Ο κόσμος είναι πιο αξιέπαινος για την αρμονία των μερών του. Ποιά είναι η μεγαλοπρέπεια του Θεού και τα οπίσθια – Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Τέλος ο νους βλέποντας την σχέσι και την αναφορά και την ευταξία και αρμονία που έχει όλη η κτίσι, δια μέσου της οποίας κάθε κτίσμα αναφέρεται προς το άλλο και προς όλα τα κτίσματα και πάλι όλα τα κτίσματα αναφέρονται προς το κάθε ένα και προς όλα μαζί, και με τα τέλη των πρώτων συνάπτονται οι αρχές των δεύτερων και έτσι γίνεται ένας κόσμος ολόκληρος, όπως είπε ο θεολόγος Γρηγόριος: «Δεύτερον εννοεί κόσμο υλικό και αόρατο και επαινετό για την ευφυΐα του κάθε κτίσματος. Αλλά ακόμη πιο αξιέπαινο, για την αρμονία όλων και την συμφωνία, καθώς το ένα προς το άλλο έχει κάτι καλό και όλα προς όλα, για την συμπλήρωσι ενός κόσμου» (Λόγ. εις το Πάσχα). Βλέποντας, λέω, ο νους αυτή την θαυμαστή αρμονία και ευταξία στην κτίσι, την οποία ο Παχυμέρης ωνόμασε σύμπνοια και συμπάθεια του παντός (Εις το κεφ. ζ’ των θείων ονομάτων του Διονυσίου), ποιά χαρά δεν λαμβάνει; Ώστε από την μεγάλη του χαρά και ενθουσιάζεται και να φωνάζη μαζί με τον Δαβίδ με θαυμασμό και έκπληξι: «Πόσα πολλά τα έργα σου Κύριε! Τα πάντα με σοφία τα δημιούργησες» (Ψαλμ. 103, 24) και «Δέσποτα Κύριέ μας, πόσο θαυμαστό είναι το όνομά σου σε ολόκληρη τη γη˙ γιατί ανυψώθηκε η μεγαλοπρέπειά σου πάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. 8, 1). Γιατί αυτή είναι η μεγαλοπρέπεια του Θεού που βρίσκεται στα κτίσματα και η μεγαλοπρέπεια που βρίσκεται σε αυτά που προβάλλονται και διοικούνται από αυτόν, όπως ερμηνεύει ο θεολόγος Γρηγόριος (Λόγ. β’ περί θεολογ.) και αυτά είναι τα οπίσθια του Θεού, σύμφωνα με τον ίδιο θεολόγο, τα οποία έδειξε στον Μωυσή ο Θεός, δηλαδή οι λόγοι των κτισμάτων: «Και όσα είναι μετά από εκείνον, είναι δικά του γνωρίσματα˙ όπως ακριβώς μόνο από την σκιά και την εικόνα του ηλίου στα ύδατα μπορούμε να δούμε από κοντά τον ήλιο με τα χαλασμένα μάτια μας, επειδή δεν είναι δυνατόν να τον κοιτάξουμε αυτόν κατ’ ευθείαν, γιατί το γνήσιο φως νικά την αίσθησι, (το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωσι του Θεού)» (Γρηγορ. Θεολ. Εις το Πάσχα).1
Τί είναι ο αόρατος κόσμος.
Και εδώ θα μιλήσω για τον επονομαζόμενο από τους νεωτέρους αόρατο κόσμο˙ αυτός είναι ο τόπος και το διάστημα που περιέχει τα τόσο μικρά ζωΰφια, τα οποία είναι αόρατα εντελώς στους οφθαλμούς μας, αλλά μέσω του μικροσκοπίου είναι ορατά με τέτοιο τρόπο, ώστε χίλια από αυτά μπορούν να σταθούν στην ακίδα μιας λεπτής βελόνας, όπως παρατήρησε ο νεώτερος φυσικός Λεβενόκιος και κάθε είδος από αυτά είναι ένας μικρός κόσμος και διαμένει στο σύμπαν ήδη επτά χιλιάδες χρόνια και περισσότερο˙ και κάθε άτομο από αυτά έχει σπλάγχνα και όλα τα εξωτερικά και εσωτερικά μέλη του σώματος, όσα είναι αναγκαία για να τρέφεται, να ζη και να αναπαράγη το όμοιό του. Θαυμάζει λοιπόν ο νους μαθαίνοντας αυτά και χαίρεται και δοξάζει τον Ποιητή, ο οποίος είναι περισσότερο θαυμαστός στα ελάχιστα παρά στα μέγιστα δημιουργήματά του.2 Και ένας τεχνίτης περισσότερο θαυμάζεται και επαινείται από τους συνετούς όταν κάνη έργα πολύ λεπτά, παρά όταν δουλεύη χονδροκομμένα και μεγάλα έργα. Γι’ αυτό και ο Πυργοτέλης περισσότερο θαυμάστηκε που σμίλεψε τον βασιλέα Αλέξανδρο σε ένα μικρό μαργαριτάρι, παρά ο Φειδίας που έφτιαξε γλυπτό του Αλεξάνδρου πάνω σε μεγάλο μάρμαρο˙ και πιο θαυμαστός υπήρξε εκείνος ο νεώτερος ωρολογοποιός3 παρά όλοι οι άλλοι που κατασκευάζουν ωρολόγια μεγάλους μεγέθους.
Πώς ο νους δοξάζει τον Θεό μαζί με όλα τα κτίσμτα.
Και όχι μόνο αυτός δοξάζει και εγκωμιάζει τον ποιητή και φιλόστοργο Πατέρα του σύμπαντος κόσμου, ο οποίος από το πλήρωμα των οικείων αγαθών παρήγαγε τόσες χιλιάδες χιλιάδων και δεκάδες χιλιάδων και εκατομμύρια εκατομμυρίων κτισμάτων, νοητών, αισθητών, εμψύχων, αψύχων, λογικών, αλόγων, στολισμένα με τόση ποικιλία ουσιών, δυνάμεων, οργάνων, ενεργειών, τελειοτήτων, αλλά γεμίζοντας, για να το πω έτσι, από κάποιο γέμισμα ευφροσύνης, χαράς και αγαλλιάσεως, δεν ευχαριστείται με το να τον δοξάζη μόνο αυτός, αλλά ως διορισμένος άρχοντας όλης της αισθητής κτίσεως, συγκεντρώνει και όλα τα κτίσματα που τον υπηρετούν και στήνοντας χορό παναρμόνιο μαζί με αυτά και δοξάζοντας αυτός πρώτος αυτόν, παρακινεί και αυτά με κάποια γλαφυρή προσωποποίησι, να δοξάζουν μαζί με αυτόν και να υμνολογούν τον Δημιουργό τους και άλλοτε φωνάζει σε αυτά μαζί με τους τρεις Παίδες: «Ευλογείτε όλα τα έργα του Κυρίου τον Κύριο, υμνείστε τον και υπερυψώστε τον σε όλους τους αιώνες». Και άλλοτε με τον θείο Δαυίδ: «Καθετί που ανασαίνει ας αινή τον Κύριο (Ψαλμ. 150, 6). Επιθυμεί δηλαδή και τα αναγκάζει να λάβουν και αυτά διάνοια και γλώσσα και λόγο, για να κηρύττουν σε όλους την παντοδύναμο δύναμι, την υπεράγαθη αγαθότητα και την υπέρσοφη σοφία, την οποία μετέδωσε σε αυτά ο δημιουργός τους, όχι μόνο επειδή τα δημιούργησε από το μηδέν και έδωσε ύπαρξι σε αυτά που πριν δεν υπήρχαν, αλλά και επειδή αέναα τους χορηγεί όλα τα αναγκαία μέσα για να συντηρήσουν την ύπαρξι που τους δόθηκε και τους χαρίζει μία πανευδαίμονα απόλαυσι.
Πόσο ο νους χαίρεται όταν αντιλαμβάνεται την αξία του.
Ιδιαίτερα και εξαιρετικά πόσο χαίρεται και πόσο σκιρτά! Και πόσο δοξάζει ο νους τον αρχιτέκτονα και πάνσοφο αριστοτέχνη του, τον Θεό! Όταν επιστρέψη στην δική του θεωρία και γίνη παραδόξως ο ίδιος θεατής και θέαμα του εαυτού του, νοών και νοούμενος και χαίρεται και όταν ακόμη στοχασθή ότι ανάμεσα σε όλα τα κτίσματα του σύμπαντος κόσμου, μόνο αυτός πλουτίσθηκε με τα περισσότερα χαρίσματα και δοξάσθηκε και τιμήθηκε περισσότερο από τους αγγέλους και από όλα τα κτίσματα που υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Δηλαδή τιμήθηκε περισσότερο από τους αγγέλους, γιατί οι άγγελοι καθώς δεν είναι ενωμένοι με σώμα, δεν έχουν ούτε ζωοποιό πνεύμα του σώματος, σύμφωνα με τον Γρηγόριο Θεσσαλονίκης. Ενώ ο νους, όντας συνδεδεμένος με το σώμα, κατά συνέπεια έχει και πνεύμα ζωοποιό του δικού του σώματος και τιμήθηκε περισσότερο από όλα τα αισθητά ζώα και κτίσματα, γιατί μόνο ο νους πλάσθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωσι του ιδίου του κτίστη˙ γιατί ο νους είναι άρχοντας και βασιλέας όλης αυτής της υπερμεγέθους σφαίρας των επιγείων κτισμάτων και γιατί ο νους είναι δεκτικός και χωρητικός της αιωνίου μακαριότητος, επειδή αυτός έχει φυσική ικανότητα και αν μόνο θελήση να τηρήση τις εντολές του Δημιουργού του, μπορεί να ενωθή με το πρωτότυπό του και να γίνη προαιρετικά κατά χάρι, αυτό το οποίο είναι ο δημιουργός του Θεός κατά φύσι˙ δηλαδή μπορεί να θεωθή και να γίνη Θεός και όλα αυτά στοχαζόμενος εκείνος ο διορατικός νους του προφήτη Δαβίδ, έλεγε για την μεγαλοπρεπή αξία του ανθρώπου: «Τον στεφάνωσες με δόξα και τιμή και τον έκανες κυρίαρχο στα έργα των χεριών σου και όλα τα υπέταξες στην εξουσία του˙ όλα τα πρόβατα, τα βόδια, ακόμη και τα άγρια ζώα και όσα πετούν στον αέρα και τα ψάρια της θαλάσσης που πλέουν στους δρόμους των ωκεανών» (Ψαλμ. 8, 6-8).

Υποσημειώσεις.

1. Και δεν είναι στα αλήθεια μεγαλοπρέπεια του Δημιουργού Θεού, να στοχάζεσαι, αγαπητέ, ότι το μέγεθος όλης της γης είναι τόσο μικρό, ώστε αν συγκριθή με όλο τον ουρανό είναι σαν μια στιγμή και αν συγκριθή με την δημιουργική δύναμι του Θεού είναι ένα τίποτε˙ γιατί όλη την γη ο Θεός την δημιούργησε με τόση ευκολία, σαν να ήταν ένα τίποτε, όπως λέει ο Ησαΐας: «Και την γην την δημιούργησε ως ουδέν» (Ησ’. 40, 23). Και έπειτα να στοχασθής ότι αυτή η στιγμή και αυτό το τίποτε, δηλαδή η γη, είναι τόσο πλατειά, ώστε να περιλαμβάνη τόσα ευρύχωρα βασίλεια του κόσμου και τόσα αναρίθμητα έθνη και πλήθη ανθρώπων; να είναι τόσο μεγάλη, ώστε η περιφέρειά της να είναι κατά την παρατήρησι των νεωτέρων ναυτικών εικοσιπέντε χιλιάδες διακόσια μίλια; Ή για να πω κάτι ορθώτερο και αληθέστερο να είναι τόσο υπερμεγέθης σφαίρα, στην οποία όλοι οι άνθρωποι από κτίσεως κόσμου, ήδη επτά χιλιάδες χρόνια και περισσότερο ζητώντας και ερευνώντας τόσο από την ξηρά όσο και από την θάλασσα να βρουν την άκρη και την περίμετρό της, δεν
μπόρεσαν, αλλά καθημερινά βρίσκουν νέους τόπους και κατοικημένους και ακατοίκητους. Και ίσως και στο μέλλον να βρίσκουν και άλλους τέτοιους; Αλλά πάντοτε ως την συντέλεια του κόσμου θα μένουν πολλά μέρη της γης κρυφά και άγνωστα.
Δεν είναι μεγαλοπρέπεια του Θεού να βλέπης τον λαμπρότατο ήλιο στην όψι να φαίνεται ίσος στο μέγεθος με ένα πόδι και έπειτα αυτός ο ποδιαίος στο μέγεθος, να είναι τόσο μεγάλος, ώστε η περίμετρός του να είναι σε Ιταλικά μίλια εικοσιτέσσερις χιλιάδες εκατομμύρια οκτακόσια εξήντα επτά χιλιάδες και εξακόσια εξήντα κατά τις αποδείξεις του Αρχιμήδη; Ή πάλι σύμφωνα με κάποιους νεωτέρους, οκτακόσιες εξήντα επτά χιλιάδες και τετρακόσια εξήντα οκτώ μίλια; Και για να αφήσω τα μεγέθη των πλανητών αστέρων και των απλανών, τα οποία φαίνονται σαν λυχνάρια και ωστόσο είναι μεγαλύτερα από όλη την γη, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των αστρονόμων, λέγω μόνο με συντομία το εξής: Δεν είναι μεγαλοπρέπεια του δημιουργού Θεού, το να είναι όλος ο νοητός και αισθητός αυτός κόσμος, μόνο μία ρανίδα του απείρου ωκεανού της δημιουργικής σοφίας και δύναμης του Θεού, όπως μεγαληγορεί ο μέγας θεωρητικός άγιος Κάλλιστος και έπειτα αυτή η ρανίδα, ο κόσμος όλος εννοώ, να είναι ανεξάντλητος από τις γνώσεις όλων μαζί των αιώνων από κτίσεως κόσμου; Και όλοι οι αιώνες μαζί με τους σοφούς τους να μην μπορούν να κατανοήσουν με ακρίβεια ούτε το ελάχιστο του κόσμου; Πράγματι! Αυτός είναι ωκεανός που βυθίζει κάθε νου! Αυτό είναι ένα θαύμα το οποίο αφήνει άφωνη κάθε γλώσσα και για αυτό πρέπει να τιμάται περισσότερο με την σιωπή παρά με τον λόγο!
Αυτό όμως που είναι άξιο κάθε θαυμασμού και το οποίο δείχνει τον Θεό μεγαλοπρεπέστερο από ό,τι όλη μαζί η δημιουργία του κόσμου, είναι το εξής: Ο Θεός μολονότι δημιούργησε με τόση λεπτότητα και σοφία αυτόν τον μέγα και θαυμαστό κόσμο, μετά την δημιουργία του δεν θέλησε να αναγράψη πάνω στον ουρανό ή στην γη, ή σε άλλο μέρος του κόσμου ότι τον δημιούργησε αυτός, όπως κάνουν οι μικροπρεπείς ποιητές και τεχνίτες του κόσμου αυτού, οι οποίοι όταν κατασκευάσουν κάποιο τέλειο, τεχνικό και μεγαλοπρεπές έργο, γράφουν επάνω σε αυτό το όνομά τους. Έτσι ο Παρράσιος και ο Απελλής έγραφαν στις εικόνες τους: «Απελλής εποίησε˙ Παρράσιος εποίησε˙» και έτσι σε εκείνο το πάνθεο στη Ρώμη υπήρχε επιγραφή: «Μάρκος Αγρίππας εποίησε». Έτσι και ο Αλέξανδρος έδωσε το όνομά του στην πόλι, την Αλεξάνδρεια, ο Φίλιππος στην Φιλιππούπολι, ο Κλεόπας στην Πυραμίδα του και ο γλύπτης Πολύκλειτος στο θαυμαστό του άγαλμα, το οποίο για την τελειότητά του ωνομάσθηκε κανόνας των κανόνων, αφού από αυτό έπαιρναν όλοι οι ζωγράφοι και οι γλύπτες τις ιδανικές αναλογίες των μερών του ανθρωπίνου σώματος και δεν μπόρεσε κανείς να το μιμηθή. Ο Θεός όμως δεν ενήργησε έτσι. Γιατί; Για να δείξη ότι ατός ο μέγας κόσμος συγκρινόμενος με την απειρότητά του είναι ένα μηδενικό έργο. Για αυτό και θα ήταν πολύ μεγάλη μικροπρέπεια και ανάξιο της απείρου μεγαλοπρεπείας του να καταδεχθή να υπογράψη μόνος πάνω σε αυτό. Εκείνο όμως, το οποίο αυτός δεν έκανε, το διακηρύσσει όλος ο κόσμος με χιλιάδες σιωπηλές φωνές, μέσω της θείας σοφίας και δυνάμεως που είναι φανερή σε αυτόν, σε εκείνους τους λογικούς που τον βλέπουν. Γι’ αυτό και ο θείος Δαβίδ είπε: «Οι ουρανοί διηγούνται την δόξα του Θεού και το στερέωμα δείχνει τα έργα που έχει φτιάξει» (Ψαλμ. 18, 1).
Και αν ο Θεός μετά από χιλιάδες χρόνια φανέρωσε στον Μωυσή ότι αυτός: «Δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όλα όσα είναι επάνω σε αυτά» (Γέν. 1,1), αυτό το έκαμε όχι για την δική του μεγαλοπρέπεια, όχι! Αλλά πρώτον, για να εγείρη τους ανθρώπους από την μικροπρέπεια και να τους ανεβάση στην μεγαλοπρέπεια ˙ από την μικροπρέπεια της πολυθεΐας στην μεγαλοπρέπεια της μονοθεΐας. Και δεύτερον, αυτό το έκανε ο Θεός όχι για να μεγαλύνη περισσότερο το όνομά του με τη μεγαλοπρέπεια του κόσμου του, αλλά για να δοξάση περισσότερο τον κόσμο του, με τη μεγαλοπρέπεια του ονόματός του.
2. Γι’ αυτό και γενικά λέγεται από όλους, ότι από εκείνους οι οποίοι ασχολούνται με την ανατομία και παρατηρούν τα ποικίλα και διάφορα μέλη και μέρη των σωμάτων, που είναι κατασκευασμένα από τον Δημιουργό για πολυειδείς και διάφορες χρήσεις και ενέργειες, από αυτούς λέγω ή κανείς ή πολύ λίγοι βρίσκονται να αρνηθούν την ύπαρξι του Δημιουργού Θεού και να γίνουν άθεοι.
3. Καθώς ένα τέτοιο δαχτυλίδι φορούσε στο δεξί του χέρι ο Κάρολος ο πέμπτος και καυχιόταν τόσο για αυτό, όσο καυχιόταν και για το σκήπτρο που βαστούσε στο ίδιο χέρι, δείγμα μιας μεγίστης αυτοκρατορίας (σελ. 132 του α’ τόμ. κατά αθέων του Προκοπίου).

Από το βιβλίο: Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο ή περί φυλακής των πέντε αισθήσεων, του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.
Εκδότης: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Αγίου Ορους. Μάιος 2013. Επιμέλεια: Ιερομόναχος Βενέδικτος (Αγιορείτης).

Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη.

Σημείωσις του orp.gr:

Παρακαλούμε, αγαπητοί επισκέπτες του ιστοχώρου μας, να μελετούμε τις συμβουλές-παραινέσεις του Αγίου Νικοδήμου με την απαιτούμενη ΔΙΑΚΡΗΣΗ-ΠΡΟΣΟΧΗ και ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ, γιατί πρόκειται για κείμενα του 19-ου αιώνος, κείμενα πολύ μακριά από τις σημερινές συνθήκες και ανάγκες. «Των φρονίμων ολίγα».

Κατηγορίες: Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.