνη της σ’ εμάς τη γνώση του Θεού; Ο Θεός είναι φως6 και η θέα του είναι σαν φως˙ μέσα λοιπόν στη θέα του φωτός πρώτη γνώση είναι ότι είναι Θεός, όπως και για τον άνθρωπο προηγείται η ακοή γι’ αυτόν, έπειτα ακολουθεί η όραση, και όταν δούμε τον άνθρωπο, γνωρίζουμε, ότι είναι ο άνθρωπος για τον οποίο ακούγαμε. Αλλά και ούτε έτσι θεμελιώνεται η έννοια αυτού που λέμε˙ διότι, όσα θα μπορούσε να σου πει κάποιος για έναν άνθρωπο, απ’ αυτά που άκουσε, όταν τον δεις, δεν μπορείς μόνο απ’ αυτά που άκουσες να τον αναγνωρίσεις με ακρίβεια και να βεβαιωθείς ότι είναι ο ίδιος εκείνος για τον οποίο άκουγες, αλλά η ψυχή σου διχάζεται από αμφιβολία, και ή ρωτάς εκείνον τον ίδιο ή κάποιον άλλο, που τον γνωρίζει, και τότε μαθαίνεις με βεβαιότητα ότι είναι εκείνος ο ίδιος.
Έτσι απαράλλακτα λοιπόν συμβαίνει και για τον αόρατο Θεό. Όταν δηλαδή κάποιος τον δει ότι αποκαλύφθηκε, βλέπει φως˙ και θαυμάζει βέβαια, βλέποντάς το, ποιός είναι όμως αυτός, που φανερώθηκε, δεν γνωρίζει αμέσως, αλλά και δεν τολμά να τον ρωτήσει – πώς δηλαδή θα τολμούσε να ρωτήσει αυτόν που δεν μπορεί να κοιτάξει με τα μάτια του και να δει ποιός είναι; – βλέπει ωστόσο με πολύ φόβο και τρόμο μόνο, θα λέγαμε, προς τα πόδια του, γνωρίζοντα ότι ολοκληρωτικά αυτός που φανερώθηκε μπροστά του είναι κάποιος. Και αν υπάρχει βέβαια ο άνθρωπος, που μίλησε γι’ αυτά σ’ αυτόν προηγουμένως, επειδή γνώρισε προηγουμένως τον Θεό, πηγαίνει και λέει σ’ αυτόν, «Είδα». Και αυτός ο άνθρωπος ρωτά, «Τί είδες, παιδί μου;» Και απαντά, «Είδα φως, πάτερ, πολύ γλυκό˙ τί λογής ήταν, πάτερ, δεν είναι ικανή η διάνοιά μου να σου το πω». Και καθώς λέει αυτά, η καρδιά του σκιρτά και πάλλει, και ανάβει αμέσως προς τον πόθο αυτού που είδε. Έπειτα αρχίζει να λέει πάλι με πολλά και θερμά δάκρυα, ότι, «Φανερώθηκε σ’ εμένα, πάτερ, εκείνο το φως˙ εξαφανίσθηκε ο οίκος του κελλιού μου αμέσως και χάθηκε ο κόσμος, φεύγοντας, όπως νομίζω, από την παρουσία του˙ έμεινα μάλιστα μόνος εγώ, και ήμουν μαζί με μόνο το φως. Αλλά δεν γνωρίζω, πάτερ, αν ήταν τότε εκεί και το ίδιο το σώμα˙ διότι δεν γνωρίζω, αν βρέθηκα έξω από το σώμα˙ ως τότε δεν γνώριζα, αν έχω και αν περιβάλλομαι από σώμα. Αισθανόμουν μάλιστα χαρά ανέκφραστη, που και τώρα την αισθάνομαι, αγάπη και πόθο πολύ, ώστε να κινηθούν οι ροές των δακρύων μου σαν ποταμοί, όπως δηλαδή και τώρα, καθώς βλέπεις». Απαντώντας λοιπόν ο άνθρωπος αυτός, του λέει: «Εκείνος είναι, παιδί μου». Και μαζί μ’ αυτό το λόγο, βλέπει πάλι αυτόν, και λίγο λίγο καθαρίζεται εντελώς, και καθώς καθαρίζεται, παίρνει θάρρος, και ρωτά εκείνον τον ίδιο, και λέει: «Εσύ είσαι Θεέ μου;» Και εκείνος απαντά, και λέει: «Ναι, εγώ, είμαι, ο Θεός, που για σένα έγινα άνθρωπος˙ και να, εγώ σε έχω κάνει, όπως βλέπεις, και θα σε κάνω θεό».
Όταν λοιπόν αυτός θα εξακολουθήσει για πολύ καιρό να πενθεί και να κλαίει και να προσπίπτει γονατιστός και να ταπεινώνεται, αρχίζει λίγο λίγο να γνωρίζει τα πράγματα του Θεού˙ και αφού φθάσει σ’ αυτό το σημείο, τότε μαθαίνει το άγιο και ευάρεστο και τέλειο θέλημά του.7 Διότι, για να επαναλάβω τα ίδια, αν δεν δει κάποιος τον Θεό, δεν μπορεί και να τον γνωρίζει˙ και αν δεν τον γνωρίσει, πώς θα μπορέσει να γνωρίσει το άγιο θέλημά του; Διότι, αν αυτό είναι αδύνατο στην περίπτωση της γνώσης των ανθρώπων, είναι πολύ περισσότερο στην περίπτωση της γνώσης του Θεού. Γι’ αυτό και με το να προοδεύει κάποιος και να γίνεται όλο και περισσότερο οικείος με τον Θεό, γνωρίζει, από εκείνα που γίνονται σ’ αυτόν από τον Θεό, και αυτά που ο Θεός έκανε με όλους τους προγενέστερους αγίους και όσα πρόκειται να κάνει με τους μεταγενέστερους. Ωστόσο για τα μελλοντικά στεφάνια και τις αμοιβές διδάσκεται, με το να μυείται από τον ίδιο τον Θεό, συμπεραίνει δηλαδή ότι αυτά ξεπερνούν το νου και τη λογική και τη σκέψη˙ και όχι μόνο αυτό, αλλά και στοχάζεται με σαφήνεια τι λογής θα είναι μετά την ανάσταση ο ίδιος και όλοι όσοι είναι μαζί του, όμως δεν τα απολαμβάνει αυτά τώρα, αν και κάποιοι σκέφθηκαν κακώς ότι το λέμε αυτό. Διότι, αν δεχόμαστε ότι εδώ απολαμβάνουμε τα πάντα, είναι επόμενο σύμφωνα μ’ αυτούς, ότι και την ίδια την ανάσταση απαρνούμαστε, και την κρίση και την ανταπόδοση, και την ελπίδα για τα μέλλοντα αγαθά απορρίπτουμε με τη θέλησή μας. Αλλά εμείς δεν σκεφτόμαστε και δεν μιλάμε έτσι, αλλά απεναντίας και αυτούς, που τα λένε αυτά, τους παραδίνουμε αυστηρά σε ανάθεμα. Λοιπόν, και τώρα βέβαια ομολογούμε και λέμε ότι απολαμβάνουμε από εδώ ακόμη με μέτρο την πρόγευση όλων των αγαθών, ελπίζουμε ωστόσο ότι θα τα λάβουμε στην ολότητά τους μετά το θάνατο, όπως έχει γραφεί: «Τώρα βέβαια γνωρίζω κατά ένα μέρος˙ όταν όμως θα έρθει το όλον, τότε το μερικό θα καταργηθεί».8 Και αλλού λέει: «Και τώρα είμαστε τέκνα του Θεού, και ακόμη δεν φανερώθηκε τι θα είμαστε˙ γνωρίζουμε όμως ότι, αν φανερωθεί, θα είμαστε όμοιοι μ’ αυτόν».9

Υποσημειώσεις.

1. Πρβ. Α’ Θεσ’. 2,19
2. Ρωμ. 9,3
3. Α’ Κορ. 2,11
4. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 38, Εις τα Θεοφάνια, 9, PG 36, 320C
5. Ωσηέ 10,12
6. Α’ Ιω. 1,5
7. Πρβ. Ρωμ. 12,2
8. Α’ Κορ. 13, 12 και 10
9. Α’ Ιω. 3,2

Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Έργα (Νεοελληνική απόδοση).

Εκδόσεις: Περιβόλι της Παναγίας. Μάιος 2017

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Παράβαλε και:
Λόγος ηθικός πέμπτος (Α’): «Γι’ αυτούς που νομίζουν ότι έχουν συναίσθημα μέσα τους το Άγιον Πνεύμα» – Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου.

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.