Στη Θήβα της νοσταλγίας (Α’) – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου .

Ο ήλιος έλουζε με το φως και τη θερμότητά του την απλωταριά. Μία πάνινη πολυθρόνα περίμενε να αναπαύσει τον πρωταθλητή της εγρήγορσης. Βγήκαν από το ναό και ο παπα – Ιωσήφ και οι άλλοι πατέρες. Σαν τις μέλισσες τριγύριζαν γύρω από μία καρδιά που ήταν κερήθρα.
Πλησίασα διστακτικά το μελίσσι. Ο παπα – Εφραίμ κατάλαβε τη λαχτάρα που έφτασε και έσπρωχνε το λόγο, για να εκφραστεί. Μειδίασε κα με την ιδιαίτερη γλυκιά προφορά του είπε στον παππού:
«Γέροντα, πείτε κάτι».
«Έ, τί να πω εγώ», ακούστηκε μια φωνούλα που δύσκολα ξεφεύγει από την ακοή της ψυχής, δύσκολα σβήνει από τη μνήμη της καρδιάς. «Τί να πω εγώ»! Και το εγώ να έστυβες, ταπείνωση θα έβγαζε.
Τώρα, σκέφτηκα, χρειάζεται θάρρος, θράσος. Δεν ξέρω. Είτε το ένα, είτε το άλλο πρέπει οπωσδήποτε να χτυπήσουν τη θύρα της αγάπης. Μόνο αυτή τα καταφέρνει με την ταπείνωση.
«Γέροντα, πείτε μας κάτι. Πείτε μας για τα παιδικά σας χρόνια στη Θήβα».
Παραφωνία ο λόγος μου μέσα στη συμφωνία της χαράδρας των Κατουνακίων. Τον είχα ζυμώσει με το αδιάκριτο θάρρος μου, με το τολμηρό θράσος μου και τον ύπουλο δόλο. Αγαπάει ο γέροντας πολύ τον τόπο του, την πατρίδα του. Είναι σίγουρο ότι κάτι θα πει.
Όταν ο παππούς άκουσε τη Θήβα, άφησε να απλωθεί στο φωτισμένο πρόσωπο ένα χαμόγελο παιδικό. Ήσουν βέβαιος ότι τη στιγμή εκείνη με την ταχύτητα της ψυχής ήταν στη Θήβα, συναντούσε πρόσωπα, περπατούσε στους δρόμους, προσκυνούσε στις εκκλησίες.
«Η Θήβα», είπε ο παππούς και σταμάτησε, λες και ήθελε να πάρει ανάσα από το ταξίδι του…
Εάν ήμουν ζωγράφος, θα έπαιρνα χρώματα από τη χροιά της φωνής του και θα έφτιαχνα το πορτραίτο της νοσταλγίας.
«Τί να πρωτοπώ για τον τόπο αυτόν τον ευλογημένο, το φιλόξενο, τον ιστορικό, το μαρτυρικό, τον άγιο!», συνέχισε ο γέροντας.

Κάτω από το βλέμμα του παππού.

«Ο παππούς μου, ο πατέρας του πατέρα μου ήταν ιερέας του Υψίστου, ο παπα – Νικήτας, σεβάσμιος και επιβλητικός σαν τον Αβραάμ. Λιγομίλητος με βλέμμα αετίσιο. Χωρατά δε σήκωνε. Αυστηρός πολύ ήταν. Και με τη γιαγιά την πρεσβυτέρα και με τα παιδιά και τα εγγόνια. Ήταν πρώτα αυστηρός με τον εαυτό του και μετά με τους άλλους. Έζησαν βλέπεις σκληρή ζωή, δύσκολη, γεμάτη πίκρες, πόνους, στερήσεις, αγωνίες. Ο παππούς είχε τέσσερις γιους και δύο θυγατέρες. Ποτέ δεν τόλμησαν να τον κοιτάξουν στα μάτια. Με χαμηλωμένο βλέμμα και κατακόκκινο πρόσωπο στέκονταν μπροστά του, όταν τους μιλούσε. Ρομφαία, παιδί μου, η ματιά του. σαν αστραπή έπεφτε πάνω σου.
Αυτός που όλοι τον φοβόμαστε και τρέμαμε στο λόγο του και στο βλέμμα του, φοβόταν τον Θεό. Δεν είχε ο παππούς κάποιον να του δείξει τα πνευματικά. Ούτε βιβλία, ούτε πνευματικούς. Ό,τι είχε ακούσει απ’ τους παλαιούς, να πούμε, και απ’ αυτά λίγα ήταν ίσια και τα περισσότερα στραβά. Μόνος δάσκαλος το Ευαγγέλιο, οι φυλλάδες στην Εκκλησία και ο φόβος της κρίσης στη συνείδηση, «Ο φόβος του Θεού είναι αρχή της αρετής και παιδί της πίστεως», λέει ο αββάς Ισαάκ. Προσευχόταν με δάκρυα ο παππούς, λειτουργούσε με συντριβή. Όταν ήταν να λειτουργήσει, σηκωνόταν μεσάνυχτα. Άναβε τη λάμπα του πετρελαίου και καθόταν στο τραπέζι, κρατώντας με τα δύο χέρια το κεφάλι του. Σαν τον Άτλαντα ήταν, τρόπον τινά, που σήκωνε τη γη. Έτσι τουλάχιστον τον έβλεπαν τα παιδικά μας μάτια. Εκεί έκανε την υψηλότερη και δυσκολότερη εργασία. Σκεφτόταν τις αμαρτίες του.
«Πλάγιασε, είναι νωρίς ακόμα, τί σηκώθηκες μες το κρύο;» του έλεγε η γιαγιά.
«Δουλειά σου εσύ, παπαδιά. Τί θέλεις, να σηκωθώ πριν τη Λειτουργία; Πώς θα το κάνουμε, από το σεντόνι στο φελόνι;»
Άλλες φορές αυτός ο γίγαντας έκλαιγε σα μικρό παιδί..
«Μην κάνεις έτσι παπά, θα πάθεις τίποτα, γέρος άνθρωπος είσαι».
«Δουλειά σου, παπαδιά. Εσύ θα σηκωθείς, θα ζυμώσεις, θα φέρεις νερό, θα μαγειρέψεις, θα πλέξεις, θα μαζέψεις τα παιδιά. Εγώ που θα σφάξω με τα χέρια μου τον Χριστό, και θα τον κομματιάσω… Τί να πω; Πώς να μην κλάψω; Απορώ, πώς κρατά ο Θεός την καρδιά του παπά και δε σπάει σα σταμνί, την ώρα που σηκώνει τα Άγια στα χέρια του. Άσε με, άσε με παπαδιά. Μη μου μιλάς, όταν παλεύω με τις αμαρτίες μου…».
Μετά το μικρό αυτό κήρυγμα σταυροκοπιόταν πολλές φορές και έλεγε:
«Χίλιες οι δόξες Σου, Χριστέ μου. Χίλιες οι δόξες Σου…»
Αυστηρά έλεγε σε παιδιά και εγγόνια:
«Προσέξτε, προσέξτε πως και που μιλάτε, πώς κοιτάτε, πως περπατάτε, γιατί το ράσο μου είναι βαρύ. Μην το κάνετε βαρύτερο…».
Την αυστηρότητα ο πατέρας μου από τον παππού μου την κληρονόμησε. Έτσι είναι αυτά. Το παιδί δεν κληρονομεί μόνο τα κτήματα και τα σπίτια. Παίρνει και από τον τρόπο και από το λόγο και από τις συνήθειες. Να σου πω, παίρνει και από τις αρετές και από τα πάθη. Εδώ είναι ο αγώνας. Αν πήρες πάθος, να πούμε, να το μαράνεις˙ αν πήρες αρετή, να την κρατήσεις, να την καλλιεργήσεις, να την αυξήσεις. Πάντως, και ο παππούς και ο πατέρας, ο κυρ – Γιάννης, χωρίς να το καταλάβουν έγιναν διδάσκαλοί μας στην προσοχή. Μεγάλο πράγμα η προσοχή, παιδί μου. Αφού το λέει και ο αββάς Ποιμήν: «Η επαγρύπνηση και η προσοχή στον εαυτό μας και η διάκριση, αυτές οι τρεις αρετές, είναι οδηγοί της ψυχής». Αυτά που μας έλεγαν, τα διάβασα μέσα στο Γεροντικό και στους Πατέρες.
Ο παππούς καταγόταν από το Σύρτζι. Ο πατέρας του ήταν και αυτός παπάς. Όταν τον έστειλαν στο Αμπελοχώρι, φόρτωσε όλο το βιος του στο μουλάρι, πήρε τη γιαγιά, τα παιδιά, και ξεκίνησαν.
«Τώρα, πού πάμε, παπά μου;», ρωτούσε συνέχεια η γιαγιά. Της φαινόταν μεγάλο το ταξίδι. Μήπως είχαν πάει και πουθενά τότες οι άνθρωποι; Γερνούσαν, έφταναν ενενήντα – ενενήντα πέντε ετών και ούτε το διπλανό χωριό δεν ήξεραν. Η κυρά παπαδιά γυναίκα ήταν, παιδιά είχε, και φοβόταν η καημένη.
«Όπου μας στέλνει η Εκκλησία, παπαδιά. Και όταν σε στέλνει η Εκκλησία, ο Χριστός σε στέλνει», απαντούσε βαριά και κοφτά ο παππούς.
Πού να ξαναμιλήσει η γιαγιά. Ο λόγος του έπεφτε σαν κανόνας Οικουμενικής Συνόδου μέσα στο σπίτι. Δε σήκωνε αντίρρηση, αμφισβήτηση, αντιλογία. Αν ήταν ηγούμενος σε λαύρα με χίλιους μοναχούς, ούτε κουνούπι δεν θα τολμούσε να κάνει ανυπακοή.
Όταν πλησίαζαν στο χωριό, τους είδαν οι Αμπελοχωρίτες και είπαν στα αρβανίτικα:
«Βίννινν μέτα οβγίτετ»! Δηλαδή, «έρχονται πάλι γύφτοι».
Όταν έφτασαν, έτρεξαν οι άνθρωποι να τους υποδεχθούν, να τους βοηθήσουν και του παπά το χέρι να φιλήσουν.
«Συγχώρα μας, παπά, για γύφτους σας περάσαμε. Κύριε ελέησον! Τον παπά μας γύφτο τον είπαμε».
Ουυυ!!! Χαρά που έκαναν που ήρθε παπάς! Υπήρχαν χωριά που είχαν χρόνια να δουν ράσο. Για χαρές καλούσαν κάποιον από τα γύρω μέρη. Αν όμως έφευγε κανένας χριστιανός για το μεγάλο ταξίδι, πού να τρέξεις μες στο χιονιά και το λιοπύρι να βρεις; Ούτε εξομολόγησε, ούτε θεία Κοινωνία. Έφευγαν οι άνθρωποι ανεξομολόγητοι, ακοινώνητοι και αδιάβαστοι. Αφού οι παλαιοί στα μέρη μου έλεγαν˙ «Είδα τον παπά μου και αγάλλιασε η καρδιά μου». Ήταν η παρουσία του ιερέως τρόπον τινά, ευλογία και προνόμιο για τον τόπο.
Στο Αμπελοχώρι του μόχθου.
Ξέρεις, στο χωριό μου οι άνθρωποι απλοί, φτωχοί, μεροκαματιάρηδες ήταν. Με τη γη πάλευαν, με κανένα αμπέλι και τα ζωάκια τους. Αμπελοσάλεσι τον έλεγαν πρώτα τον τόπο μου, γιατί, όταν ήταν οι Τούρκοι εδώ, όλα τα κτήματα ήταν του Σαλή αγά. Πλούσιος γαιοκτήμονας και σκληρός κατακτητής. Τι να σας πω. Τους θυμάμαι όλους τους συμπατριώτες και κλαίω».
Τα μάτια του γέροντα τρέχουν, σαν τις κρήνες της αρχαίας Θήβας. Η στιγμή είναι αγία και η ιερότητά της υπαγορεύει τη σιωπή. Το δέος θερμαίνει τις ψυχές και παγώνει τις κινήσεις.
«Δε μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου», συνέχισε. Τους φέρνω στη μνήμη, τους μαζεύω γύρω μου στην προσευχή, τους μνημονεύω στη Λειτουργία. Προσωπάκια ηλιοκαμένα, χέρια κουρασμένα, πληγιασμένα. Μες στον κάμπο όλη μέρα. Ο κάμπος του τόπου μας ήταν, ένα μεγάλο κομμάτι του, λίμνη. Ενθυμούμαι, λοιπόν, μία ιστορία που μας έλεγε ο παππούς μας ο παπάς, για την Κωπαΐδα. Τον παλιό καιρό η λίμνη ήταν κάμπος στεγνός, γιατί όλα τα νερά έπεφταν σε καταβόθρες. Όλον τον κάμπο τον όριζε ένας γέροντας βασιλιάς, σοφός και δίκαιος άνθρωπος. Είχε κοπάδια πολλά και διακόσια κεφαλοχώρια, εκεί που μετά έγιναν βάλτοι και βουρκόνερα. Όταν αισθάνθηκε πως η ώρα για την αναχώρησή του πλησιάζει, μοίρασε όλη την περιουσία στους δύο του γιους. Όταν βλέπεις το θάνατο να έρχεται, νιώθεις, να πούμε, όσα θεωρούσες ότι έχουν αξία σαν ένα τίποτα. Ο γέρο – βασιλιάς έδωκε στο ένα παιδί τα χωράφια και στο άλλο τα ζωντανά. Μετά από καιρό πλάκωσε παγωνιά, έπεσε χιόνι πολύ. Βλέπεις στη Θήβα είναι να μη πιάσει η κακοκαιρία˙ άμα πιάσει δεν ξέρεις που να φυλαχθείς. Έτσι ψόφησαν όλα τα ζωντανά. Το ένα βασιλόπουλο έχασε τα κοπάδια του. Όλη την περιουσία του. Σηκώνεται και πάει στον αδελφό του.
«Δώσε μου, σε παρακαλώ, δύο στρέμματα για να ζήσω και εγώ» του λέει.
«Το μερίδιό σου το πήρες. Δε σου χρωστάω τίποτα» του απαντά ο άλλος και τον διώχνει.
Η σκληρότητα, όμως, του ενός γέννησε την εκδίκηση στο λογισμό του άλλου.
«Τώρα θα δεις εσύ» σκέφτηκε.
Πήγε, λοιπόν, και βούλωσε κρυφά όλες τις καταβόθρες. Όταν άρχισαν το χειμώνα, οι βροχές και τα χιόνια, τα νερά δεν έβρισκαν δρόμο να φύγουν, η λίμνη ξεχείλισε και τα χωράφια χάθηκαν και τα χωριά βυθίστηκαν. Ήθελε ο παππούς να μας διδάξει τη ζημία που προκαλεί, τρόπον τινά, η ασπλαχνία και η εκδίκηση. Και αδέρφια μπορούν να χωρίσουν. Τόση δύναμη έχουν.
Έτσι, οι συμπατριώτες μου σε αυτόν τον τόπο πάλευαν με τη βροχή, τη λάσπη, το ξεροβόρι, τα χιόνια, την υγρασία, τον καύσωνα. Ανάμεσά τους γεννήθηκα στις 6 Δεκεμβρίου του 1912, ανήμερα του αγίου Νικολάου, μεγάλη η χάρη του».
Το όνομα του αγίου, όταν ακούστηκε, κίνησε ευλαβικά το χέρι του παππού και σχημάτισε το σημείο του σταυρού.
«Όλους τους έχω στην καρδιά μου», είπε και χτύπησε το στήθος που έκρυβε επιμελώς τους ουράνιους θησαυρούς.
«Και εκείνοι που έφυγαν στο έλεος του Χριστού να αναπαύονται και να χαίρονται και αυτούς που ακόμη αγωνίζονται η Παναγία να τους σκεπάζει, να τους προστατεύει, να τους χαριτώνει, να τους παρέχει όσα χρειάζονται».
Ο πατέρας μου, όταν η μητέρα μου με είχε στα σπλάχνα της, έφυγε για το μέτωπο. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση και οι Θηβαίοι επήγαν στη Χαλκίδα να καταταχθούν στο 3ο Πεζικό Σύνταγμα. Τι πέρασαν οι άνθρωποι…».
Δεν πρόλαβαν τα δάκρυα του γέροντα να στεγνώσουν και οι βρύσες των οφθαλμών πάλι άνοιξαν. Βλέπεις, το Πάθος του Χριστού και τα πάθια και οι καημοί των ανθρώπων αγγίζουν τις ευαίσθητες και μελωδικές χορδές των καθαρών ψυχών. Ο γέροντας έφερε πάλι την πετσέτα στο πρόσωπό του. Η λευκότητά της, μετά τα δάκρυα της Λειτουργίας μάζευε τώρα και τις στάλες της συγκίνησης από την πηγή της μνήμης.

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Γενικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.