Κυριακή του τυφλού: Υμνολογική εκλογή.

Εσπερινός.

Εις το, Κύριε, εκέκραξα. Στιχηρά Ιδιόμελα τού Τυφλού. Ήχος β’

Ο Τυφλός γεννηθείς, εν τώ ιδίω λογισμώ έλεγεν: Άρα εγώ, δι’ αμαρτίας γονέων εγεννήθην αόμματος; Άρα εγώ, δι’ απιστίαν εθνών εγεννήθην εις ένδειξιν, ουχ ικανώ τού ερωτάν, πότε νύξ, πότε ημέρα, ουκ ευτονούσί μου οι πόδες τά τών λίθων προσκρούσματα, ου γάρ είδον τόν ήλιον λάμποντα, ουδέ εν εικόνι τόν εμέ πλαστουργήσαντα, αλλά δέομαί σου, Χριστέ ο Θεός, Επίβλεψον επ εμέ, καί ελέησόν με. (Δίς)

Απόδοση.

Αυτός που γεννήθηκε τυφλός, έλεγε μέσα στις σκέψεις του: «Άραγε εγώ γεννήθηκα χωρίς μάτια εξαιτίας των αμαρτιών των γονιών μου; Ή μήπως γεννήθηκα έτσι για να γίνω το παράδειγμα εξαιτίας της απιστίας των εθνών; Δεν αντέχω πια να ρωτάω πότε είναι νύχτα και πότε ημέρα• τα πόδια μου δεν αντέχουν πλέον να προσκρούουν πάνω στις πέτρες. Διότι δεν είδα ποτέ τον ήλιο να λάμπει, ούτε είδα έστω και σε εικόνα Εκείνον που με έπλασε. Αλλά Σε παρακαλώ, Χριστέ Θεέ μου, κοίταξέ με με ευσπλαχνία και ελέησέ με».

Παράγων ο Ιησούς εκ τού ιερού, εύρεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής, καί σπλαγχνισθείς, επέθηκε πηλόν επί τούς οφθαλμούς αυτού, καί είπε πρός αυτόν, Ύπαγε, νίψαι εις τού Σιλωάμ, καί νιψάμενος ανέβλεψε, δόξαν αναπέμπων Θεώ, οι δέ αγχισταί αυτού, έλεγον αυτώ, Τίς σου τάς κόρας διήνοιξεν, άς ουδείς τών βλεπόντων ιάσαι ίσχυσεν, ο δέ φησί βοήσας, Άνθρωπος, Ιησούς λεγόμενος, εκείνός μοι έφη, Νίψαι εις τού Σιλωάμ, καί ανέβλεψα, Αυτός εστιν αληθώς, όν έφη Μωσής εν τώ νόμω, Χριστόν Μεσσίαν, αυτός εστιν ο Σωτήρ τών ψυχών ημών.

Απόδοση.

Καθώς ο Ιησούς έβγαινε από τον ναό, βρήκε έναν άνθρωπο τυφλό από τη γέννησή του. Και αφού τον σπλαχνίστηκε, έβαλε πηλό στα μάτια του και του είπε: «Πήγαινε να πλυθείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ». Εκείνος πλύθηκε και βρήκε το φως του, αναπέμποντας δόξα στον Θεό. Οι συγγενείς και οι γείτονές του τού έλεγαν: «Ποιος σου άνοιξε τα μάτια, τα οποία κανείς από τους βλέποντες δεν μπόρεσε να γιατρέψει;». Κι εκείνος φώναξε και είπε: «Ένας άνθρωπος που λέγεται Ιησούς, εκείνος μου είπε “Πλύνσου στον Σιλωάμ” και ανέβλεψα. Αυτός είναι αληθινά εκείνος για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στον Νόμο, ο Χριστός ο Μεσσίας• αυτός είναι ο Σωτήρας των ψυχών μας».

Δόξα των Κεκραγαρίων. Ήχος πλ. α’
Κύριε, παράγων εν τή οδώ, εύρες άνθρωπον, τυφλόν εκ γενετής, καί έκθαμβοι γεγονότες οι Μαθηταί, επηρώτων σε, λέγοντες: Διδάσκαλε, τίς ήμαρτεν, ούτος, ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; Σύ δέ Σωτήρ μου εβόας αυτοίς, Ούτε ούτος ήμαρτεν, ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τά έργα τού Θεού εν αυτώ, εμέ δεί εργάζεσθαι τά έργα τού πέμψαντός με, ά ουδείς δύναται εργάζεσθαι. Καί ταύτα ειπών, πτύσας χαμαί, καί πηλόν ποιήσας, επέχρισας τούς οφθαλμούς αυτού, λέξας πρός αυτόν’ Ύπαγε, νίψαι εις τού Σιλωάμ τήν κολυμβήθραν, ο δέ, νιψάμενος, υγιής εγένετο, καί εβόα πρός σέ, Πιστεύω, Κύριε, καί προσεκύνησέ σοι’ Διό βοώμεν καί ημείς, Ελέησον ημάς.

Απόδοση.

Κύριε, καθώς περπατούσες στο δρόμο, συνάντησες έναν τυφλό εκ γενετής, και οι μαθητές Σου έκπληκτοι Σε ρωτούσανν: Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε, για να γεννηθεί τυφλός αυτός ο άνθρωπος, αυτός ή οι γονείς του: Εσύ τους απάντησες: Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του αλλά τούτο έγινε, για να φανερωθούν τα θαυμάσια έργα του Θεού σε αυτόν. Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα που ο Πατέρας μου θέλει, και γι’ αυτά με έστειλε στη γή και τα οποία κανείς άλλος δεν μπορεί να εργασθεί. Και αφού είπες αυτά, εσκυψες στη γη και έκανες πηλό, και άλειψες τα μάτια του τυφλού και του είπες: Πήγαινε να νιφθείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Και αυτός αφού νίφθηκε, απέκτησε την υγεία του, και Σου φώναζε με ευγνωμοσύνη: Σε πιστεύω, Κύριε. Και Σε προσκύνησε. Γι’ αυτό και εμείς Σου φωνάζουμε: Ελέησέ μας, Κύριε.

Δόξα της λιτής… Ήχος δ’

Όλον τόν βίον ο Τυφλός, νύκτα λογιζόμενος, εβόησε πρός σέ Κύριε, Ανοιξόν μου τάς κόρας, Υιέ Δαυϊδ, ο Σωτήρ ημών, ίνα μετά πάντων καγώ, υμνήσω σου τήν δύναμιν.

Απόδοση.

Ο τυφλός, που νόμιζε πως όλη η ζωή του ήταν νύκτα, φώναξε με μεγάλη φωνή προς Σένα Κύριε: Ανοιξέ μου τα μάτια, Υιέ του Δαυίδ, που είσαι ο σωτήρας μας, για να μπορέσω κι εγώ ββλέποντας τα θαυμάσια δημιουργήματά Σου, να υμνήσω την δύναμή Σου.

Δόξα των αποστίχων… Ήχος πλ. δ’

Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, Χριστέ ο Θεός, ο τόν εκ μήτρας τού φωτός εστερημένον, διά τής σής αχράντου προσψαύσεως, φωτίσας κατ άμφω, καί ημών τά όμματα, τών ψυχών αυγάσας, υιούς ημέρας δείξον, ίνα πίστει βοώμέν σοι, Πολλή σου καί άφατος, η εις ημάς ευσπλαγχνία, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.

Απόδοση.

ΚύριεΧριςστέ ο Θεός, Συ που είσαι ο ήλιος της δικαιοσύνης, όχι ο υλικός αλλά ο νοητός, που με το άγγιγμά Σου άνοιξες τα μάτια αυτού που είχε στερηθεί το φως του από την γέννησή του, ανάδειξε και εμάς υιούς φωτός και ημέρας, αφού φωτίσεις και τα δικά μας μάτια του σώματος και της ψυχής με το Φως Σου, που μοιάζει με το φως της αυγής, για να Σου φώναζουμε με ευγνωμοσύνη: Είναι πολή, μεγα΄λη και ανείπωτη η ευσπλαχνία Σου προς εμάς, Κύριε, δόξα Σοι.

Κοντάκιον Ήχος δ’
Επεφάνης σήμερον

Τής ψυχής τά όμματα πεπηρωμένος, σοί Χριστέ προσέρχομαι, ως ο Τυφλός εκ γενετής, εν μετανοία κραυγάζων σοι, Σύ τών εν σκότει, τό φώς τό υπέρλαμπρον.

Απόδοση.

Επειδή τα μάτια της ψυχής μου είναι τυφλά από την αμάρτία, έρχομαι και γονατίζω μπροστά Σου, Χριστέ, όπως ο τυφλός εκ γενετής, και μετανοημένος κραυγάζω: Συ Κύριε είσαι το φως το υπέρλαμπρο.

Ο Οίκος

Ρείθρόν μοι δώρησαι Χριστέ, σοφίας τής αρρήτου, καί γνώσεως τής άνω, τό φώς τών εν τώ σκότει, καί πλανωμένων Οδηγέ, ίνα διηγήσωμαι, άπερ η θεία βίβλος εδίδαξε τού Ευαγγελίου τής ειρήνης, δηλονότι, τήν τού Τυφλού θαυματοποιϊαν, ότι εκ γενετής τυφλός υπάρχων, οφθαλμούς τούς αισθητούς απολαμβάνει, καί τούς τής ψυχής, εν πίστει ανακραυγάζων, Σύ τών εν σκότει, τό φώς τό υπέρλαμπρον.

Απόδοση.

Δώρισέ μου, Χριστέ, τα ποτάμια της σοφίας Σου, που δεν περιγράφεται με λόγια, και της γνώσεως της ουράνιας, Συ που είσαι το φώς όσων βρίσκονται στο σκοτάδι, και ο οδηγός όσων έχουν πλανηθεί στο φρόμο τους, για να μπορέσω να διηγηθώ όσα ακριβώς εδίδαξε το άγιο βιβλίο της ειρήνης, δηλαδή το άγιο Ευαγγέλιο, σχετικά με το πώς έγινε το θαύμα του εκ γενετής τυφλού. Αυτός ενώ ήταν τυφλός απολαμβάνει τώρα τα μάτια του σώματος και της ψυχής, και κραυγάζει με ευγνωμοσύνη: Συ Χριστέ μου, είσαι το φως το υπερλαμπρο.

Συναξάριον

Τή αυτή ημέρα, Κυριακή έκτη από τού Πάσχα, τό εις τόν εκ γενετής Τυφλόν εορτάζομεν, τού Κυρίου καί Θεού και Σωτήρος ημών, Ιησού Χριστού, θαύμα.

Κατά την έκτη Κυριακή μετά το Πάσχα, εορτάζουμε το θαύμα του Κυριου ημών Ιησού Χριστού και Θεού μας εις τον εκ γενετής τυφλό.

Στίχοι
• Φωτός χορηγός, εκ φάους πλέον φάος,
• Τόν εκ γενετής ομματοίς Τυφλόν, Λόγε.

Κύριε και Λόγε του Θεού, που είσαι ο χορηγός του φωτός και Φως μεγαλύτερο από το φως, δίνεις τα μάτια στον εκ γενετής τυφλό.

Τώ απείρω ελέει σου, φωτοδότα Χριστέ ο Θεός ημών ελέησον καί σώσον ημάς.
Αμήν.

Με το άπειρό ΣΟΥ έλεος, Κύριε, Συ που είσαι ο Θεός που χαρίζεις το φως, ελέησε και σώσε μας.

Εξαποστειλάριον
Τού Τυφλού

Τούς νοερούς μου οφθαλμούς, πεπηρωμένους Κύριε, εκ ζοφεράς αμαρτίας, σύ φωταγώγησον ενθείς, οικτίρμον τήν ταπείνωσιν, καί τοίς τής μετανοίας, καθάρας με δάκρυσιν.

Απόδοση.

Τα μάτια του νου και της ψυχής μου, Κύριε, που τυφλώθηκαν από τη σκοτεινη αμαρτία, Συ που είσαι γεμάτος από συμπάθεια, φώτησε τα τοποθετώντας μέσα στην ψυχή μου την ταπείνωση, και καθάρισέ με με τα δάκρυα της μετανοίας.

Έτερον προς το, Γυναίκες ακουτίσθητε

Παράγων ο Σωτήρ ημών, εύρε Τυφλόν αόμματον, πτύσας χαμαί καί ποιήσας, πηλόν επέχρισε τούτον, πρός Σιλωάμ απέστειλε, τού απελθείν καί νίψασθαι, ο δέ νιψάμενος ήλθε, βλέπων τό φώς σου Χριστέ μου.

Απόδοση.

Καθώς προχωρούσε ο Χριστός στους δρόμους της Ιερουσαλήμ, συνάντησε έναν τυφλό εκ γενετης. Αφού εσκυψε κάτω, ΄έφτυσε και έκαμε πηλό, και άλειψε τα μάτια του τυφλού. Τον έστειλε προς την κολυμβήθρα του Σιλωαμ για να νιφθεί. Και αυτός αφού νίφθηκε, επανήλθε, βλέποντας το φφως Σου, Χριστέ μου.

Δόξα των αίνων του όρθρου… Ήχος Πλ. Δ.

Τίς λαλήσει τάς δυναστείας σου Χριστέ; ή τίς εξαριθμήσει τών θαυμάτων σου τά πλήθη; διπλούς γάρ ως ωράθης επί γής δι’ αγαθότητα, διπλάς καί τάς ιάσεις τοίς νοσούσιν εχορήγεις, ου μόνον γάρ τού σώματος οφθαλμούς διήνοιξας, τού από μήτρας πηρωθέντος, αλλά καί τούς τής ψυχής’ όθεν Θεόν σε ωμολόγει τόν κρυπτόμενον, καί πάσι παρέχοντα τό μέγα έλεος.

Απόδοση.

Ποιος να διηγηθεί όσα με δύναμη σαν Θεός έποίησες στον κόσμο, ή ποιος να απαριθμήσει τα πλήθη των θαυμάτων Σου? Γιατί όπως με δύο φύσεις εφανερώθηκες στη γη, έτσι και διπλές θεραπείες εχάριζες σε όσους είχαν προσβληθεί από κάποιο νόσημα. Ετσι δεν άνοιξες μόνο τα μάτια του σώματος του εκ γενετής τυφλού αλλά και της ψυχής. Γι’ αυτό Σε ομολογούσε σαν αληθινό Θεό, τον μέχρι εκείνη την στιγμή κρυμμένο, που χαρίζει σε όλους το μέγα έλεος.

Απόδοση, Μοναχής Θεοδοσίας.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιερές Ακολουθίες, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.