Ορος και Κανόνες της Αγίας Δ’ Οικουμενικής Συνόδου.

Ορος και Κανόνες της εν Χαλκηδόνι Αγίας και Οικουμενικής Δ´ Συνόδου, ήτις συνεκλήθη υπό του Αυτοκράτορος των Ρωμαίων Μαρκιανού, εν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.).

Η Αγία Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ., εξέδωσε έναν από τους πιο καθοριστικούς δογματικούς όρους στην ιστορία της του Χριστού Εκκλησίας. Ο «Όρος της Χαλκηδόνος» διατύπωσε το δόγμα των δύο Φύσεων του Χριστού, απαντώντας οριστικά στις προκλήσεις του Μονοφυσιτισμού.

Ακολουθεί το κείμενο του Όρου στην αρχαία ελληνική (όπως παραδόθηκε) και στη συνέχεια μια απόδοση των βασικών σημείων στη νεοελληνική.

Ο Όρος της Χαλκηδόνος (Το κύριο δογματικό σώμα):

«Ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις πατράσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὁμολογεῖν υἱὸν τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν συμφώνως ἅπαντες ἐκδιδάσκομεν, τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν θεότητι καὶ τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν ἀνθρωπότητι, θεὸν ἀληθῶς καὶ ἄνθρωπον ἀληθῶς τὸν αὐτὸν, ἐκ ψυχῆς λογικῆς καὶ σώματος, ὁμοούσιον τῷ πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα, καὶ ὁμοούσιον τὸν αὐτὸν ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, κατὰ πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρὶς ἁμαρτίας· πρὸ αἰώνων μὲν ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθέντα κατὰ τὴν θεότητα, ἐπ’ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τὸν αὐτὸν δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ Μαρίας τῆς παρθένου τῆς θεοτόκου κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα,

ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Χριστόν, υἱόν, κύριον, μονογενῆ, ἐν δύο φύσεσιν, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον· οὐδαμοῦ τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνῃρημένης διὰ τὴν ἕνωσιν, σωζομένης δὲ μᾶλλον τῆς ἰδιότητος ἑκατέρας φύσεως καὶ εἰς ἓν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν συντρεχούσης, οὐκ εἰς δύο πρόσωπα μεριζόμενον ἢ διαιρούμενον, ἀλλ’ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν υἱὸν καὶ μονογενῆ, θεὸν λόγον, κύριον Ἰησοῦν Χριστόν· καθάπερ ἄνωθεν οἱ προφῆται περὶ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ὁ κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐξεπαίδευσε καὶ τὸ τῶν πατέρων ἡμῖν παραδέδωκε σύμβολον.»

Σύνοψη και Ερμηνεία (Νεοελληνική Απόδοση)

«Ακολουθώντας, λοιπόν, τους αγίους πατέρες, όλοι με μια φωνή (συμφώνως) διδάσκουμε να ομολογούμε: έναν και τον αυτόν Υιό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον ίδιο τέλειο ως προς τη θεότητα, και τον ίδιο τέλειο ως προς την ανθρωπότητα, Θεό αληθινό και άνθρωπο αληθινό τον ίδιο, από λογική ψυχή και σώμα·

ομοούσιο με τον Πατέρα, ως προς τη θεότητα, και τον ίδιο ομοούσιο με εμάς τους ανθρώπους, ως προς την ανθρωπότητα, όμοιο με εμάς σε όλα εκτός από την αμαρτία· ο οποίος Χριστός, πριν από τους αιώνες μεν γεννήθηκε από τον Πατέρα, ως προς τη θεότητα, κατά τις έσχατες όμως ημέρες ο ίδιος για εμάς και για τη δική μας σωτηρία [γενήθηκε] από τη την (Αγία)Μαρία Παρθένο, τη Θεοτόκο, ως προς την ανθρωπότητα·

Ομολογούμε, λοιπόν, έναν και τον αυτόν Χριστό, Υιό, Κύριο, μονογενή, ο οποίος αναγνωρίζεται σε δύο φύσεις, ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως· χωρίς πουθενά να έχει αναιρεθεί η διαφορά των φύσεων εξαιτίας της ένωσης, αλλά μάλλον να διασώζεται η ιδιότητα της κάθε φύσης και να συντρέχουν σε ένα πρόσωπο και σε μία υπόσταση·

όχι μεριζόμενο ή διαιρούμενο σε δύο πρόσωπα, αλλά έναν και τον αυτόν Υιό και μονογενή, Θεό Λόγο, Κύριο Ιησού Χριστό· ακριβώς όπως από παλιά οι προφήτες [δίδαξαν] για αυτόν και όπως ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας εξεπαίδευσε και όπως το Σύμβολο των πατέρων μας έχει παραδώσει.»

Τα 4 Κρίσιμα Επιρρήματα:

Για την ιστορία, οι τέσσερις λέξεις-κλειδιά που περιγράφουν την ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσεως στον Χριστό σημαίνουν:

Ασυγχύτως: Οι δύο φύσεις δεν μπερδεύτηκαν μεταξύ τους (δεν έγιναν “ένα μείγμα”).

Ατρέπτως: Καμία φύση δεν αλλοιώθηκε ή άλλαξε μορφή.

Αδιαιρέτως: Δεν χωρίζονται σε δύο διαφορετικά τμήματα.

Αχωρίστως: Είναι μόνιμα και αιώνια ενωμένες.

Συνεπώς, ο Όρος της Αγίας Δ’ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι:

Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος: Έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα (κατά τη θεότητα) και την ίδια ουσία με εμάς (κατά την ανθρωπότητα), χωρίς όμως την αμαρτία.

Ένα Πρόσωπο σε δύο Φύσεις: Αυτό είναι το κρισιμότερο σημείο. Ο Χριστός δεν είναι “από δύο φύσεις” (που ενώθηκαν και έγιναν μία), αλλά υπάρχει σε δύο φύσεις.

Γιατί όμως ο όρος αυτός είναι τόσο σημαντικός;
Ο Όρος της Χαλκηδόνος αποτελεί το θεμέλιο της Χριστολογίας για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατάφερε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο άκρα:

Τον Νεστοριανισμό, που χώριζε τον Χριστό σε δύο πρόσωπα.

Τον Μονοφυσιτισμό (Ευτυχιανισμό), που απορροφούσε την ανθρώπινη φύση μέσα στη θεία.

Σημείωση:

Παρά τη δογματική του ακρίβεια, ο Όρος αυτός ακολουθήθηκε δυστυχώς από το πρώτο μεγάλο σχίσμα της Χριστιανοσύνης, καθώς οι λεγόμενες «Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες» (Κοπτική, Αρμενική κ.α.) δεν τον αποδέχτηκαν, θεωρώντας ότι πλησιάζει υπερβολικά προς τον Νεστοριανισμό.

***

Κανόνες της Αγίας Δ’ Οικουμενικής Συνόδου:

Κανών Α’

Αποφασίσαμε να παραμένουν σε ισχύ οι κανόνες που έχουν εκτεθεί από τους αγίους Πατέρες σε κάθε σύνοδο μέχρι τώρα.
Τούς παρά των αγίων Πατέρων καθ’ εκάστην σύνοδον άχρι του νυν εκτεθέντας κανόνας κρατείν εδικαιώσαμεν.

Κανών Β’

Εάν κάποιος επίσκοπος κάνει χειροτονία με χρήματα και μετατρέψει σε εμπόριο τη χάρη που δεν πωλείται, και χειροτονήσει με χρήματα επίσκοπο ή χωρεπίσκοπο ή πρεσβυτέρους ή διακόνους ή οποιονδήποτε άλλον που περιλαμβάνεται στον κλήρο, ή προβάλει (διορίσει) με χρήματα οικονόμο ή έκδικο (νομικό σύμβουλο) ή παραμονάριο (νεωκόρο) ή γενικά οποιονδήποτε από τον κατάλογο των κληρικών για δική του αισχροκέρδεια, αυτός που το επιχείρησε, αν αποδειχθεί η ενοχή του, ας κινδυνεύει να χάσει τον δικό του βαθμό. Και ο χειροτονούμενος ας μην ωφελείται καθόλου από τη χειροτονία ή την προαγωγή που έγινε με εμπόριο, αλλά ας είναι ξένος προς την αξία ή το αξίωμα που απέκτησε με χρήματα. Εάν δε κάποιος εμφανιστεί να μεσολαβεί για αυτά τα αισχρά και παράνομα κέρδη, αυτός, αν είναι κληρικός, ας καθαιρείται από τον βαθμό του· αν είναι λαϊκός ή μοναχός, ας αναθεματίζεται.
Ει τις επίσκοπος, επί χρήμασι χειροτονίαν ποιήσαιτο, και εις πράσιν καταγάγοι την άπρατον χάριν, και χειροτονήσοι επί χρήμασιν επίσκοπον, ή χωρεπίσκοπον, ή πρεσβυτέρους, ή διακόνους, ή έτερόν τινα των εν τω κλήρω κατηριθμημένων, ή προβάλλοιτο επί χρήμασιν οικονόμον, ή έκδικον, ή παραμονάριον, ή όλως τινά του κανόνος, δι’ αισχροκέρδειαν οικείαν, ο τούτο επιχειρήσας, ελεγχθείς, κινδυνευέτω περί τον οικείον βαθμόν· και ο χειροτονούμενος, μηδέν εκ της κατ’ εμπορίαν ωφελείσθω χειροτονίας, ή προβολής· αλλ’ έστω αλλότριος της αξίας, ή του φροντίσματος, ούπερ επί χρήμασιν έτυχεν. Ει δε τις και μεσιτεύων φανείη τοις ούτως αισχροίς και αθεμίτοις λήμμασι, και ούτος, ει μεν κληρικός είη, του οικείου εκπιπτέτω βαθμού ει δε λαϊκός, ή μονάζων, αναθεματιζέσθω.

Κανών Γ’

Ήλθε εις γνώση της αγίας συνόδου ότι μερικοί από εκείνους που έχουν συμπεριληφθεί στον κλήρο, εξαιτίας της αισχροκέρδειας, γίνονται μισθωτοί ξένων κτημάτων και αναλαμβάνουν ως εργολάβοι κοσμικές υποθέσεις, παραμελώντας μεν τη λατρεία του Θεού, τρέχοντας δε στα σπίτια των κοσμικών ανθρώπων και αναλαμβάνοντας τη διαχείριση περιουσιών από φιλαργυρία.
Όρισε, λοιπόν, η αγία και μεγάλη σύνοδος, κανένας στο εξής, ούτε επίσκοπος, ούτε κληρικός, ούτε μοναχός, ή να μισθώνει κτήματα ή να αναμιγνύεται ο ίδιος σε διοικήσεις κοσμικών υποθέσεων· εκτός αν τυχόν καλείται από τους νόμους σε αναπόφευκτη κηδεμονία ανηλίκων· ή αν ο επίσκοπος της πόλεως του επιτρέψει να φροντίζει εκκλησιαστικές υποθέσεις, ή ορφανά, ή χήρες που δεν έχουν προστασία, καθώς και τα πρόσωπα εκείνα που έχουν μάλιστα ανάγκη από την εκκλησιαστική βοήθεια, λόγω του φόβου του Θεού.
Εάν δε κάποιος επιχειρήσει στο εξής να παραβαίνει τα ορισθέντα, αυτός ας υποβάλλεται σε εκκλησιαστικές ποινές (επιτίμια).
Ήλθεν εις την αγίαν σύνοδον, ότι των εν τω κλήρω κατειλεγμένων τινές, δι’ αισχροκέρδειαν, αλλοτρίων κτημάτων γίνονται μισθωτοί, και πράγματα κοσμικά εργολαβούσι, της μεν του Θεού λειτουργίας κατα θυμούντες, τους δε των κοσμικών υποτρέχοντες οίκους, και ουσιών χειρισμούς αναδεχόμενοι δια φιλαργυρίαν.
Ώρισε τοίνυν η αγία και μεγάλη σύνοδος, μηδένα του λοιπού, μη επίσκοπον, μη κληρικόν, μη μονάζοντα, ή μισθούσθαι κτήματα, ή πραγμάτων επεισάγειν εαυτόν κοσμικαίς διοικήσεσι· πλήν ει μήπου εκ νόμων καλοίτο εις αφηλίκων απαραίτητον επιτροπήν· ή ο της πόλεως επίσκοπος εκκλησιαστικών επιτρέψοι φροντίζειν πραγμάτων, ή ορφανών, ή χηρών απρονοήτων, και των προσώπων των μάλιστα της εκκλησιαστικής δεομένων βοηθείας, δια τον φόβον του Θεού. Ει δε τις παραβαίνων τα ωρισμένα του λοιπού επιχειρήσοι, ο τοιούτος εκκλησιαστικοίς υποκείσθω επιτιμίοις.

Κανών Δ’

Εκείνοι που πραγματικά και ειλικρινά ακολουθούν τον μοναχικό βίο, ας αξιώνονται την πρέπουσα τιμή. Επειδή όμως ορισμένοι, χρησιμοποιώντας το πρόσχημα του μοναχού, αναταράσσουν την Εκκλησία και τα πολιτικά πράγματα, περιφερόμενοι αδιάφορα στις πόλεις, και μάλιστα επιδιώκοντας να ιδρύουν για τους εαυτούς τους μοναστήρια, αποφασίστηκε: κανένας να μην χτίζει πουθενά ούτε να ιδρύει μοναστήρι ή ευκτήριο οίκο χωρίς τη γνώμη του επισκόπου της πόλης. Οι δε μοναχοί σε κάθε πόλη και περιοχή, να υποτάσσονται στον επίσκοπο, να αγαπούν την ησυχία και να προσέχουν μόνο τη νηστεία και την προσευχή, μένοντας σταθερά στους τόπους όπου αφιερώθηκαν. Να μην ενοχλούν ούτε να συμμετέχουν σε εκκλησιαστικές ή βιοτικές υποθέσεις, εγκαταλείποντας τα δικά τους μοναστήρια, εκτός αν τους επιτραπεί για αναγκαία χρεία από τον επίσκοπο της πόλης. Κανένας δούλος να μη γίνεται δεκτός στα μοναστήρια για να γίνει μοναχός χωρίς τη γνώμη του κυρίου του.
Όποιον παραβαίνει αυτόν τον όρο μας, ορίσαμε να είναι ακοινώνητος, για να μη βλασφημείται το όνομα του Θεού. Ο δε επίσκοπος της πόλης οφείλει να δείχνει τη δέουσα φροντίδα για τα μοναστήρια.
Οι αληθώς και ειλικρινώς τον μονήρη μετιόντες βίον, της προσηκούσης αξιούσθωσαν τιμής. Επειδή δε τινες τω μοναχικώ κεχρημένοι προσχήματι, τας τε εκκλησίας, και τα πολιτικά διαταράσσουσι πράγματα, περιϊόντες αδιαφόρως εν ταις πόλεσιν, ου μην αλλά και μοναστήρια εαυτοίς συνιστάν επιτηδεύοντες, έδοξε, μηδένα μεν μηδαμού οικοδομείν, μηδέ συνιστάν μοναστήριον, ή ευκτήριον οίκον, παρά γνώμην του της πόλεως επισκόπου· τους δε καθ’ εκάστην πόλιν και χώραν, μονάζοντας, υποτετάχθαι τω επισκόπω, και την ησυχίαν ασπάζεσθαι, και προσέχειν μόνη τη νηστεία, και τη προσευχή, εν οίς τόποις απετάξαντο, προσκαρτερούντες· μήτε δε εκκλησιαστικοίς, μήτε βιωτικοίς παρενοχλείν πράγμασιν, ή επικοινωνείν, καταλιμπάνοντας τα ίδια μοναστήρια, ει μήποτε άρα επιτραπείεν δια χρείαν αναγκαίαν
υπό του της πόλεως επισκόπου μηδένα δε προσδέχεσθαι εν τοις μοναστηρίοις δούλον επί τω μονάσαι, παρά γνώμην του ιδίου δεσπότου· τον δε παραβαίνοντα τούτον ημών τον όρον, ωρίσαμεν ακοινώνητον είναι, ίνα μη το όνομα του Θεού βλασφημήται. Τον μεν τοι επίσκοπον της πόλεως, χρή την δέουσαν πρόνοιαν ποιείσθαι των μοναστηρίων.

Κανών Ε’

Σχετικά με τους επισκόπους ή κληρικούς που μετακινούνται από πόλη σε πόλη, αποφασίστηκε να διατηρούν την ισχύ τους οι κανόνες που έχουν θεσπιστεί γι’ αυτούς από τους αγίους Πατέρες.
Περί των μεταβαινόντων από πόλεως εις πόλιν επισκόπων, ή κληρικών, έδοξε τους περί τούτων τεθέντας κανόνας παρά των αγίων Πατέρων έχειν την ισχύν.

Κανών ΣΤ’

Κανένας να μη χειροτονείται «απολελυμένως» (δηλαδή χωρίς να τοποθετείται σε συγκεκριμένο ναό), ούτε πρεσβύτερος ούτε διάκονος ούτε κανένας απολύτως από το εκκλησιαστικό τάγμα, εκτός αν ο χειροτονούμενος ορίζεται ειδικά για εκκλησία πόλης ή χωριού ή για μαρτύριο (ναό αφιερωμένο σε μάρτυρα) ή για μοναστήρι. Για όσους χειροτονούνται «απολύτως», η αγία σύνοδος όρισε να είναι άκυρη η τέτοια χειροθεσία και να μην μπορούν πουθενά να λειτουργούν, προς προσβολή εκείνου που τους χειροτόνησε.
Μηδένα απολελυμένως χειροτονείσθαι, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον, μήτε όλως τινά των εν τω εκκλησιαστικώ τάγματι· ει μη ειδικώς εν εκκλησία πόλεως, ή κώμης, ή μαρτυρίω, ή μοναστηρίω, ο χειροτονούμενος επικηρύττοιτο. Τούς δε απολύτως χειροτο-νουμένους, ώρισεν η αγία σύνοδος, άκυρον έχειν την τοιαύτην χειροθεσίαν, και μηδαμού δύνασθαι ενεργείν, εφ’ ύβρει του χειροτονήσαντος.

Κανών Ζ’

Για εκείνους που τάχθηκαν μια φορά στον κλήρο ή έγιναν μοναχοί, ορίσαμε να μην πηγαίνουν ούτε σε στρατιωτική υπηρεσία ούτε σε κοσμικό αξίωμα· και όσοι το τολμούν αυτό και δεν μετανοούν ώστε να επιστρέψουν σε εκείνο που προτίμησαν προηγουμένως για χάρη του Θεού, να αναθεματίζονται.
Τούς άπαξ εν κλήρω τεταγμένους, ή και μοναστάς, ωρίσαμεν μήτε επί στρατείαν, μήτε επί αξίαν κοσμικήν έρχεσθαι· ή, τούτο τολμώντας, και μη μεταμελομένους, ώστε επιστρέψαι επί τούτο, ό δια Θεόν πρότερον είλοντο, αναθεματίζεσθαι.

Κανών Η’

Οι κληρικοί των πτωχοκομείων, των μοναστηριών και των μαρτυρίων, ας παραμένουν υπό την εξουσία των επισκόπων της κάθε πόλης, σύμφωνα με την παράδοση των αγίων Πατέρων, και ας μην επαναστατούν από αυθάδεια εναντίον του δικού τους επισκόπου. Όσοι δε τολμούν να ανατρέπουν αυτή τη διάταξη με οποιονδήποτε τρόπο και δεν υποτάσσονται στον δικό τους επίσκοπο, αν είναι κληρικοί, ας υπόκεινται στις ποινές των κανόνων· αν είναι μοναχοί ή λαϊκοί, ας είναι ακοινώνητοι.
Οι κληρικοί των πτωχείων, και μοναστηρίων, και μαρτυρίων, υπό την εξουσίαν των εν εκάστη πόλει επισκόπων, κατά την των αγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν· και μη κατά αυθάδειαν αφηνιάτωσαν του ιδίου επισκόπου. Οι δε τολμώντες ανατρέπειν την τοιαύτην διατύπωσιν, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, και μη υποταττόμενοι τω ιδίω επισκόπω, ει μεν είεν κληρικοί, τοις των κανόνων υποκείσθωσαν επιτιμίοις· ει δε μονάζοντες, ή λαϊκοί, έστωσαν ακοινώνητοι.

Κανών Θ’

Εάν κάποιος κληρικός έχει διαφορά με άλλον κληρικό, ας μην εγκαταλείπει τον δικό του επίσκοπο και ας μην τρέχει σε κοσμικά δικαστήρια, αλλά πρώτα ας εξετάζεται η υπόθεση ενώπιον του δικού του επισκόπου, ή τουλάχιστον με τη γνώμη του ίδιου του επισκόπου ας διεξάγεται η δίκη από εκείνους που θα επιλέξουν και τα δύο μέρη. Εάν κάποιος ενεργήσει αντίθετα με αυτά, ας υπόκειται σε κανονικές ποινές. Εάν κληρικός έχει διαφορά με τον δικό του ή με άλλον επίσκοπο, ας δικάζεται από τη σύνοδο της επαρχίας. Εάν δε ένας επίσκοπος ή κληρικός έχει διαφωνία με τον Μητροπολίτη της ίδιας επαρχίας, ας απευθύνεται στον έξαρχο της διοικήσεως ή στον θρόνο της βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης και ας δικάζεται ενώπιόν του.
Ει τις κληρικός προς κληρικόν πράγμα έχει, μη εγκαταλιμπανέτω τον οικείον επίσκοπον, και επί κοσμικά δικαστήρια μη κατατρεχέτω, αλλά πρότερον την υπόθεσιν γυμναζέτω παρά τω ιδίω επισκόπω, ή γούν, γνώμη αυτού του επισκόπου, παρ’ οίς αν αμφότερα τα μέρη βούλωνται, τα της δίκης συγκροτείσθω· ει δε τις παρά ταύτα ποιήσοι, κανονικοίς επιτιμίοις υποκείσθω. Ει δε κληρικός πράγμα έχει προς τον ίδιον, ή και προς έτερον επίσκοπον, παρά τη συνόδω της επαρχίας δικαζέσθω. Ει δε προς τον της αυτής επαρχίας μητροπολίτην, επίσκοπος, ή κληρικός αμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τον έξαρχον της διοικήσεως, ή τον της βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως
θρόνον, και επ’ αυτώ δικαζέσθω.

Κανών Ι’

Δεν επιτρέπεται σε κληρικό να είναι εγγεγραμμένος ταυτόχρονα στις εκκλησίες δύο πόλεων, δηλαδή και σε εκείνη όπου χειροτονήθηκε αρχικά και σε εκείνη όπου κατέφυγε (επειδή δήθεν είναι μεγαλύτερη) από επιθυμία για κενόδοξη φήμη. Όσοι δε το κάνουν αυτό, να επιστρέφουν στη δική τους εκκλησία όπου χειροτονήθηκαν εξαρχής και εκεί μόνο να λειτουργούν. Εάν όμως κάποιος έχει ήδη μετατεθεί από μια εκκλησία σε άλλη, να μην έχει καμία ανάμειξη στα πράγματα της προηγούμενης εκκλησίας, δηλαδή των μαρτυρίων ή πτωχοκομείων ή ξενοδοχείων που υπάγονται σε αυτήν. Όσοι τολμήσουν, μετά την απόφαση αυτής της μεγάλης και οικουμενικής συνόδου, να κάνουν κάτι από όσα τώρα απαγορεύτηκαν, η αγία σύνοδος όρισε να καθαιρούνται από τον βαθμό τους.
Μη εξείναι κληρικόν εν δύο πόλεων κατά ταυτόν καταλέγεσθαι εκκλησίαις, εν ή τε την αρχήν εχειροτονήθη, και εν ή προσέφυγεν, ως μείζονι δήθεν, δια δόξης κενής επιθυμίαν. Τούς δε γε τούτο ποιούντας αποκαθίστασθαι τη ιδία εκκλησία, εν ή εξ αρχής εχειροτονήθησαν, και εκεί μόνον λειτουργείν. Ει μεν τοι ήδη τις μετετέθη εξ άλλης εις άλλην εκκλησίαν, μηδέν τοις της προτέρας εκκλησίας, ήτοι των υπ’ αυτήν μαρτυρίων, ή πτώχειων, ή ξενοδοχείων επικοινωνείν πράγμασι.
Τούς δε γε τολμώντας, μετά τον ορόν της μεγάλης και οικουμενικής ταύτης συνόδου, πράττειν τι των νυν απηγορευμένων, ώρισεν η αγία σύνοδος εκπίπτειν του ιδίου βαθμού.

Κανών ΙΑ’

Ορίσαμε, όλοι οι φτωχοί και όσοι έχουν ανάγκη από βοήθεια, αφού εξεταστούν, να ταξιδεύουν μόνο με εκκλησιαστικές επιστολές ειρηνικές (συστατικά έγγραφα για άπορους) και όχι με συστατικές επιστολές· διότι οι συστατικές επιστολές πρέπει να δίνονται μόνο σε πρόσωπα που απολαμβάνουν καλή υπόληψη.
Πάντας τους πένητας και δεομένους επικουρίας, μετά δοκιμασίας επιστολίοις, είτουν ειρηνικοίς εκκλησιαστικοίς μόνοις, οδεύειν ωρίσαμεν, και μη συστατικοίς δια το τας συστατικάς επιστολάς προσήκειν τοις ούσιν εν υπολήψει μόνοις παρέχεσθαι προσώποις.

Κανών ΙΒ’

Περιήλθε σε εμάς η πληροφορία ότι ορισμένοι, καταφεύγοντας σε κοσμικές εξουσίες, κατά παράβαση των εκκλησιαστικών θεσμών, διαίρεσαν με βασιλικά διατάγματα τη μία επαρχία στα δύο, με αποτέλεσμα να υπάρχουν δύο μητροπολίτες στην ίδια επαρχία. Όρισε, λοιπόν, η αγία σύνοδος, στο εξής τίποτα τέτοιο να μην τολμάται από επίσκοπο· διότι, όποιος επιχειρεί κάτι τέτοιο, θα εκπίπτει από τον βαθμό του. Όσες δε πόλεις έχουν ήδη τιμηθεί με το όνομα της μητρόπολης μέσω βασιλικών γραμμάτων, ας απολαμβάνουν μόνο την τιμή, καθώς και ο επίσκοπος που διοικεί αυτή την εκκλησία, εφόσον φυσικά διασφαλίζονται τα δικαιώματα που ανήκουν στην πραγματική μητρόπολη.
Ήλθεν εις ημάς, ως τινες παρά τους εκκλησιαστικούς θεσμούς προσδραμόντες δυναστείαις, δια πραγματικών την μίαν επαρχίαν εις δύο κατένεμον, ως εκ τούτου δύο μητροπολίτας είναι εν τη αυτή επαρχία. Ώρισεν τοίνυν η αγία σύνοδος, του λοιπού μηδέν τοιούτον τολμάσθαι παρά επισκόπου· επεί, τον τοιούτο επιχειρούντα εκπίπτειν του ιδίου βαθμού. Όσαι δε ήδη πόλεις δια γραμμάτων βασιλικών τω της μητροπόλεως ετιμήθησαν ονόματι, μόνης απολαυέτωσαν της τιμής, και ο την εκκλησίαν ταύτην διοικών επίσκοπος, δηλονότι σωζομένων τη κατ’ αλήθειαν μητροπόλει των οικείων δικαίων.

Κανών ΙΓ’

Ξένοι και άγνωστοι κληρικοί να μην λειτουργούν σε καμία περίπτωση και πουθενά σε άλλη πόλη, χωρίς συστατικά γράμματα του δικού τους επισκόπου.
Ξένους κληρικούς και αγνώστους, εν ετέρα πόλει, δίχα συστατικών γραμμάτων του ιδίου επισκόπου, μηδόλως μηδαμού λειτουργείν.

Κανών ΙΔ’

Επειδή σε ορισμένες επαρχίες έχει επιτραπεί στους αναγνώστες και τους ψάλτες να παντρεύονται, όρισε η αγία σύνοδος να μην επιτρέπεται σε κανέναν από αυτούς να παίρνει ετερόδοξη γυναίκα.
Όσοι δε έχουν ήδη αποκτήσει παιδιά από τέτοιο γάμο, αν μεν πρόλαβαν και τα βάπτισαν σε αιρετικούς, να τα προσφέρουν στην κοινωνία της καθολικής εκκλησίας· αν δεν τα βάπτισαν, να μην μπορούν πλέον να τα βαπτίζουν σε αιρετικούς, ούτε βέβαια να τα συνάπτουν σε γάμο με αιρετικό ή Ιουδαίο ή ειδωλολάτρη, εκτός αν το πρόσωπο που πρόκειται να ενωθεί με τον ορθόδοξο υποσχεθεί να μεταστραφεί στην ορθόδοξη πίστη. Εάν δε κάποιος παραβεί αυτόν τον όρο της αγίας συνόδου, ας υπόκειται σε κανονικό επιτίμιο.
Επειδή εν τισιν επαρχίαις συγκεχώρηται τοις αναγνώσταις, και ψάλταις, γαμείν, ώρισεν η αγία σύνοδος, μη εξείναί τινι αυτών ετερόδοξον γυναίκα λαμβάνειν.
Τούς δε ήδη εκ τοιούτου γάμου παιδοποιήσαντας, ει μεν έφθασαν βαπτίσαι τα εξ αυτών τεχθέντα παρά τοις αιρετικοίς, προσάγειν αυτά τη κοινωνία της καθολικής εκκλησίας· μη βαπτίσαντας δε, μη δύνασθαι έτι βαπτίζειν αυτά παρά τοις αιρετικοίς, μήτε μην συνάπτειν προς γάμον αιρετικώ, ή Ιουδαίω, ή Έλληνι, ει μη άρα επαγγέλλοιτο μετατίθεσθαι εις την ορθόδοξον πίστιν το συναπτόμενον πρόσωπον τω ορθοδόξω. Ει δε τις τούτον τον όρον παραβαίη της αγίας συνόδου, κανονικώ υποκείσθω επιτιμίω.

Κανών ΙΕ’

Γυναίκα να μην χειροτονείται διάκονος πριν από την ηλικία των σαράντα ετών, και αυτή μετά από αυστηρή δοκιμασία. Εάν δε, αφού δεχθεί τη χειροθεσία και παραμείνει για κάποιο διάστημα στη λειτουργία, δώσει τον εαυτό της σε γάμο, προσβάλλοντας τη χάρη του Θεού, αυτή ας αναθεματίζεται μαζί με αυτόν που ενώθηκε μαζί της.
Διάκονον μη χειροτονείσθαι γυναίκα προ ετών τεσσαράκοντα, και ταύτην μετ’ ακριβούς δοκιμασίας. Ει δε γε δεξαμένη την χειροθεσίαν, και χρόνον τινά παραμείνασα τη λειτουργία, εαυτήν επιδώ γάμω, υβρίσασα την του Θεού χάριν, η τοιαύτη αναθεματιζέσθω μετά του αυτή συναφθέντος.

Κανών ΙΣΤ’

Σε παρθένα που αφιέρωσε τον εαυτό της στον Δεσπότη Θεό, καθώς επίσης και σε μοναχούς, να μην επιτρέπεται να συνάπτουν γάμο. Εάν δε βρεθούν να κάνουν κάτι τέτοιο, ας είναι ακοινώνητοι. Ορίσαμε δε, ο κατά τόπον επίσκοπος να έχει την αυθεντία (τη δικαιοδοσία) να τους δείχνει φιλανθρωπία.
Παρθένον αναθείσαν εαυτήν τω δεσπότη Θεώ, ωσαύτως δε και μονάζοντας, μη εξείναι γάμω προσομιλείν. Ει δε γε ευρεθείεν τούτο ποιούντες, έστωσαν ακοινώνητοι. Ωρίσαμεν δε έχειν την αυθεντίαν της επ’ αυτοίς φιλανθρωπίας τον κατά τόπον επίσκοπον.

Κανών ΙΖ’

Οι αγροτικές ενορίες σε κάθε επαρχία, ή οι εγχώριες, να παραμένουν αμετακίνητες στους επισκόπους που τις κατέχουν, και μάλιστα αν τις διοίκησαν χωρίς βία για διάστημα τριάντα ετών. Εάν δε εντός των τριάντα ετών υπήρξε ή υπάρξει κάποια αμφισβήτηση γι’ αυτές, επιτρέπεται σε εκείνους που λένε ότι αδικούνται να κινήσουν τη διαδικασία στην επαρχιακή σύνοδο. Εάν δε κάποιος αδικείται από τον ίδιο του τον μητροπολίτη, ας δικάζεται από τον έξαρχο της διοικήσεως ή από τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, όπως έχει προειπωθεί. Εάν δε κάποια πόλη ανανεώθηκε με βασιλική εξουσία ή ανανεωθεί στο μέλλον, η τάξη των εκκλησιαστικών ενοριών ας ακολουθεί τους πολιτικούς και δημόσιους τύπους.
Τάς καθ’ εκάστην επαρχίαν αγροικικάς παροικίας, ή εγχωρίους, μένειν απαρασαλεύτους παρά τοις κατέχουσιν αυτάς επισκόποις, και μάλιστα ει τριακονταετή χρόνον ταύτας αβιάστως διακατέχοντες ωκονόμησαν. Ει δε εντός των τριάκοντα ετών γεγένηταί τις, ή γένοιτο περί αυτών αμφισβήτησις, εξείναι τοις λέγουσιν ηδικείσθαι, περί τούτων κινείν παρά τη συνόδω της επαρχίας. Ει δε τις αδικοίτο παρά του ιδίου μητροπολίτου, παρά τω εξάρχω της διοικήσεως, ή τω Κωνσταντινουπόλεως θρόνω δικαζέσθω, καθά προείρηται. Ει δε και τις εκ βασιλικής εξουσίας εκαινίσθη πόλις, ή αύθις καινισθείη, τοις πολιτικοίς και δημοσίοις τύποις, και των εκκλησιαστικών παροικιών η τάξις ακολουθείτω.

Κανών ΙΗ’

Το έγκλημα της συνωμοσίας ή της φατρίας είναι εντελώς απαγορευμένο και από τους εξωτερικούς (κοσμικούς) νόμους, πολύ περισσότερο δε πρέπει να απαγορεύεται να γίνεται αυτό στην εκκλησία του Θεού. Εάν λοιπόν ορισμένοι κληρικοί ή μοναχοί βρεθούν να συνωμοτούν ή να δημιουργούν φατρίες ή να εξυφαίνουν πλεκτάνες εναντίον επισκόπων ή συγκληρικών τους, ας εκπίπτουν εντελώς από τον βαθμό τους.
Το της συνωμοσίας, ή φατρίας, έγκλημα και παρά των έξω νόμων πάντη κεκώλυται, πολλώ δη μάλλον εν τη του Θεού εκκλησία τούτο γίνεσθαι απαγορεύειν προσήκει. Ει τινες τοίνυν κληρικοί, ή μονάζοντες, ευρεθείεν συνομνύμενοι, ή φατριάζοντες, ή κατασκευάς τυρεύοντες επισκόποις, ή συγκληρικοίς, εκπιπτέτωσαν πάντη του οικείου βαθμού.

Κανών ΙΘ’

Έφτασε στα αυτιά μας ότι στις επαρχίες δεν γίνονται οι καθορισμένες από τους κανόνες σύνοδοι των επισκόπων, και εξαιτίας αυτού παραμελούνται πολλά εκκλησιαστικά ζητήματα που χρειάζονται διόρθωση. Όρισε λοιπόν η αγία σύνοδος, σύμφωνα με τους κανόνες των αγίων Πατέρων, να συγκεντρώνονται οι επίσκοποι στο ίδιο μέρος δύο φορές τον χρόνο σε κάθε επαρχία, όπου ο επίσκοπος της μητρόπολης κρίνει σωστό, και να διορθώνουν κάθε ζήτημα που ανακύπτει. Τους δε επισκόπους που δεν προσέρχονται, ενώ βρίσκονται στις πόλεις τους και είναι υγιείς και ελεύθεροι από κάθε αναπόφευκτη και αναγκαία απασχόληση, να τους επιπλήττουν με αδελφικό τρόπο.
Ήλθεν εις τας ημετέρας ακοάς, ως εν ταις επαρχίαις αι κεκανονισμέναι σύνοδοι των επισκόπων ου γίνονται, και εκ τούτου πολλά παραμελείται των διορθώσεως δεομένων εκκλησιαστικών πραγμάτων. Ώρισε τοίνυν η αγία σύνοδος, κατά τους των αγίων Πατέρων κανόνας, δις του ενιαυτού επί το αυτό συντρέχιν καθ’ εκάστην επαρχίαν τους επισκόπους, ένθα αν ο της μητροπόλεως επίσκοπος δοκιμάση, και διορθούν έκαστα τα ανακύπτοντα. Τούς δε μη συνιόντας επισκόπους, ενδημούντας ταις εαυτών πόλεσι, και ταύτα εν υγεία διάγοντας, και πάσης απαραιτήτου και αναγκαίας ασχολίας όντας ελευθέρους, αδελφικώς επιπλήττεσθαι.

Κανών Κ’

Κληρικοί που υπηρετούν σε μια εκκλησία, καθώς ήδη ορίσαμε, να μην επιτρέπεται να κατατάσσονται σε εκκλησία άλλης πόλης· αλλά να στέργουν (να αρκούνται) σε εκείνη στην οποία αξιώθηκαν να λειτουργούν από την αρχή, εκτός από εκείνους οι οποίοι, αφού έχασαν τις πατρίδες τους από ανάγκη, μετέβησαν σε άλλη εκκλησία. Εάν δε κάποιος επίσκοπος, μετά από αυτή την απόφαση, δεχθεί κληρικό που ανήκει σε άλλον επίσκοπο, αποφασίστηκε να είναι ακοινώνητος και αυτός που έγινε δεκτός και αυτός που τον δέχθηκε, έως ότου ο μετακινηθείς κληρικός επιστρέψει στη δική του εκκλησία.
Κληρικούς εις εκκλησίαν τελούντας, καθώς ήδη ωρίσαμεν, μη εξείναι εις άλλης πόλεως τάττεσθαι εκκλησίαν· αλλά στέργειν εκείνην, εν ή λειτουργείν εξ αρχής ηξιώθησαν, εκτός εκείνων, οίτινες απολέσαντες τας οικείας πατρίδας από ανάγκης, εις άλλην εκκλησίαν μετήλθον. Ει δε τις επίσκοπος μετά τον όρον τούτον, άλλω επισκόπω προσήκοντα δέξοιτο κληρικόν, έδοξεν ακοινώνητον είναι και τον δεχθέντα, και τον δεξάμενον, έως αν ο μεταστάς κληρικός εις την ιδίαν επανέλθη εκκλησίαν.

Κανών ΚΑ’

Κληρικών ή λαϊκών που κατηγορούν επισκόπους ή κληρικούς, να μην δέχεται κανείς την κατηγορία απλώς και χωρίς έρευνα, αν προηγουμένως δεν εξεταστεί η δική τους καλή υπόληψη.
Κληρικούς, ή λαϊκούς, κατηγορούντας επισκόπων, ή κληρικών, απλώς και αδοκιμάστως μη προσδέχεσθαι εις κατηγορίαν, ει μη πρότερον εξετασθείη αυτών η υπόληψις.

Κανών ΚΒ’

Δεν επιτρέπεται στους κληρικούς, μετά τον θάνατο του επισκόπου τους, να διαρπάζουν τα πράγματα που του ανήκουν, όπως επίσης έχει απαγορευτεί και σε εκείνους που τα παραλαμβάνουν (τους απογραφείς)· όσοι δε κάνουν κάτι τέτοιο, να κινδυνεύουν να χάσουν τον βαθμό τους.
Μη εξείναι κληρικοίς μετά θάνατον του ιδίου επισκόπου, διαρπάζειν τα διαφέροντα αυτώ πράγματα, καθώς και τοις παραλαμβάνουσιν απηγόρευται· ή τους τούτο ποιούντας, κινδυνεύειν περί τους ιδίους βαθμούς.

Κανών ΚΓ’

Πληροφορήθηκε η αγία συνοδος ότι ορισμένοι κληρικοί και μοναχοί, χωρίς να τους έχει ανατεθεί τίποτα από τον δικό τους επίσκοπο —μάλιστα δε κάποιες φορές ενώ έχουν αφοριστεί από αυτόν— πηγαίνουν στη βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη και διαμένουν εκεί για πολύ καιρό, προκαλώντας ταραχές και θορυβώντας την εκκλησιαστική κατάσταση, ανατρέποντας μάλιστα και σπίτια ορισμένων. Όρισε, λοιπόν, η αγία σύνοδος, αυτοί οι άνθρωποι να υπομνησθούν (δηλ. να ειδοποιηθούν) πρώτα μέσω του εκδίκου (δηλ. του νομικού συμβούλου) της αγιοτάτης εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ώστε να φύγουν από τη βασιλεύουσα πόλη· εάν δε επιμένουν στις ίδιες πράξεις, αναισχυντώντας, να απομακρύνονται παρά τη θέλησή τους μέσω του ίδιου εκδίκου και να επιστρέφουν στους δικούς τους τόπους.
Ήλθεν εις τας ακοάς της αγίας συνόδου, ως κληρικοί τινες και μονάζοντες, μηδέν εγκεχειρισμένοι υπό του ιδίου επισκόπου, έστι δ’ ότε και ακοινώνητοι γενόμενοι παρ’ αυτού, καταλαμβάνοντες την βασιλεύουσαν Κωνστα-ντινούπολιν, επί πολύ εν αυτή διατρίβουσι, ταραχάς εμποιούντες, και θορυβούντες την εκκλησιαστικήν κατάστασιν, ανατρέπουσί τε οίκους τινών. Ώρισε τοίνυν η αγία σύνοδος, τους τοιούτους υπομιμνήσκεσθαι μεν πρότερον δια του εκδίκου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιωτάτης εκκλησίας επί τω εξελθείν της βασιλευούσης πόλεως· ει δε τοις αυτοίς πράγμασιν επιμένοιεν αναισχυντούντες, και άκοντας αυτούς δια του αυτού εκδίκου εκβάλλεσθαι, και τους ιδίους καταλαμβάνειν τόπους.

Κανών ΚΔ’

Τα μοναστήρια που έχουν καθιερωθεί άπαξ με τη σύμφωνη γνώμη του επισκόπου, να παραμένουν παντοτινά μοναστήρια, και τα πράγματα που τους ανήκουν να φυλάσσονται, και να μην γίνονται πλέον αυτά κοσμικά καταλύματα· όσοι δε επιτρέπουν να συμβεί αυτό, να υπόκεινται στα επιτίμια που ορίζουν οι κανόνες.
Τα άπαξ καθιερωθέντα μοναστήρια, κατά γνώμην επισκόπου, μένειν εις το διηνεκές μοναστήρια, και τα ανήκοντα αυτοίς πράγματα φυλάττεσθαι, και μηκέτι γίνεσθαι ταύτα κοσμικά καταγώγια· τους δε συγχωρούντας τούτο γίνεσθαι, υποκείσθαι τοις εκ των κανόνων επιτιμίοις.

Κανών ΚΕ’

Επειδή ορισμένοι από τους μητροπολίτες, όπως πληροφορηθήκαμε, αμελούν για τα ποίμνια που τους έχουν ανατεθεί και αναβάλλουν τις χειροτονίες των επισκόπων, αποφάσισε η αγία σύνοδος οι χειροτονίες των επισκόπων να γίνονται εντός τριών μηνών, εκτός αν κάποια αναπόφευκτη ανάγκη επιβάλλει να παραταθεί ο χρόνος της αναβολής. Εάν δε ο μητροπολίτης δεν το πράξει αυτό, να υπόκειται σε εκκλησιαστικά επιτίμια. Πάντως, τα έσοδα της χηρεύουσας εκκλησίας να φυλάσσονται σώα από τον οικονόμο της ίδιας εκκλησίας.
Επειδή περ τινές των μητροπολιτών, ως περιηχήθημεν, αμελούσι των εγκεχειρισμένων αυτοίς ποιμνίων, και αναβάλλονται τας χειτοτονίας των επισκόπων· έδοξε τη αγία συνόδω, εντός τριών μηνών γίνεσθαι τας χειροτονίας των επισκόπων, ει μήποτε άρα απαραίτητος ανάγκη παρασκευάσοι επιταθήναι τον της αναβολής χρόνον.
Ει δε μη τούτο ποιήσοι, υποκείσθαι αυτόν εκκλησιαστικοίς επιτιμίοις. Τήν μεν τοι πρόσοδον της χηρευούσης εκκλησίας, σώαν παρά τω οικονόμω της αυτής εκκλησίας φυλάττεσθαι.

Κανών ΚΣΤ’

Επειδή, σε ορισμένες εκκλησίες, όπως πληροφορηθήκαμε, οι επίσκοποι διαχειρίζονται τα εκκλησιαστικά πράγματα χωρίς οικονόμους, αποφασίστηκε, κάθε εκκλησία που έχει επίσκοπο, να έχει και οικονόμο από τον δικό της κλήρο, ο οποίος θα διαχειρίζεται τα εκκλησιαστικά έσοδα σύμφωνα με τη γνώμη του δικού του επισκόπου· ώστε, η διαχείριση της εκκλησίας να μην γίνεται χωρίς μάρτυρες, και εξαιτίας αυτού, να σκορπίζονται τα υπάρχοντά της, και να προκαλείται κατηγορία (δυσφήμιση) κατά της ιεροσύνης. Εάν δε ο επίσκοπος δεν το πράξει αυτό, να υπόκειται στους θείους κανόνες.
Επειδή εν τισιν εκκλησίαις, ως περιηχήθημεν, δίχα οικονόμων οι επίσκοποι και τα εκκλησιαστικά χειρίζουσι πράγματα, έδοξε πάσαν εκκλησίαν επίσκοπον έχουσαν, και οικονόμον έχειν εκ του ιδίου κλήρου, οικονομούντα τα εκκλησιαστικά κατά γνώμην του ιδίου επισκόπου· ώστε μη αμάρτυρον είναι την οικονομίαν της εκκλησίας, και εκ τούτου σκορπίζεσθαι τα αυτής πράγματα, και λοιδορίαν τη ιερωσύνη προστρίβεσθαι· ει δε μη τούτο ποιήσοι, υποκείσθαι αυτόν τοις θείοις κανόσιν.

Κανών ΚΖ’

Εκείνους που αρπάζουν γυναίκες με το πρόσχημα του γάμου, ή συνεργάζονται, ή βοηθούν αυτούς που τις αρπάζουν, όρισε η αγία σύνοδος: αν μεν είναι κληρικοί, να εκπίπτουν από τον βαθμό τους· αν δε είναι λαϊκοί, να αναθεματίζονται.
Τούς αρπάζοντας γυναίκας επ’ ονόματι συνοικεσίου, ή συμπράττοντας, ή συναιρομένους τοις αρπάζουσιν, ώρισεν η αγία σύνοδος, ει μεν κληρικοί είεν, εκπίπττειν του ιδίου βαθμού ει δε λαϊκοί, αναθεματίζεσθαι.

Κανών ΚΗ’

Ακολουθώντας παντού τους όρους των αγίων Πατέρων και αναγνωρίζοντας τον κανόνα των 150 θεοφιλέστατων επισκόπων που συγκεντρώθηκαν επί του Μεγάλου Θεοδοσίου στην Κωνσταντινούπολη (τη Νέα Ρώμη), τα ίδια ορίζουμε και ψηφίζουμε και εμείς για τα πρεσβεία τιμής της αγιότατης εκκλησίας της ίδιας Κωνσταντινούπολης. Διότι οι Πατέρες εύλογα απέδωσαν τα πρεσβεία στον θρόνο της Πρεσβυτέρας Ρώμης επειδή εκείνη η πόλη ήταν πρωτεύουσα. Με τον ίδιο σκοπό κινούμενοι οι 150 επίσκοποι, απένειμαν τα ίσα πρεσβεία στον αγιότατο θρόνο της Νέας Ρώμης, κρίνοντας δίκαια ότι η πόλη που τιμήθηκε με βασιλεία και σύγκλητο, και απολαμβάνει ίσα πρεσβεία με την παλαιά βασιλίδα Ρώμη, πρέπει και στα εκκλησιαστικά πράγματα να μεγαλύνεται όπως εκείνη, όντας δεύτερη μετά από εκείνη. Επίσης, ορίζουμε ώστε οι μητροπολίτες των διοικήσεων Ποντικής, Ασιανής και Θρακικής, καθώς και οι επίσκοποι των προαναφερθέντων διοικήσεων που βρίσκονται σε βαρβαρικά έθνη, να χειροτονούνται από τον προαναφερθέντα αγιότατο θρόνο της Κωνσταντινούπολης.
Δηλαδή, ο κάθε μητροπολίτης των παραπάνω διοικήσεων μαζί με τους επισκόπους της επαρχίας θα χειροτονούν τους επισκόπους της επαρχίας, όπως ορίζουν οι θείοι κανόνες· οι δε μητροπολίτες αυτών των διοικήσεων θα χειροτονούνται, όπως ειπώθηκε, από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, αφού προηγηθούν σύμφωνες εκλογές (ψηφίσματα) σύμφωνα με το έθος και του αναφερθούν.
Πανταχού τοις των αγίων Πατέρων όροις επόμενοι, και τον αρτίως αναγνωσθέντα κανόνα των εκατόν πεντήκοντα θεοφιλέ-στατων επισκόπων, των συναχθέντων επί του της ευσεβούς μνήμης Μεγάλου Θεοδοσίου, του γενομένου βασιλέως εν τη βασιλίδι Κωνσταντινουπόλεως Νέα ώμη, γνωρίζοντες, τα αυτά και ημείς ορίζομέν τε και ψηφιζόμεθα περί των πρεσβείων της αγιωτάτης εκκλησίας της αυτής Κωνσταντινουπόλεως Νέας ώμης· και γαρ τω θρόνω της πρεσβυτέρας ώμης, δια το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, οι Πατέρες εικότως αποδεδώκασι τα πρεσβεία. Και τω αυτώ σκοπώ κινούμενοι οι εκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι επίσκοποι, τα ίσα πρεσβεία απένειμαν τω της Νέας ώμης αγιωτάτω θρόνω, ευλόγως κρίναντες, την βασιλεία και συγκλήτω τιμηθείσαν πόλιν, και των ίσων απολαύουσαν πρεσβείων τη πρεσβυτέρα βασιλίδι ώμη, και εν τοις εκκλησιαστικοίς ως εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ’ εκείνην υπάρχουσαν. Και ώστε τους της Ποντικής, και της Ασιανής, και της Θρακικής διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, έτι δε και τους εν τοις βαρβαρικοίς επισκόπους των προειρημένων διοικήσεων χειροτονείσθαι υπό του προειρημένου αγιωτάτου θρόνου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιωτάτης εκκλησίας· δηλαδή εκάστου μητροπολίτου των προειρημένων διοικήσεων μετά των της επαρχίας επισκόπων χειροτονούντος τους της επαρχίας επισκόπους, καθώς τοις θείοις κανόσι διηγόρευται· χειροτονείσθαι δε, καθώς είρηται, τους μητροπολίτας των προειρημένων
διοικήσεων παρά του Κωνσταντινουπόλεως αρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατά το έθος γινομένων, και επ’ αυτόν αναφερομένων.

Κανών ΚΘ’

Το να υποβιβάζεται ένας επίσκοπος στον βαθμό του πρεσβυτέρου είναι ιεροσυλία. Εάν μεν υπάρχει κάποια δίκαιη αιτία που τους απομακρύνει από το αξίωμα της επισκοπής, δεν οφείλουν να κατέχουν ούτε θέση πρεσβυτέρου. Εάν δε απομακρύνθηκαν από το αξίωμα χωρίς να υπάρχει κάποιο έγκλημα, ας επιστρέψουν στην αξία της επισκοπής.
Ο Ανατόλιος, ο ευλαβέστατος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, είπε: Αυτοί που λέγεται ότι κατέβηκαν από την επισκοπική αξία στην τάξη του πρεσβυτέρου, εάν μεν καταδικάζονται για εύλογες αιτίες, δίκαια δεν είναι άξιοι ούτε για την τιμή του πρεσβυτέρου· εάν δε υποβιβάστηκαν σε κατώτερο βαθμό χωρίς εύλογη αιτία, είναι δίκαιο, εφόσον αποδειχθούν ανεύθυνοι, να ξαναπάρουν την αξία και την ιεροσύνη της επισκοπής.
Επίσκοπον εις πρεσβυτέρου βαθμόν φέρειν, ιεροσυλία εστίν. Ει δε αιτία τις δικαία εκείνους από της πράξεως της επισκοπής αποκινεί, ουδέ πρεσβυτέρου τόπον κατέχειν οφείλουσιν. Ει δε εκτός τινος εγκλήματος απεκινήθησαν του αξιώματος, προς την της επισκοπής αξίαν επαναστρέψουσιν. Ανατόλιος ο ευλαβέστατος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, είπεν· Ούτοι οι λεγόμενοι από της επισκοπικής αξίας εις την του πρεσβυτέρου τάξιν κατεληλυθέναι, ει μεν υπό ευλόγων τινών αιτιών καταδικάζονται, εικότως ουδέ της πρεσβυτέρου εντός άξιοι τυγχάνουσιν είναι τιμής· ει δε δίχα τινός αιτίας ευλόγου εις τον ήττονα κατεβιβάσθησαν βαθμόν, δίκαιοι τυγχάνουσιν, ει γε ανεύθυνοι φανείεν, την της επισκοπής επαναλαβείν αξίαν τε και ιερωσύνην.

Κανών Λ’

Επειδή οι ευλαβέστατοι επίσκοποι της Αιγύπτου ανέβαλαν προς το παρόν να υπογράψουν την επιστολή του οσιότατου αρχιεπισκόπου Λέοντος, όχι επειδή μάχονται την καθολική πίστη, αλλά ισχυριζόμενοι ότι είναι έθιμο στη διοίκηση της Αιγύπτου να μην κάνουν τίποτα τέτοιο χωρίς τη γνώμη και την έγκριση του αρχιεπισκόπου τους, και ζητούν να τους δοθεί προθεσμία μέχρι τη χειροτονία του μελλοντικού επισκόπου της μεγαλόπολης των Αλεξανδρέων· μας φάνηκε εύλογο και φιλάνθρωπο, ώστε αυτοί να παραμείνουν στο δικό τους σχήμα (θέση) στη βασιλεύουσα πόλη και να τους δοθεί η προθεσμία μέχρι να χειροτονηθεί ο αρχιεπίσκοπος της Αλεξάνδρειας. Επομένως, παραμένοντας στη θέση τους, ή θα δώσουν εγγυήσεις, αν αυτό τους είναι δυνατόν, ή θα δεσμευτούν με όρκο (εξωμοσία).
Επειδή οι ευλαβέστατοι επίσκοποι της Αιγύπτου, ουχ ως μαχόμενοι τη καθολική πίστει, υπογράψαι τη επιστολή του οσιωτάτου αρχιεπισκόπου Λέοντος επί του παρόντος ανεβάλοντο, αλλά φάσκοντες, έθος είναι εν τη Αιγυπτιακή διοικήσει, παρά γνώμην και διατύπωσιν του αρχιεπισκόπου μηδέν τοιούτο ποιείν· και αξιούσιν ενδοθήναι αυτοίς άχρι της χειροτονίας του εσομένου της των Αλεξανδρέων μεγαλουπόλεως επισκόπου· εύλογον ημίν εφάνη και φιλάνθρωπον, ώστε αυτοίς μένουσιν επί του οικείου σχήματος εν τη βασιλευούση πόλει, ένδοσιν παρασχεθήναι, άχρις αν χειροτονηθή ο αρχιεπίσκοπος της Αλεξανδρέων μεγαλοπόλεως. Όθεν μένοντες επί του οικείου σχήματος, ή εγγύας παρέξουσιν, ει τούτο αυτοίς δυνατόν, ή εξωμοσία καταπιστευθήσονται.

Η/Υ ΠΗΓΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ:
Nektarios.gr

Παράβαλε και:
13 Ιουλίου, μνήμη των Αγίων Πατέρων της Δ. Οικουμενικής συνόδου: το Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Θ. Λ., συναξάριον, και λόγος του Αρχ. Χριστοδούλου Θάσσου «υμείς εστέ το φως του κόσμου».
Πατέρες – Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού.
Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος: Η Αξία των Αγίων Πατέρων – Αρχιμ. Αρσενίου Κατερέλου.
«…Θυμόν κινήσαντες τον δικαιότατον…» – Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου.
Οι απόστολοι είναι αλάτι και φως του κόσμου – Ιερομ. Κοσμά του Δοχειαρίτου.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Ιερές Ακολουθίες, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.