22 Μαϊου, μνήμη και της δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου: Συναξάριον, Κανόνες, Ακολουθία.


Τῇ ΚΒ΄ τοῦ αὐτοῦ Μηνός (Μαϊου), Μνήμη τῶν Ἁγίων ἑκατὸν πεντήκοντα Πατέρων, τῆς Ἁγίας Δευτέρας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῆς συγκροτηθείσης ἐν ἔτει 381 ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ καθελούσης τὸν Μακεδόνιον, λέγοντα μὴ εἶναι Θεὸν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.

Τολμᾷ τὸ θεῖον Πνεῦμα μὴ Θεὸν λέγειν,
Τὸ παμπόνηρον πνεῦμα Mακεδονίου.

Θεὸν πάσης κτίσεως τὸ θεῖον Πνεῦμα,
λαμπρῶς κηρύττει, Σύνοδος ἡ Δευτέρα.

Μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας ανεφάνησαν στην Εκκλησία και νέοι αιρετικοί, όπως οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί, υπό τον αιρεσιάρχη Μακεδόνιο Κωνσταντινουπόλεως, οι Ημιαρειανοί, ο Απολινάριος Λαοδικείας, ο Σαβέλλιος Πτολεμαΐδος, ο Μάρκελλος Αγκύρας, ο Φωτεινός Σιρμίου, ο Ευνόμιος Κυζίκου με το διδάσκαλό του Αέτιο, ο Ευδόξιος Κωνσταντινουπόλεως, ο Παύλος Σαμοσατεύς και άλλοι που προσείλκυαν πολλούς οπαδούς.

Το χριστολογικό ζήτημα τέθηκε εξ αιτίας της αιρέσεως του Απολιναρίου Λαοδικείας. Ο Απολινάριος (390 μ.Χ.), όπως και η λεγόμενη Αλεξανδρινή Σχολή, τόνιζε πρωτίστως την ενότητα στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, συχνά εις βάρος της πληρότητας του ανθρώπινου στοιχείου. Δίδασκε ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, ο οποίος είναι τέλειος Θεός και κατά την Ενανθρώπιση έλαβε μόνο σάρκα («Θεός σαρκοφόρος»), δηλαδή ανθρώπινο σώμα και άλογη ψυχή, όχι όμως και ανθρώπινο νου, γιατί αυτό θα σήμαινε την τελειότητα (ακεραιότητα) της ανθρώπινης φύσεως. Ο Απολινάριος θεωρούσε πως ο Χριστός για την σωτηρία του ανθρώπου είναι ανάγκη να είναι τέλειος Θεός. Για να είναι λοιπόν δυνατή η πλήρης ένωση στον Ένα Χριστό, δίδασκε ότι ο Λόγος του Θεού δεν έλαβε κατά την Ενανθρώπιση τέλεια ανθρώπινη φύση, αλλά μόνο το ανθρώπινο σώμα εμψυχωμένο με ζωική (άλογη) ψυχή και όχι ανθρώπινο νου. Προτιμούσε να χρησιμοποιεί τον όρο «σαρξ», όχι όμως με την βιβλική του σημασία.

Επέμενε στη στενή ένωση Θεού και ανθρώπου στον Χριστό, αλλά η ανθρώπινη φύση Του δεν ήταν πλήρης. Την ένωση Λόγου και σαρκός σε μία φύση την χαρακτήριζε «ένωσιν ουσιώδη», «ένωσιν σύνθετον» και «ένωσιν φυσικήν». Η «κολοβωμένη» ανθρώπινη φύση μετά την ένωση πρέπει να θεωρηθεί ότι απορροφήθηκε και χάθηκε μέσα πιο κόλπους του Λόγου, έτσι ώστε ο Χριστός να μην είναι τέλειος άνθρωπος, αλλά μόνο τέλειος Θεός..

Οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας αυτό «κτίσμα και όχι Θεό, ούτε ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό». Κατά τον Μέγα Βασίλειο οι Πνευματομάχοι θεωρούνταν όχι μόνο ότι θεομαχούσαν κατά του Θεού και του Υιού και ότι χριστομαχούσαν, αλλά και ότι πνευματομαχούσαν..

Στη διδασκαλία του Απολιναρίου και του Μακεδονίου αντέδρασαν από πολύ νωρίς οι Πατέρες της Εκκλησίας και τον καταδίκασαν πολλές φορές. Η οριστική όμως καταδίκη της αιρετικής τους κακοδοξίας έγινε από τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 381 μ.Χ..

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε από τον Μάιο μέχρι το τέλος του Ιουλίου του 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, μετά από πρόσκληση του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου, προς επίλυση θεολογικών και διοικητικών προβλημάτων. Οι εκατόν πενήντα θεοφόροι Πατέρες, που συμμετείχαν σε αυτήν, προέρχονταν από περιοχές, οι οποίες πολιτικά υπάγονταν στη δικαιοδοσία του αυτοκράτορα που τους συγκάλεσε. Επρόκειτο δηλαδή περί Μεγάλης Συνόδου των Επισκόπων του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, η δε αναγνώρισή της ως της Β’ Οικουμενικής έγινε από την Δ+ Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ., η οποία και αποδέχθηκε το Σύμβολον αυτής ως ισοδύναμο και ισόκυρο με αυτό της Νικαίας.

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος απέκτησε μεγάλη σημασία για τον Χριστιανισμό προ πάντων διότι συμπλήρωσε το ιερό Σύμβολον της Πίστεως, αφού δογμάτισε ιδίως την Πνευματολογία της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ως και άλλα άρθρα της πίστεως, και έτσι αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μέγα σταθμό ιδίως στο δογματικό καθορισμό της αρχαίας Εκκλησίας. Η σπουδαιότητα της παρούσης Συνόδου και του Συμβόλου αυτής έγκειται κυρίως στην ολοκλήρωση του Τριαδικού δόγματος, διά της θεσπίσεως της Θεότητος και της «ἐκ τοῦ Πατρὸς» εκπορεύσεως του Πνεύματος, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι παραθεωρείται η σημασία της διδασκαλίας αυτής περί Εκκλησίας, βαπτίσματος, αναστάσεως νεκρών και ζωής αιωνίου.

Αυτή κατά πρώτο και κύριο λόγο διετύπωσε πλατύτερα, πληρέστερα και ακριβέστερα το ιερό Σύμβολον της Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως, το «Πιστεύω», επειδή τα μεν επτά πρώτα άρθρα συντάχθηκαν υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου το 325 μ.Χ., εναντίον της μεγάλης αιρέσεως του Αρειανισμού, που συντάραξε επί μακρόν την Εκκλησία, και η οποία αίρεση αρνιόταν τη Θεότητα του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, τα δε πέντε τελευταία από τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο, εναντίον της Πνευματομαχίας που αρνιόταν τη Θεότητα του Τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος και των άλλων ως άνω αιρέσεων. το ιερόν Σύμβολον της Πίστεως, το «Πιστεύω», απαγγέλεται και καθομολογείται από όλους τους Χριστιανούς ως ομολογία πίστεως, ως βαπτιστήριο και ως λειτουργικό κείμενο στη θεία λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία αναγνωρίζει και τιμά αυτό ως έργο των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων.

Εκείνο το οποίο υπογραμμίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης στη Σύνοδο είναι ότι ο Ίδιος ο Κύριος επισυνάπτει το Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό, δεδομένου ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της θείας φύσεως και είναι ζωοποιόν, άγιον, αΐδιον, σοφόν, ευθές, ηγεμονικόν. Αυτή η κοινότητα των Ονομάτων αποδεικνύει ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει στην ενέργεια μεταξύ Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Η ταυτότητα δε της ενέργειας αποδεικνύει το ηνωμένον της φύσεως. Ουδείς επομένως πρέπει να αρνηθεί την μία Θεότητα των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Γι’ αυτό ο ιερός Πατέρας αναγράφει ότι «μία ἐστὶν ἡ ζωὴ ἡμῶν ἡ διὰ τῆς εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα πίστεως παραγινομένη, ἐκ μὲν τοῦ θεοῦ τῶν ὅλων πηγάζουσα, διὰ δὲ τοῦ Υἱοῦ προϊοῦσα, ἐν δὲ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι τελειουμένη». Στην ερώτηση των Πνευματομάχων πως είναι δυνατόν το Πνεύμα να είναι ισότιμο προς τον Πατέρα και τον Υιό, εφ’ όσον ο Πατέρας μεν είναι Δημιουργός, δι’ Υιού δε τα πάντα εδημιουργήθησαν, απαντά ότι πάντα εκτίσθησαν εν Αγίω Πνεύματι και εξαίρει το συναΐδιον και
αχώριστον των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος και υπογραμμίζει ότι εκτός της κατά τάξιν και υπόστασιν διαφοράς «ἐν οὐδενὶ τὸ παρηλλαγμένον καταλαμβάνομεν».

Στο Τυπικό της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης η μνήμη της Συνόδου ετελείτο μαζί με την μνήμη της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου την πρώτη Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού (τιμάται 14 Σεπτεμβρίου). Ως εισηγητής της διπλής αυτής εορτής και ποιητής της Ακολουθίας θεωρείται ο Συμεών Θεσσαλονίκης.

Η/Υ ΠΗΓΗ:
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ Β’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Κανών Α’
Οι άγιοι Πατέρες που συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη όρισαν να μην καταργηθεί η πίστη των τριακοσίων δέκα οκτώ Πατέρων που συνήλθαν στη Νίκαια της Βιθυνίας, αλλά εκείνη να παραμείνει κυρίαρχη και να αναθεματιστεί κάθε αίρεση· ειδικότερα δε αυτή των Ευνομιανών (ή αλλιώς Ευδοξιανών), των Ημιαρείων (ή αλλιώς Πνευματομάχων), των Σαβελλιανών, των Μαρκελλιανών, των Φωτεινιανών και των Απολλιναριστών.

Κανών Β’
Οι επίσκοποι που είναι υπεύθυνοι για μια διοίκηση (μεγάλη περιφέρεια) να μην επεκτείνονται σε εκκλησίες εκτός των ορίων τους, ούτε να προκαλούν σύγχυση στις εκκλησίες. Αλλά, σύμφωνα με τους κανόνες, ο επίσκοπος Αλεξανδρείας να διοικεί μόνο τα ζητήματα της Αιγύπτου, οι επίσκοποι της Ανατολής να διοικούν μόνο την Ανατολή (διατηρουμένων των πρωτείων που δόθηκαν στην εκκλησία της Αντιοχείας από τους κανόνες της Νίκαιας), οι επίσκοποι της διοίκησης της Ασίας να διοικούν μόνο τα της Ασίας, της Ποντικής μόνο τα της Ποντικής και της Θράκης μόνο τα της Θρακικής. Επίσκοποι χωρίς πρόσκληση να μην υπερβαίνουν τα όρια της διοίκησής τους για χειροτονία ή για άλλες εκκλησιαστικές διοικητικές πράξεις. Εφόσον τηρείται ο παραπάνω κανόνας για τις διοικήσεις, είναι φανερό ότι η σύνοδος της κάθε επαρχίας θα διοικεί τα ζητήματα της επαρχίας της, σύμφωνα με όσα ορίστηκαν στη Νίκαια. Οι εκκλησίες του Θεού που βρίσκονται σε βαρβαρικά έθνη πρέπει να διοικούνται σύμφωνα με τη συνήθεια που επικράτησε από την εποχή των Πατέρων.

Κανών Γ’
Ο επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης να έχει τα πρωτεία τιμής μετά τον επίσκοπο της Ρώμης, επειδή αυτή (η Κωνσταντινούπολη) είναι η Νέα Ρώμη.

Κανών Δ’
Σχετικά με τον Μάξιμο τον Κυνικό και την αναταραχή που προκλήθηκε εξαιτίας του στην Κωνσταντινούπολη, ορίζεται: ούτε ο Μάξιμος έγινε ή είναι επίσκοπος, ούτε όσοι χειροτονήθηκαν από αυτόν ανήκουν σε οποιονδήποτε βαθμό του κλήρου· όλες οι πράξεις που αφορούν αυτόν και όσες έγιναν από αυτόν ακυρώνονται.

Κανών Ε’
Σχετικά με τον «Τόμο των Δυτικών», αποδεχθήκαμε και εκείνους στην Αντιόχεια που ομολογούν μία Θεότητα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Κανών ΣΤ’
Επειδή πολλοί, θέλοντας να ταράξουν την εκκλησιαστική τάξη, επινοούν με εμπάθεια και συκοφαντία κατηγορίες εναντίον των ορθοδόξων επισκόπων που διοικούν τις εκκλησίες, προσπαθώντας μόνο να κηλιδώσουν την υπόληψη των ιερέων και να προκαλέσουν ταραχές στους λαούς που ειρηνεύουν, η αγία σύνοδος αποφάσισε: να μη γίνονται δεκτοί οι κατήγοροι χωρίς εξέταση, ούτε να επιτρέπεται σε όλους να κατηγορούν τους διοικούντες την εκκλησία, αλλά ούτε και να αποκλείονται όλοι. Αν κάποιος φέρει προσωπική καταγγελία κατά επισκόπου (π.χ. ότι αδικήθηκε οικονομικά ή άλλως), σε τέτοιες περιπτώσεις να μην εξετάζεται ούτε το πρόσωπο ούτε η θρησκεία του κατηγόρου, διότι πρέπει με κάθε τρόπο η συνείδηση του επισκόπου να είναι καθαρή και ο αδικημένος να βρίσκει το δίκιο του, όποια θρησκεία και αν πρεσβεύει.

Αν όμως το κατηγορητήριο είναι εκκλησιαστικό, τότε πρέπει να ελέγχεται η ιδιότητα των κατηγόρων. Πρώτον, να μην επιτρέπεται σε αιρετικούς να κατηγορούν ορθόδοξους επισκόπους για εκκλησιαστικά θέματα. (Αιρετικούς θεωρούμε όσους η Εκκλησία απέκλεισε παλαιότερα, όσους αναθεματίστηκαν αργότερα από εμάς, καθώς και εκείνους που υποκρίνονται ότι ομολογούν την υγιή πίστη, αλλά έχουν αποσχιστεί και δημιουργούν δικές τους συνάξεις, αντίθετα με τους κανονικούς μας επισκόπους). Επίσης, αν κάποιοι έχουν ήδη καταδικαστεί ή αποβληθεί από την Εκκλησία ή είναι ακοινώνητοι (είτε κληρικοί είτε λαϊκοί), δεν επιτρέπεται να κατηγορήσουν επίσκοπο προτού καθαρίσουν το δικό τους παράπτωμα. Το ίδιο ισχύει και για όσους τελούν υπό προηγούμενη κατηγορία.

Αν όμως οι κατήγοροι δεν είναι ούτε αιρετικοί, ούτε ακοινώνητοι, ούτε κατάδικοι, αλλά ισχυρίζονται ότι έχουν εκκλησιαστική κατηγορία, η σύνοδος προστάζει: πρώτα να καταθέτουν τις κατηγορίες ενώπιον όλων των επισκόπων της επαρχίας. Αν οι επίσκοποι της επαρχίας αδυνατούν να διορθώσουν το ζήτημα, τότε να προσφεύγουν στη μείζονα σύνοδο των επισκόπων της διοίκησης εκείνης. Η κατηγορία δεν θα προχωρά, αν οι κατήγοροι δεν υπογράψουν εγγράφως ότι δέχονται την ίδια ποινή, σε περίπτωση που κατά την εξέταση αποδειχθεί ότι συκοφαντούν τον επίσκοπο. Αν κάποιος περιφρονήσει αυτά και τολμήσει να ενοχλήσει τον Αυτοκράτορα ή τα κοσμικά δικαστήρια ή να ταράξει Οικουμενική Σύνοδο υποτιμώντας τους επισκόπους της διοίκησης, αυτός να μη γίνεται καθόλου δεκτός ως κατήγορος, επειδή προσέβαλε τους κανόνες και έβλαψε την εκκλησιαστική ευταξία.

Κανών Ζ’
Εκείνους που προσέρχονται στην Ορθοδοξία από τις αιρέσεις, τους δεχόμαστε ως εξής: Τους Αρειανούς, Μακεδονιανούς, Σαββατιανούς, Ναυατιανούς (που αυτοαποκαλούνται Καθαροί), τους Τεσσαρεσκαιδεκατίτες και τους Απολλινάριστες, τους δεχόμαστε αφού καταθέσουν έγγραφη ομολογία (λιβέλλους) και αναθεματίσουν κάθε αίρεση που δεν φρονεί όσα η αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία. Τους σφραγίζουμε με το άγιο μύρο στο μέτωπο, τα μάτια, τη μύτη, το στόμα και τα αυτιά, λέγοντας: «Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου».

Τους Ευνομιανούς (που βαπτίζονται με μία κατάδυση), τους Μοντανιστές (τους λεγόμενους Φρύγες), τους Σαβελλιανούς (που διδάσκουν την υιοπατορία) και όλες τις άλλες αιρέσεις, τους δεχόμαστε ως Έλληνες (ειδωλολάτρες). Την πρώτη μέρα τους κάνουμε Χριστιανούς, τη δεύτερη κατηχούμενους, την τρίτη τους εξορκίζουμε (φυσώντας τρεις φορές στο πρόσωπο και τα αυτιά) και αφού παραμείνουν καιρό στην εκκλησία ακούγοντας τις Γραφές, τότε τους βαπτίζουμε.

Κανών Η’
(Συνοπτική επεξήγηση του Ζ’): Οι Ευνομιανοί που βαπτίζονται με μία κατάδυση, οι Σαβελλιανοί και οι Φρύγες, να γίνονται δεκτοί ως Έλληνες. Αυτοί και βαπτίζονται και χρίονται, επειδή γίνονται δεκτοί ως ειδωλολάτρες, και κατηχούνται για ικανό διάστημα πριν το βάπτισμα ακούγοντας τις θείες Γραφές.

***

ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ Β’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Κανών Α’
Ώρισαν οι εν Κωνσταντινουπόλει συνελθόντες άγιοι Πατέρες, μη αθετείσθαι την πίστιν των Πατέρων των τριακοσίων δέκα οκτώ, των εν Νικαία της Βιθυνίας συνελθόντων· αλλά μένειν εκείνην κυρίαν, και αναθεματισθήναι πάσαν αίρεσιν και ειδικώς την των Ευνομιανών, είτ’ ουν Ευδοξιανών, και την των Ημιαρείων, είτ’ ουν Πνευματομάχων, και την των Σαβελλιανών,και την των Μαρκελλιανών, και την των Φωτεινιανών, και την των Απολλιναριστών.

Κανών Β’
Τούς υπέρ διοίκησιν επισκόπους ταις υπερορίοις εκκλησίαις μη επιέναι, μηδέ συγχέειν τας εκκλησίας· αλλά κατά τους κανόνας, τον μεν Αλεξανδρείας επίσκοπον, τα εν Αιγύπτω μόνον οικονομείν· τους δε της Ανατολής επισκόπους, την Ανατολήν μόνην διοικείν· φυλαττομένων των εν τοις κανόσι τοις κατά Νίκαιαν πρεσβείων τη Αντιοχέων εκκλησία· και τους της Ασιανής διοικήσεως επισκόπους, τα κατά την Ασιανήν μόνον διοικείν· και τους της Ποντικής, τα της Ποντικής μόνον και τους της Θράκης τα της Θρακικής μόνον οικονομείν. Ακλήτους δε επισκόπους υπέρ διοίκησιν μη επιβαίνειν επί χειροτονία, ή τισιν άλλαις οικονομίαις εκκλησιαστικαίς. Φυλαττομένου δε του προγεγραμμένου περί των διοικήσεων κανόνος, εύδηλον ως τα καθ’ εκάστην επαρχίαν η της επαρχίας σύνοδος διοικήσει, κατά τα εν Νικαία ωρισμένα. Τάς δε εν τοις βαρβαρικοίς έθνεσι του Θεού εκκλησίας, οικονομείσθαι χρή κατά την κρατήσασαν συνήθειαν των Πατέρων.

Κανών Γ’
Τον μεν τον Κωνσταντινουπόλεως επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της ώμης επίσκοπον, δια το είναι αυτήν νέαν ώμην.

Κανών Δ’
Περί Μαξίμου του Κυνικού, και της κατ’ αυτόν αταξίας της εν Κωνσταντινουπόλει γενομένης ώστε μήτε Μάξιμον επίσκοπον ή γενέσθαι, ή είναι, μήτε τους παρ’ αυτού χειροτονηθέντας, εν οιωδήποτε βαθμώ κλήρου· πάντων και των περί αυτόν, και των παρ’ αυτού γενομένων ακυρωθέντων.

Κανών Ε’
Περί του τόμου των δυτικών, και τους εν Αντιοχεία απεδεξάμεθα, τους μίαν ομολογούντας Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος Θεότητα.

Κανών ΣΤ’
Επειδή πολλοί την εκκλησιαστικήν ευταξίαν συγχείν και ανατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως και συκοφαντικώς αιτίας τινάς κατά των οικονομούντων τας εκκλησίας ορθοδόξων επισκόπων συμπλάσσουσιν, ουδέν έτερον, ή χραίνειν τας των ιερέων υπολήψεις, και ταραχάς των ειρηνευόντων λαών κατάσκευάζειν επιχειρούντες τούτου ένεκεν ήρεσε τη αγία συνόδω των εν Κωνσταντινουπόλει συνδραμόντων επισκόπων, μη ανεξετάστως προσίεσθαι τους κατηγόρους, μηδέ πάσιν επιτρέπειν τας κατηγορίας ποιείσθαι κατά των οικονομούντων τας εκκλησίας, μηδέ μην πάντας αποκλείειν. Αλλ’ ει μεν τις οικείαν τινά μέμψιν, τουτέστιν ιδιωτικήν, επαγάγοι τω επισκόπω ως πλεονεκτηθείς, ή άλλο τι παρά το δίκαιον παρ’ αυτού πεπονθώς, επί των τοιούτων κατηγοριών μη εξετάζεσθαι, μήτε πρόσωπον του κατηγόρου, μήτε την θρησκείαν.

Χρή γαρ παντί τρόπω, το τε συνειδός του επισκόπου ελεύθερον είναι, και τον αδικείσθαι λέγοντα, οίας αν ή θρησκείας, των δικαίων τυγχάνειν. Ει δε εκκλησιαστικόν είη το επιφερόμενον έγκλημα τω επισκόπω, τότε δοκιμάζεσθαι χρή των κατηγορούντων τα πρόσωπα· ίνα, πρώτον μεν αιρετικοίς μη εξή κατηγορίας κατά των ορθοδόξων επισκόπων υπέρ εκκλησιαστικών πραγμάτων ποιείσθαι. Αιρετικούς δε λέγομεν, τους τε πάλαι της εκκλησίας αποκηρυχθέντας, και τους μετά ταύτα υφ’ ημών αναθεματισθέντας· προς δε τούτοις, και τους την πίστιν μεν την υγιή προσποιουμένους ομολογείν, αποσχίσαντας δε, και αντισυνάγοντας τοις κανονικοίς ημών επισκόποις. Έπειτα δε, και ει τινες των από της εκκλησίας επί αιτίαις τισί προκατεγνωσμένοι είεν και αποβεβλημένοι, ή ακοινώνητοι, είτε από κλήρου, είτε από λαϊκού τάγματος, μηδέ τούτοις εξείναι κατηγορείν επισκόπου, πριν αν το οικείον έγκλημα πρότερον αποδύσωνται. Ομοίως δε και τους υπό κατηγορίαν προλαβούσαν όντας, μη πρότερον είναι δεκτούς εις επισκόπου κατηγορίαν, ή ετέρων κληρικών, πριν αν αθώους εαυτούς των επαχθέντων αυτοίς αποδείξωσιν εγκλημάτων. Ει μέντοι τινές μήτε αιρετικοί, μήτε ακοινώνητοι είεν, μήτε κατεγνωσμένοι, ή προκατηγορημένοι επί τισι πλημμελήμασι, λέγοιεν δε έχειν τινά εκκλησιαστικήν κατά του επισκόπου κατηγορίαν, τούτους κελεύει η αγία σύνοδος, πρώτον μεν επί των της επαρχίας πάντων επισκόπων ενίστασθαι τας κατηγορίας, και επ’ αυτών ελέγχειν τα εγκλήματα του εν αιτίαις τισίν επισκόπου· ει δε συμβαίη αδυνατήσαι τους επαρχιώτας προς διόρθωσιν των επιφερομένων εγκλημάτων τω επισκόπω, τότε αυτούς προσιέναι μείζονι συνόδω, των της διοικήσεως εκείνης επισκόπων υπέρ της αιτίας ταύτης συγκαλουμένων· και μη πρότερον ενίστασθαι την κατηγορίαν, πριν ή εγγράφως αυτούς τον ίσον αυτοίς επιτιμήσασθαι κίνδυνον, είπερ εν τη των πραγμάτων εξετάσει συκοφαντούντες τον κατηγορούμενον επίσκοπον ελεγχθείεν. Ει δε τις καταφρονήσας των κατά τα προδηλωθέντα δεδογμένων, τολμήσειεν ή βασιλικάς ενοχλείν ακοάς, ή κοσμικών αρχόντων δικαστήρια, ή οικουμενικήν σύνοδον ταράσσειν, πάντας ατιμάσας τους της διοικήσεως επισκόπους, τον τοιούτον το παράπαν εις κατηγορίαν μη είναι δεκτόν, ως καθυβρίσαντα τους κανόνας, και την εκκλησιαστικήν λυμηνάμενον ευταξίαν.

Κανών Ζ’
Τούς προστιθεμένους τη ορθοδοξία, και τη μερίδι των σωζομένων, από αιρετικών, δεχόμεθα κατά την υποτεταγμένην ακολουθίαν, και συνήθειαν. Αρειανούς μεν, και Μακεδονιανούς, και Σαββατιανούς, και Ναυατιανούς, τους λέγοντας εαυτούς Καθαρούς και Αριστερούς, και τους Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, είτουν Τετραδίτας, και Απολλιναριστάς, δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, και αναθεματίζοντας πάσαν αίρεσιν, μη φρονούσαν, ως φρονεί η αγία του Θεού καθολική και αποστολική εκκλησία, και σφραγιζομένους, ήτοι χριομένους, πρώτον τω αγίω μύρω το τε μέτωπον, και τους οφθαλμούς και τας ρίνας, και το στόμα, και τα ώτα· και σφραγίζοντες αυτούς, λέγομεν· Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου. Ευνομιανούς μέντοι τους εις μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, και Μοντανιστάς, τους ενταύθα λεγομένους Φρύγας, και Σαβελλιανούς, τους υιοπατορίαν διδάσκοντας, και έτερά τινα και χαλεπά ποιούντας, και τας άλλας πάσας αιρέσεις· (επειδή πολλοί εισιν ενταύθα, μάλιστα οι από των Γαλατών χώρας ορμώμενοι), πάντας τους υπ’ αυτών θέλοντας προστίθεσθαι τη ορθοδοξία, ως Έλληνα δεχόμεθα· και την πρώτην ημέραν ποιούμεν αυτούς Χριστιανούς, την δε δευτέραν κατηχουμένους· είτα τη τρίτη εξορκίζομεν αυτούς, μετά του εμφυσάν τρίτον εις το πρόσωπον, και εις τα ώτα, και ούτω κατηχούμεν αυτούς, και ποιούμεν χρονίζειν εις την εκκλησίαν, και ακροάσθαι των γραφών, και τότε αυτούς βαπτίζομεν.

Κανών Η’
Αριστ. Οι καταδύσει μια βαπτιζόμενοι Ευνομιανοί, Σαβελλιανοί, και Φρύγες, ως Έλληνες δεχέσθωσαν. Ούτοι και βαπτίζονται, και χρίονται, ότι ως Έλληνες παραδέχονται· και καιρόν ικανόν προ του βαπτίσματος κατηχούνται, και των θείων γραφών ακροώνται.

Ασματική Ακολουθία εις τιμήν και μνήμην της Αγίας Β’ Οικουνενικής συνόδου – Γερασίμου Μον. Μικραγιαννανίτου.rar

Παράβαλε και:
22 Μαϊου, μνήμη και του Νέου Οσιομάρτυρος Παύλου, του εν Τριπόλει αθλήσαντος: Βίος, σύγχρονα θαύματα.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Ιερές Ακολουθίες, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.