Ελάχιστη αναφορά σε θαύματα του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου – Επισκ. Ροδοστόλου Χρυσοστόμου.

Πρώτο θαύμα, εν ζωή:

Ο Άγιος Αθανάσιος είχε μεταξύ των άλλων μοναχών και έναν υποτακτικό, ονόματι Νικόλαο, που διακρινόταν ιδιαίτερα για την απλότητα του χαρακτήρός του και τις άλλες αρετές του και για την τελεία υπακοή του στα προστάγματα και τις εντολές του.

Σε κάποια όμως χρονική περίοδο, που ο Άγιος Αθανάσιος απουσίαζε από την Μονή, και βρισκόταν στα Βουλευτήρια, όπως λέγονταν και τότε και σήμερα τα παραθαλάσσια ησυχαστήρια της Σκήτης της Αγίας Άννης, χάριν ιδιαιτέρας προσευχής κατά μόνας, όπως το συνήθιζε, ο αγαπητός του μαθητής και υπήκοος μοναχός Νικόλαος εκοιμήθη εν Κυρίω. Οι Πατέρες της Λαύρας, πεπεισμένοι για την αγιότητά του, αφού του έψαλλαν την νεκρώσιμη ακολουθία, δεν τον πήγαν για ταφή στο Κοιμητήριο της Μονής, αλλά τον μετέφεραν με το νεκροκρέββατο στο εντός του Καθολικού παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου, εν αναμονή της επιστροφής του Ηγουμένου των, Αγίου Αθανασίου• αλλά εκείνος αργούσε να έλθει.

Όταν όμως πέρασαν 15 ολόκληρες ημέρες, προς έκπληξή τους, είδαν πως ο πεθαμένος αδελφός τους Νικόλαος, έβγαλε το χέρι του μέσα από το κιβώριο και το άπλωσε προς τα έξω. Τότε, χωρίς να χάσουν καθόλου καιρό οι Πατέρες, άρχισαν να κουβαλάνε τους αρρώστους και πάσχοντας αδελφούς, και τους τυφλούς ακόμη• και όλοι, ω του θαύματος, «προσψαύοντες τη χειρί εκείνη τη αγία, απήρχοντο υγιείς, χαίροντες άμα και δοξάζοντες τον Θεόν».

Όταν ο Όσιος Αθανάσιος πληροφορήθηκε τα θαυμαστά και εξαίσια που επιτελούσε στην Λαύρα ο αποθανών άγιος υποτακτικός του, επέστρεψε και τα διαπίστωσε όλα, αφού, πέρα από την απ’ ευθείας πληροφόρηση, έβλεπε μπροστά του υγιεστάτους και τους πρώην ασθενείς και ανήμπορους της αδελφότητός του. Κατευθύνθηκε λοιπόν στο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, πλησίασε το νεκροκρέββατο και, χτυπώντας ελαφρά με την ηγουμενική ράβδο του το χέρι του κεκοιμημένου Νικολάου, του είπε:

«Και έτι ζων, τέκνον, σαλός ήσθα και αποθανών ολόσαλος. Τι σοι βούλεται τα θαύματα ταύτα; Θέλεις ίνα ακούσωσι του κόσμου οι ασθενείς και παραγενόμενοι ενταύθα ποιήσωσι το Όρος κοσμικόν καταγώγιον; Λάβε την χείρά σου έσωθεν». Και εκείνος, ω του θαύματος, αμέσως έκανε υπακοή, όπως και όταν ζούσε, και συμμάζεψε το χέρι του στην κανονική, όπως εμπρέπει σε νεκρούς, θέση. Ακολούθως ο Άγιος Αθανάσιος διέταξε τους πατέρας: «Λαβόντες το σώμα αυτού, ρίψατε εν τω κοιμητηρίω ένθα οι αδελφοί αυτού κοιμώνται, και εάν εύρε παρρησίαν προς τον δεσπότην Θεόν, ας παρακαλή και ας δέεται υπέρ των επταισμένων αδελφών».

Δεύτερον θαύμα, παλαιό:

Κάποτε, οι Λαυριώτες μοναχοί Γεώργιος και Συμεών, απεσταλμένοι από την Μονή με πλοιάριο στα μετόχια της στις Βόρειες Σποράδες, προσορμισθήκαν στα Πεύκια –μάλλον λιμενίσκος της Β. Α. Εύβοιας. Εκεί, βρέθηκαν προ θρήνων και οδυρμών ναυτικών, εξ αιτίας παθήματος αγαπητού συναδέλφου των, ο οποίος επί 8 ημέρες κειτόταν σε κατάσταση αφασίας. Οι Λαυριώτες μοναχοί, από ευσπλαγχνία θέλησαν να δουν από κοντά τον δυστυχή ναυτικό, και έγιναν αμέσως και αυτοί κοινωνοί της γενικής θλίψεως, συνεπεία της δεινής θέσεώς του. Τότε, ο μοναχός Γεώργιος, συνεβούλευσε τον Συμεών να επιθέσει στον τράχηλο του αναίσθητου ναυτικού «το ημαγμένον ράκος», δηλαδή το μαντήλι με το οποίο είχαν σκουπίσει τα αίματα που είχαν εκχυθή από το σώμα του Αγίου Αθανασίου κατά τον κρημνισμό του μέσα στο Ιερό Βήμα, συνεπεία του οποίου ετελεύτησε ο Όσιος -τέτοια μανδήλια ημαγμένα έφεραν πολλοί Λαυριώτες μαζί τους ως φυλαχτά.

Όμως ο Συμεών, ολιγοπιστών, είχε τις φοβίες και τις αντιρρήσεις του! Κατηγόρησε μάλιστα τον Γεώργιο ως απερίσκεπτο, λέγοντας πως μία τέτοια ενέργεια, που αφορούσε τόσο δύσκολα και αβέβαια πράγματα, ίσως να μην επέφερε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, και τότε θα γίνονταν και οι δύο τους καταγέλαστοι, αφού μόνο η λιγοστήν αναπνοή του δυστυχισμένου ναυτικού ήταν εκείνη που τον έκανε να μην εκλαμβάνεται ως οριστικά νεκρός. «Μη συ γε, ω βέλτιστε, μη και γέλωτα όφλωμεν, αδυνάτοις επιχειρούντες και ανελπίστοις• ή ουχ οράς ως ουκ άλλω δήπου ή τω άσθματι μόνω νεκρού διενήνοχε;» Ο αδελφός Γεώργιος όμως, έχων ισχυρή την πίστη, και την πεποίθηση ότι ο Άγιος Αθανάσιος θα θαυματουργούσε, επέμεινε ζωηρώς. Τελικώς, προέβησαν στην τοποθέτηση του αιματώμενου μαντηλιού στον τράχηλο του σχεδόν νεκρού ναυτικού• και η χάρις του Αγίου Αθανασίου εθαυματούργησε. Ο ναυτικός σηκώθηκε αμέσως επάνω και, δείχνοντας πως είχε τελεία άγνοια του παθήματος και της δεινότητος της καταστάσεώς του, σαν μόλις να είχε ξυπνήσει από βαθύ ύπνο,
επιδόθηκε στις εργασίες του και προέτρεπε τους φίλους και συναδέλφους του, που τα είχαν χάσει από την σαστιμάρα τους, να πιάσουν και αυτοί γρήγορα δουλειά.

Τρίτο θαύμα, της ευωδιάσεως του τάφου του Αγίου Αθανασίου.

Συνέβη το 1981, ένα έτος ακριβώς μετά την κοινοβιοποίηση της Μονής μας, κατά την πανήγυρη της Μνήμης του Αγίου, 5 Ιουλίου. Το ηλιοβασίλεμα της παραμονής, απήγγειλα τον Προοιμιακό, και οι χοροί άρχισαν να ψέλνουν τα «Ανοιξαντάρια». Μια αταξία άρχισε να παρατηρείται όμως στο Καθολικό και όλοι να συνωθούνται προς την Λιτή. Καταντήσαμε να μείνουμε στον χορό ελάχιστοι. Μας κατέτρωγε η περιέργεια, αλλά τα αξιώματα και οι στιγμές δεν επέτρεπαν εγκατάλειψη των θέσεων και μετακίνησή μας.

Επέστη όμως η στιγμή της Λιτής, όπου, κατά τις προβλέψεις του Τυπικού θα συνοδεύαμε την εικόνα του Αγιου Αθανασίου προς τα έξω. Έκπληκτους μας άφησε και εμάς τώρα η θαυμαστή διαπίστωσις. Σε συνάντηση των βηματισμών μας ήρθε και μας κατακυρίευσε το κύμα της ευωδίας. Έψαλα όσο πιο γρήγορα μπορούσα το πρώτο τροπάριο και, μόλις το τελείωσα, παράτησα αμέσως μανδύα και πατερίτσα στο στασίδι και ώρμησα, ακολουθούμενος από τον Προηγούμενο Καλλίνικο Ιβηρίτη, στο συνεχόμενο παρεκκλήσιο όπου βρίσκεται ο τάφος του Αγίου. Συνωστισμός, σταυροκοπήματα. Αρκετοί, λαϊκοί κυρίως, ήσαν σκυμμένοι πάνω από τον τάφο και με μαντήλια σπόγγιζαν το υάλινο επικάλυμα, σε προσπάθεια να προσάψουν χάρη σ’ αυτά.

Τώρα είχα πίστωση χρόνου και έμεινα επ’ αρκετό δίπλα στον τάφο, απολαύων του εξαισίου πράγματος, θαυμάζων το γεγονός. Τότε ακριβώς ήρθε πολύ πλησίον μου και ο Πατήρ Κλεόπας, παλαιός Λαυριώτης, και μου είπε ψιθυριστά: «Από εδώ ελάτε, δεσπότη μου, να θαυμάσετε και κάτι άλλο», και μου έδειξε προς την πλευρά των ποδιών του Αγίου. Τα έχασα κυριολεκτικώς. δεν ωσφραινόμουν τώρα μόνο άρρητη ευωδία αλλά ένιωθα και ένα έντονο ρεύμα μοσχοβολούντος αέρος να με περιλούει καθολικά. Υπήρξε το θέμα της ημέρας. Όλοι εξηγούσαν το γεγονός ως ξένη και εξαίσια ενέργεια του Αγίου για να εκδηλώση, την ημέρα της εορτής του, την ευαρέσκειά του για την κοινοβιοποίηση της Μονής του.

Τέταρτο θαύμα, ίασις διακόνου.

Το τέταρτο θαύμα συνετελέσθη την νύκτα της 19ης προς 20ην Ιουλίου του 1988. Πρόκειται για την ίαση ενός διακόνου, ο οποίος συνόδευε τον Μητροπολίτη του σε μία επίσκεψη στην Λαύρα μας. Τόσο ο Μητροπολίτης όσο και ο ιαθείς διάκονος επιθυμούν να μείνουν στην ανωνυμία. Στο αρχείο όμως της Μονής μας υπάρχουν οι ενυπόγραφες επιστολές τους, άκρως επιβεβαιωτικές και περιγραφικές του θαύματος.

Στο δεξί χέρι του διακόνου, είχαν εμφανισθή τύλοι-ρόζοι, που κατέλαβαν όλη την επιφάνεια και παρουσίαζαν όψη και δυσμορφία θλιβερή. Κατέφυγε ο διάκονος σε ειδικούς γιατρούς, προέβη σε χειρουργικές επεμβάσεις και καυτηριασμούς, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Οι μυρμηγκές εμφανίσθηκαν στην επιφάνεια και της αριστεράς του χειρός, σε σημείο που, πέρα της θλίψεως του διακόου, να προβληματίζεται και ο Μητροπολίτης, εάν έπρεπε να τον χειροτονήσει εις ιερέα. Κατά την επίσκεψή του στην Λαύρα και την προσκύνηση του τάφου του Αγίου Αθανασίου, πίστεψε ο διάκονος πως ο Άγιος μπορούσε να τον ευσπλαγχνισθή και να τον θεραπεύσει δια θαύματος και προς τούτο η προσευχή του υπήρξε θερμή και υποκάρδιος. Το θαύμά του το έκανε ο Άγιος Αθανάσιος. Το πρωϊ, ο διάκονος, πλήρης χαράς και δοξολογίας προς τον Θεό και τον Όσιο, έδειχνε τα χέρια του γιατρεμένα και καθαρά στον Μητροπολίτη του!…

(επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα και Άρματα στον Άθωνα, έκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Αγίων Πάντων, Άγιον Όρος, 2000)

Η/Υ ΠΗΓΗ:
Περι Αγίου Όρους.blogspot.gr: 08 Οκτωβρίου 2016

Κατηγορίες: Άρθρα, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.