Με αγίους και ήρωες.
Πήρε βαθιά ανάσα, αναστέναξε και συνέχισε:
«Εμείς, παιδιά που είμαστε, μεγαλώσαμε με ιστορίες για την πατρίδα και τους βίους των αγίων. Θυμάμαι, μας έλεγαν για τον ανθυπολοχαγό του πυροβολικού Αλέξανδρο Μερεντίτη. Αυτό το παλικάρι ανέβηκε στη Μακεδονία. Εκεί ένας κομιτατζής τον κατήγγειλε στην Τουρκική χωροφυλακή. Τον πήγαν στη Βασιλεύουσα. Πέρασε στρατοδικείο και τον καταδίκασαν σε θάνατο. Θρήνος στη Θήβα. Η μανούλα του, οι συγγενείς, οι φίλοι, όλη η περιοχή τον έκλαιγε. Βλέπεις, ένας πόνεσε και έτρεχαν όλοι να σηκώσουν λίγο από τον πόνο του. ξεχνούσαν διαφορές, μίση, αντιπάθειες, αντιδικίες. Είδες πώς ενώνει και γιατρεύει η συμφορά; Τι αγρυπνίες έγιναν στα μοναστήρια! Τι παρακλήσεις στους αγίους, τι τάματα! Τι να σας πω. Έβαλε και ο Θεός το χεράκι Του το άγιο, όταν είδε την ενότητα, σκέπασε και η Παναγία, όταν άκουσε τις παρακλήσεις τους. και όταν πήγαιναν το παιδί στην Προύσα για εκτέλεση, ένας Τούρκος στρατιώτης που ήταν Ελληνίδα στην καταγωγή – είδες παιδί μου η ρίζα τι δύναμη έχει; – τον έντυσε χωριάτη με ρούχα ταπεινά – είδες η ταπείνωση που σώζει; – και τον φυγάδευσε στη Σμύρνη και από εκεί με καΐκι στην Ελλάδα.
Θυμάμαι και άλλους στρατιώτες που πολέμησαν στη Μακεδονία. Ο Λουκάς Παπαγεωργίου από το Πυρί, γείτονας των γεροντάδων μου ήταν. Αυτός γύρισε τραυματίας. Αργότερα έμαθα, ήμουν στο Όρος τότες, πως ο γιος του ο Γιώργος έπεσε μαχόμενος για την πατρίδα το 1941 στο οχυρό Ρούπελ. Τους μνημονεύω και τον πατέρα και τον γιο. Αγάπη θυσιαστική, σπάνια αγάπη είχαν για την πατρίδα και πόθο για την ελευθερία της. Να σα πω και για τον Ανδρέα, να δεις πώς τον έλεγαν στο επίθετο… Α, ναι! Τον Χουχούμη. Ταπεινό, φτωχό παιδάκι ήταν. Μπακαλόπαιδο. Σε παντοπωλείο δούλευε. Όταν έμαθε για τις σφαγές στη Μακεδονία, τα παράτησε όλα και ανέβηκε να βοηθήσει. Όταν γύρισε, του εξασφάλισαν τα αδέλφια του εισιτήριο για την Αμερική. Τότες ήταν, να πούμε, η γη της επαγγελίας. Πήγε το παιδί. Δύο χρόνια δούλευε στην κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών. Όταν έμαθε για τον πόλεμο του ’12-13, ξεσηκώθηκε. Δεν τον κρατούσε τίποτα.
Να τι είναι αληθινή αγάπη. Τον κόσμο όλο σε κάνει να φέρεις τούμπα. Αυτό μας λείπει στα πνευματικά. Αν είχα αγάπη για τον Χριστό, υπομονή δε θα έκανα; Υπακοή δε θα έκανα; Κόπους δε θα έκανα; Το σταυρό μου δε θα σήκωνα; Να, γιατί τους ζηλεύω. Γιατί είχαν αληθινή αγάπη. Ο πνευματικός άνθρωπος αγωνίζεται με την αγάπη στο Χριστό για να ρίξει όλη του την ύπαρξη στην αγάπη του Χριστού. Απ’ αυτή ξεκινήσαμε και σ’ αυτήν πηγαίνουμε.
Ο Ανδρέας, λοιπόν, μετά τον πόλεμο ξαναγύρισε στο μπακάλικο. Βλέπεις, ούτε αποζημιώσεις, ούτε θέσεις, ούτε παράσημα ζήτησε. Η αληθινή αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής». Ξέρεις πόσοι άνθρωποι θυσίας, αληθινοί ήρωες, πραγματικοί αγωνιστές, με παράσημα τις πληγές και τα ακρωτηριασμένα μέλη, γύρισαν στα χωράφια τους, στις οικογένειές τους, χωρίς να ζητήσουν, χωρίς να διαφημίσουν, χωρίς να απαιτήσουν κάτι; Είναι και αυτοί που δε γύρισαν. Και στο μικρό χωριό μας πολλά σπίτια μαυροφορέθηκαν.
Όταν επιστρατεύτηκε και έφυγε για το μέτωπο ο πατέρας μου, η μητέρα μου, η κυρά – Βικτωρία, έμεινε πίσω με ένα παιδί δίχρονο στην αγκαλιά, τον Νώντα, και με μένα στην κοιλιά. Η κατάσταση στο σπίτι δύσκολη, λόγω της αυστηρότητας του παππού.
Να σας πω τώρα, γιατί η σκιά του παππού ήταν βαρύτερη και σκληρότερη η συμπεριφορά του ως προς τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου, νέος και ενθουσιώδης και ορμητικός όπως ήταν, είδε τη μητέρα μου, την αγάπησε και επειδή φοβήθηκε πως δεν θα του την έδιναν – βλέπεις ήταν φτωχός – την έκλεψε. Όμως η τιμιότητά του ήταν δυνατότερη από την ορμή της νεότητας. Πήρε το κορίτσι και πήγε κατευθείαν στον πατέρα του.
«Πατέρα, εμείς έχουμε αγάπη. Πονάμε ο ένας για τον άλλο. Θέλουμε, όμως, την ευχή σου και την ευλογία του Θεού. θέλουμε να μας στεφανώσεις».
Άστραψε και βρόντηξε ο παπάς. Έριξε μια ματιά στην καημένη τη μάνα μου, που έτρεμε σαν το ψάρι έξω από το νερό.
«Και πώς θα παρουσιαστείς μπροστά στον Θεό και θα Του ζητήσεις να ευλογήσει τα στέφανα; Πώς θα τολμήσεις χωρίς την ευχή των γονιών σου;»
Δεν περίμενε απόκριση. Φόρεσε το καλυμμαύχι και τους έσπρωξε έξω από το σπίτι. Πότε έφτασαν στο πατρικό της μητέρας μου ούτε που το κατάλαβαν. Και αυτοκίνητο να είχαν τόσο γρήγορα δεν θα έφταναν. Έτσι ο πατέρας μου και η μητέρα μου λαχανιασμένοι και καταϊδρωμένοι, με κομμένη ανάσα, όχι μόνο από το τρέξιμο αλλά και από το κοφτερό βλέμμα του παππού, πήραν την ευχή των σαστισμένων γονιών της νύφης.
Έτσι, η ανησυχητική απουσία του πατέρα μου στο μέτωπό και η βαριά παρουσία του παππού στο σπίτι έφεραν τη μητέρα μου σε απελπισία.
«Τί θα κάνω αν σκοτωθεί ο άνδρας μου στον πόλεμο, με δύο παιδιά, μέσα σε τόση σκληρότητα; Πώς θα ζήσω;» σκέφθηκε.
Στην ομίχλη της απελπισίας.
Βλέπεις, η απελπισία τρυπώνει σαν το φίδι πρώτα στο λογισμό. Ξέρεις πώς την ονομάζει ο άγιος Νεκτάριος; «Μέλαινα θυγατέρα του Άδη»! Μάλιστα, κόρη του Άδη, τη λέει. Γεννήθηκε για να καταστρέψει την ύπαρξη των ανθρώπων και να τους εξαφανίσει από προσώπου της γης. Όπου αντηχήσει το όνομά της, εκεί η φθορά και η καταστροφή ιδρύουν το κράτος τους. Η ερήμωση και ο αφανισμός ακολουθούν τα ίχνη της. Είναι άρνηση των πάντων. Άρνηση της ελπίδας, άρνηση του ουρανού, άρνηση της πρόνοιας και της παντοδυναμίας του Θεού. Τίποτα χειρότερο από την απόγνωση. Μέσα στην απελπισία σου δε βλέπεις τίποτα. Ομίχλη πηχτή.
Έτσι, η μητέρα μου θεώρησε την εγκυμοσύνη της κόλαση. Από το παραθύρι της απογνώσεως να πούμε, μόνο κόλαση βλέπεις. Έκανε βαριές δουλείες χωρίς να είναι προσεχτική. Αλλά όσο και να θέλει ο άνθρωπος, αν δε θέλει ο Θεός, τίποτα δε γίνεται. Όταν πέρασαν τα χρόνια και ήρθα στο καλυβάκι μας, έλεγε η μητέρα μου: «Αυτό το παιδί έλεγα ότι θα είναι η κόλασή μου. Έγινε, όμως με την καλογερική του και την προσευχή του ο παράδεισός μου, η σωτηρία μου».
Έτσι είναι. Η απελπισία μας, η δυσκολία μας, το θέλημά μας, αυτό που προσφέρει ο Θεός, το βλέπουν σαν κόλαση. Μα αυτό που δίνει η αγάπη Του, όσο βαρύ και σκληρό κι αν είναι, για τη σωτηρία μας δόθηκε. Ό,τι δίνει ο Θεός να το δέχεσαι, ό,τι προσφέρει ο διάβολος να το αρνείσαι.
Η γλύκα της αρετής.
Όταν ο πατέρας μου γύρισε από τον πόλεμο, μπήκε στη μάχη της βιοπάλης. Αγωνιζόταν με τη γη. Πάλευε με τα χωράφια. Πάντα κουρασμένος και πολλές φορές πικραμένος, γιατί ο κόπος του αποτέλεσμα δεν είχε. Τότε ένιωσα ότι η καλλιέργεια του ανθρώπου θέλει κόπο, μόχθο και έχει πολλές πίκρες, αλλά και δυνατές εσωτερικές χαρές. Ξέρεις ποιός είναι ο Γεωργός; Ο Χριστός είναι. Εμείς τα χωραφάκια Του είμαστε. Από χώμα δεν είμαστε; Εάν σηκώσεις τον ελαφρό ζυγό Του, εάν πάρεις το σταυρό Του, τότε, τρόπον τινά, καλλιεργείσαι και καρποφορείς. Έχεις γευτεί καρπούς από τα δέντρα των αρετών; Άμα τραφείς από αυτούς, κάθε γεύση σαρκική ή υλική θα σε αηδιάζει, θα σε ανακατεύει μέσα σου, δε θα την αντέχεις. Η γλύκα της αρετής είναι ανώτερη, ασύγκριτη από κάθε άλλη, είναι μοναδική. Το πάθος, να πούμε, χαλασμένη τροφή είναι και γι’ αυτό αρρωσταίνει την ψυχή.
Ξέρεις, ακούμε για τον Χριστό που είναι σπορέας. Να σου πω, όταν το άκουγα ή το διάβαζα στο Ευαγγέλιο, ερχόταν στο λογισμό ο μόχθος και η ταλαιπωρία του πατέρα μου. Αυτός λοιπόν ο σπορέας σπέρνει μαζί με την αγάπη και το έλεός Του, ταπείνωση, άσκηση, προσευχή, συγχωρητικότητα, αγαθότητα, πραότητα. Όλα αυτά είναι τα φάρμακα για να σκοτώσουν, να αφανίσουν στο έδαφος τα ζιζάνια. Σπέρνει και ο διάβολος. Βλέπεις, εμφανίζεται σαν τον Θεό, σου κάνει τον σωτήρα, τον παντοδύναμο, τον πάνσοφο. Κάνει και τον σπορέα, αλλά τί σπέρνει; Κακότητα, φιλονικία, αλαζονεία, οργή, βλασφημία, κατάκριση. Ο Θεός να φυλάξει! Κύριε, ελέησον!
Το ζήμωμα της ψυχής.
Τα πρώτα χρόνια στο χωριό μας ήταν όμορφα, ήσυχα, φτωχά. Η γη μας έτρεφε. Ευλογία Θεού! είχαμε κάθε εποχή τα φρούτα και τα λαχανικά. Αλλά, βρε παιδί μου, το σιτάρι της Θήβας είναι ο πλούτος της. Στο σπίτι ζύμωνε και η γιαγιά και η μάνα μία φορά την εβδομάδα, συνήθως το Σάββατο. Έπιαναν προζύμι με τα σταυρολούλουδα. Πρώτα έβγαζαν από το ζυμάρι τα πρόσφορα για τη Λειτουργία. Βλέπεις, από τον Θεό άρχιζαν οι άνθρωποι. τώρα, από αλλού αρχίζουμε και γι’ αυτό δε φτάνουμε πουθενά και δεν τελειώνουμε τίποτα. Όσο ζύμωναν, ήθελαν ησυχία. Έβαζαν από το τζάκι κάρβουνο σ’ ένα μεγάλο πήλινο θυμιατό. Όποτε και να το έπιανες, ζεστό ήταν, παιδί μου. Έβαζαν το καντήλι στο τραπέζι, έριχναν αλεύρι, έκαναν με το δάχτυλο το σημείο του σταυρού και άρχιζαν με τις προσευχές που ήξεραν. Το «Πάτερ ημών», το «Πιστεύω». Έλεγαν και σκόρπια τροπάρια από την παράκληση της Παναγίας. Πάντα έψελναν το απολυτίκιο της εορτής της Ανάληψης, που είναι ο ναός και γίνεται μεγάλο πανηγύρι στο χωριό, της αγίας Φωτεινής και του αΐ – Γιώργη του μεγαλομάρτυρα, που είχαμε εκκλησάκι του πάνω στο Κούτσι, εκεί που ήταν οι πηγές με άφθονο και δροσερό νεράκι. Ακόμα και τώρα, μόνο το αλεύρι της Θήβας μου κάνει. Τα άλλα δε μου αρέσουν. Ίσως να είναι και η ιδέα μου. Τί να πω…
Στο ζύμωμα θέλαμε και εμείς οι μικροί μερίδιο. Παιχνίδι το βλέπαμε. Κυρίως το χειμώνα, γιατί μόλις άνοιγε ο καιρός, ποιος μας έπιανε. Όταν πιάναμε εμείς το ζυμάρι, μαύρο γινόταν. Τα χεράκια μας μες στο χώμα και τη μουτζούρα ήταν. Έτσι είναι. Αν δεν είναι καθαρή η καρδιά, και κάτι καθαρό να περάσει μέσα της, θα το λερώσει. Αν το μυαλό είναι ακάθαρτο, το φωτεινό λογισμό θα τον μαυρίσει. Η καρδιά και η διάνοια επηρεάζουν, τρόπον τινά, φιλτράρουν τα πάντα, και το λόγο και την πράξη και τη διάθεση και την επιθυμία. Γι’ αυτό και η εργασία η πνευματική ρίχνει όλο το βάρος στην καρδιά και στη διάνοια. Άμα αυτά καθαρίσουν, γίνονται σύμμαχοι, συνεργάτες, να πούμε, και μετά όλα εύκολα είναι. Κατάλαβες;
Το «Δόξα Σοι» της συμφοράς.
Η γη, λοιπόν, ας έτρεφε αλλά και η γη μας φοβέριζε. Στον τόπο μου πολλές φορές γκρεμίστηκαν τα πάντα από το σεισμό. Μεγάλη δοκιμασία. Δυνατός πειρασμός. Ο παππούς έλεγε για το σεισμό του 1854 πως όλα ισοπεδώθηκαν και άνθρωποι αρκετοί σκοτώθηκαν. Ο πατέρας μου θυμόταν το σεισμό του 1894. Έγινε Μεγάλη Παρασκευή πρωί. Ένας άνθρωπος φονεύθηκε και όλα τα σπίτια γκρεμίστηκαν. Μετά ακολούθησαν πολλές δονήσεις για μήνες ολόκληρους. Το 1914, τέσσερις του Οκτώβρη, του αγίου Ιεροθέου ανήμερα, δύο χρονών ήμουν, έγινε σεισμός ισχυρότατος. Έλεγε ο πατέρας μου πως ο Θεός φύλαξε και ήταν πριν τις οκτώ το πρωί, γιατί τα παιδιά ήταν ακόμη στα σπίτια τους. Βλέπεις, ένα από τα κτήρια που έπεσαν ήταν το σχολείο αρρένων. Είχε πάει στη Θήβα με το γαϊδουράκι του εκείνο το πρωί ο πατέρας. Η Επαμεινώνδου, ξέρεις, ο κεντρικός δρόμος που κάναμε τις παρελάσεις ήταν γεμάτη ερείπια, πέτρες, ξύλα. Άνθρωποι μισόγυμνοι, αλαφιασμένοι, τρομαγμένοι. Μανάδες με τα παιδιά στην αγκαλιά.
Πολλοί έψαχναν μέσα στα ερείπια, μήπως βρουν κάνα ρούχο, κάνα πιάτο, κάτι από το νοικοκυριό τους που χάθηκε σε ένα λεπτό. Ένας φίλος του πατέρα καθόταν μπροστά στα ερείπια του σπιτιού του. Όταν ο κυρ – Γιάννης τον πλησίασε για να τον παρηγορήσει, εκείνος του είπε: «Δόξα τω Θεώ Γιάννο μου. Είμαστε καλά. Τα σπίτια γίνονται. Ανθρώπους μόνο ο μεγαλοδύναμος μπορεί να φτιάξει».
Ξέρεις τι είναι αυτό το «Δόξα σοι, ο Θεός» στη συμφορά; Ξέρεις τί αξία έχει; Τον ουρανό αγοράζεις. Αυτός έχασε σπίτι και γη και έφτιαξε παλάτι στον ουρανό. Δεν μοιρολογούσαν αυτά που έχασαν και γι’ αυτό άφηναν πίσω το κακό και προχωρούσαν. Για μήνες οι άνθρωποι έμεναν σε κοτέτσια, παράγκες, στάβλους. Είχαν φόβο.
Ξέρεις τί είναι να μείνεις δίπλα στο σπίτι σου; Σαν τον Αδάμ έξω από τη πόρτα του Παραδείσου. Πρώτο παιδί του Θεού ήταν. Σε αρχοντικό έμεινε. Όλα δικά του ήταν. Αλλά τον κυρίεψε ο εγωισμός. Σεισμός παιδί μου ο εγωισμός. Και ό,τι έχεις μέσα σου – αν κάτι έχεις κτίσει – και ό,τι έχεις γύρω θα τα ισοπεδώσει. Εδώ γκρέμισε κοτζάμ άγγελο και τον έριξε σε κατάσταση δαιμονική. Από το φως στο σκοτάδι, από τον ουρανό στον Άδη τον έριξε τον εωσφόρο. Αυτός που έφερνε το φως, φέρνει τόσο σκοτάδι στις ψυχούλες των ανθρώπων.
Ο άπαυστος πόθος.
Στο χωριό είχα έναν πρώτο ξάδελφο, τον Χριστοφόρο. Ήταν έντεκα χρόνια μεγαλύτερός μου. Είχε το παιδί πόθο για την ιερωσύνη. Βλέπεις, ο παππούς μας, ο παπάς ήταν σαν τον πλάτανο στην πλατεία του χωριού. Στη σκιά του παίξαμε, κλάψαμε, γελάσαμε, μεγαλώσαμε. Ο Χριστοφόρος κι εγώ από τον παππού πήραμε. Έμπαινε και στο ιερό. Ήταν μεγαλύτερος, είχε τα πρεσβεία. Έτρεχε με τον παππού στη Λειτουργία, στον εσπερινό, στους αγιασμούς των χωραφιών, στα ευχέλαια των ασθενών. Έ!!! Ό,τι μάθαινε ερχόταν και μου το έδειχνε. Ανοίγαμε το σεντούκι. Βγάζαμε κιλίμια και τα κάναμε ιερά άμφια. Ξέρεις πόσες φορές με «βάφτισε» στη σκάφη της γιαγιάς; Κάναμε λειτουργίες, ψάλλαμε, ευλογούσαμε. Και η ψυχή χαιρόταν και ο πόθος τρεφόταν. Μπορείς να έχεις πόθους άπειρους. Μόνο ο πόθος που έχει μέσα του, τρόπον τινά, Χριστό μπορεί να γεμίσει και να χορτάσει την καρδιά του ανθρώπου. Ο ένθεος πόθος είναι σφοδρός, άπαυστος, μαρτυρικός, άμετρος, διακαής. Δεν σε αφήνει να ησυχάσεις, να κοιμηθείς. Σε κυνηγά.
Εάν και συ τον κυνηγήσεις, τότε αλλάζουν τα πράγματα. Τότε αρχίζουν τα θαύματα.
Να, έρχεται στη μνήμη μου αυτό που έγραψε και έψαλε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον όσιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο: «Πάτερ Συμεών μακάριε, συ τον ωραίον Χριστόν, αγαπήσας θερμότατα, οπίσω κατέδραμες, της αυτού θείας χάριτος, έως ου όλον, αυτόν εισήγαγες, εν τη ψυχή σου, και τη καρδία σου, εύγε του πόθου σου, δι’ ου έζης πάντοτε συ εν Χριστώ, και εν σοι αντίστροφα, έζη αεί ο Χριστός».
Το σιγόψαλλε ο παππούς και τόνισε το «εύγε του πόθου σου». Πήρε μια ανάσα και συνέχισε.
«Έτσι είναι ο πόθος, η λαχτάρα, η επιθυμία, ο καημός, τρόπον τινά, για τον Χριστό. Θέλεις να Τον βάλεις στην καρδιά σου. να μπει στην ψυχή σου. Και πάλι δεν ικανοποιείσαι. Πριν είχες λαχτάρα για Εκείνον και όταν έλθει, η επιθυμία σου θεριεύει. Ο θείος πόθος, παιδί μου, είναι φλόγα. Λες θα σβήσει με τη νηστεία, θα χορτάσει με την προσευχή, θα ησυχάσει με την αγρυπνία, και εκείνη ανάβει περισσότερο και πυρκαγιά γίνεται. Και όσο περισσότερο καίγεσαι τόσο περισσότερο επιθυμείς. Στην προσευχή, πριν στραφώ στον Κύριο, κοιτώ την ψυχή μου και της φωνάζω. «Μίλα, ψυχή μου. Γονάτισε, κλάψε, στέναξε, δόξασε, ευχαρίστησε, ικέτεψε, χειροκρότησε, είσαι μπροστά στον Ποθούμενο Χριστό, μπροστά στο έλεός Του και τη σωτηρία του κόσμου».
«Πάρτε μία ανάσα, γέροντα», του είπε ο παπα – Ιωσήφ, φτιάχνοντας το σκουφάκι του.
«Δεν κουράστηκα, χαίρομαι να τα θυμάμαι και να τα λέω. Όμορφοι τόποι, ωραία χρόνια, ευλογημένοι άνθρωποι. ο ξάδελφός μου ο Χριστοφόρος ενυμφεύθη μία καλή κοπέλα, τη Φανή. Αλλά βλέπεις ο κρυφός πόθος, ο έρωτας ο θείος που τριγυρνά στα σοκάκια της καρδιάς δε σε αφήνει σε ησυχία. Έγινε παπάς και έμεινε στο χωριό που το αγαπούσε. Είχε χάρισμα στη φωνή. Δυνατή, μελωδική, ουράνια η φωνή του. Άμα έψαλλε το «Χριστός Ανέστη», αντιλαλούσαν τα βουνά. Σεμνός, πράος, ταπεινός. Αρρώστησε από ζάχαρο. Πολύ ταλαιπωρήθηκε, όπως μάθαινα. Τον πήγαν στην Αθήνα. Έχασε τη φωνούλα του, αλλά έψαλλε και λειτουργούσε η καρδούλα. Όταν τον έφεραν πίσω, δε μιλούσε, δε γνώριζε, δεν καταλάβαινε, μόνο ευλογούσε. Όλα έπαψαν να λειτουργούν, αλλά η ευλογία του ευλογημένου παπά συνεχιζόταν μέχρι την τελευταία στιγμή.
Πήγε να τον δει ένας ιερέας, ο παπά – Γιώργης από το Τάχι. Κατάλαβε ότι ο παπα – Χριστοφόρος φεύγει. Έτρεξε και έφερε τον Χριστό. Μόλις κοινώνησε τον Ποθούμενον, έφυγε. Έφυγε ευλογώντας και κοινωνώντας. Ο Θεός να τον αναπαύσει. Τον σκέπτομαι, τον μνημονεύω. Μαζί μικρά παιδιά βάλαμε τον Χριστό στους πόθους μας, στα όνειρά μας, ακόμη και στα παιχνίδια μας, και στην καρδιά μας. Μου είπαν ότι τον ενταφίασαν πίσω από το Ιερό Βήμα της Ανάληψης. Παίρνω κι εγώ το λογισμό, τον φορτώνω προσευχή, λιβάνι και κερί, και πάω εκεί στο μνήμά του και εύχομαι και τον παρακαλώ να εύχεται να «παίζουμε», όπως τότες μαζί στις αυλές του Κυρίου μας.
Ο γιος της αλαζονείας.
Θυμάμαι, είμαστε ακόμη στο χωριό, τότε που χωρίστηκε η Ελλάδα στα δύο. ξέρεις, με το Βενιζέλο και το Βασιλιά. Η Ελλάδα, που λευτερώθηκε και σιγά – σιγά με αίμα ενώθηκε, χωρίστηκε. Διχάστηκε. Να πολεμάς με τον εχθρό είναι τιμή. Μα να πολεμάς και να χτυπάς τον αδελφό σου, ατιμία είναι. Δεν είναι; Εγωισμός είναι. Αυτός διχάζει. Ο εγωιστής πρώτα διχάζεται και μετά διχάζει. Δεν βλέπει το σωστό. Το δικό του κοιτά και αυτό θέλει να γίνει. Αυτό θέλει να περάσει.
Η φαγωμάρα των μεγάλων έπεσε σαν αρρώστια στο λαό. Και τι δεν έγινε! Θυμάμαι τον πατέρα μου που γύριζε από τη Θήβα. Πικραμένος, αμίλητος. «Τί έγινε, Γιάννο μου», έλεγε η μάνα, αφού του ακουμπούσε το πιάτο με το ζεστό φαγητό στο τραπέζι.
«Τί να γίνει, κυρά; Τί θες να γίνει; Τι κατάρα έπεσε στον τόπο μας! Κι απ’ τον πόλεμο χειρότερη. Άνθρωποι που είχαν αγάπη, πέρασαν μαζί χαρές και λύπες, έφαγαν ψωμί και αλάτι, δούλεψαν στην ίδια γη, τώρα συναντά ο ένας τον άλλον και γυρίζουν αλλού το πρόσωπό τους, σαν να είναι ξένοι, σαν να είναι εχθροί. Χώρισαν και τα καφενεία στην πλατεία του αϊ – Γιάννη του Καλοκτένη. Από δω οι Βενιζελικοί, από ‘κει οι Βασιλικοί. Τί να σου πω! Αδέλφια δε μιλούν ο ένας στον άλλον. Δεν κάθονται στο ίδιο τραπέζι. Δε σέβονται Χριστούγεννα ή Πάσχα ή της Παναγίας. Τί να σου πω! Μεγάλο κακό. Πάνω που πήγαμε να ορθοποδήσουμε από τόσους πολέμους, να ηρεμήσουμε από τόσες συμφορές, πάλι τα ίδια». Ου βουλις φτοχόι τε λούαν εσέ ου τσσια ταούλεα», είπε με τη βαριά αρβανίτικη προφορά του. Δηλαδή, «εβουλήθη ο φτωχός να χορέψει και έσπασε το νταούλι».
Τα έλεγε ο πατέρας μου και, παρότι τον θεωρούσαμε σκληρό, έκλαιγε. Εμείς είμαστε κουκουλωμένοι με τις βελέντζες και ακούγαμε τον καημό του. Για Μεγάλη Ιδέα μιλούσαν. Το χειρότερο είναι να έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου. Έτσι ξεκινά ο διχασμός. Διχασμός ανάμεσα σε αυτό που πραγματικά είσαι και αυτό που νομίζεις ότι είσαι. Ο διχασμός, παιδί μου, είναι ο πρωτότοκος γιος της αλαζονείας. Εγγόνι της αλαζονείας, παιδί του διχασμού είναι η συμφορά. Αυτή τη συμφορά που ζήσαμε το 1922 με την καταστροφή στη Μ. Ασία και τον ξεριζωμό τόσων ανθρώπων. η διχόνοια, να ξέρετε, μεγαλύτερη ζημιά κάνει και μέσα στην Εκκλησία. Εκεί πάει ο διάβολος που έλεος δεν έχει και ρίχνει λάδι στη φωτιά. Πόσο αναπαύεται, πόσο χαίρεται, πόσο πανηγυρίζει στο σχίσμα, στη διχόνοια, στο χωρισμό. Ο Χριστός ενώνει. Αυτός πάντα το αντίθετο.
Όταν σκέφτομαι τι έγινε το 1924 με το θέμα του ημερολογίου, δε μπορώ να ησυχάσω, παιδί μου. Η αντιδικία, η ένταση, η διχόνοια είναι τα όργανα στο πανηγύρι του διαβόλου, που δυστυχώς χορεύουν οι άνθρωποι μέχρις εξαντλήσεως. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «ουδέν ούτως παροξύνει τον Θεόν, ως την Εκκλησίαν διαιρεθήναι». Χάθηκε τόση άσκηση, τόση προσευχή, τόση αρετή, τόση αγρυπνία στην πανήγυρη τη σατανική του σχίσματος. Χαρά του ουρανού η μετάνοια του ανθρώπου, η ταπείνωση της ψυχής, η ειρήνη της καρδιάς, η ενότητα. Χαρά του διαβόλου η αίρεση, η διαίρεση, το σχίσμα, ο διχασμός, που έφτασε μέχρι το Άγιον Όρος και την έρημό του και εξόρισε την ομόνοια, την αγάπη και την ειρήνη των ασκητών.
Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας έγραψε κάτι σε πατριαρχικό σιγίλιο που με ανάπαυσε και το σημείωσα για να το διαβάζω και να χαίρομαι: «Σπουδάσατε μετά πάσης προθυμίας και γνώμης αγαθής, τηρείν την εις αλλήλους ειρήνην τε και ομόνοιαν αδιάσειστον, προσέχοντες πάση δυνάμει και αλλήλους θεοφιλώς εξοικονομούντες, ίνα μη η εν υμίν σχίσματα και διχοστασίαι και έριδες και ιδικαί φιλίαι και δολιότητες ή κοσμικαί φιλοτησίαι…».
Δεν είναι, παιδί μου, του Θεού αυτά. Όταν προκύψουν, σιώπησε, μετανόησε, προσευχήσου, αγρύπνησε, κλάψε. Τα δάκρυα της προσευχής είναι καυστικά και καίνε το σπόρο και μαραίνουν τον καρπό της διχόνοιας. Λέμε καμιά φορά «μα, να πάρω θέση». Αυτή είναι η θέση του χριστιανού˙ η θέση που θα σε ακούσει ο Θεός. Και ο Θεός δεν ακούει μόνο, αλλά και μιλάει. Άσε το Θεό να μιλήσει. Όταν μιλά Εκείνος, σιωπά ο διάβολος και σταματούν τα έργα του. Είδες τί λέει ο προφήτης Αββακούμ; «Θα πάρω θέση, θα σταθώ στη σκοπιά μου και στην πολεμίστρα μου και θα περιμένω για να δω τι θα μου πει ο Θεός για να πω». Να σιωπάς και να καρτεράς. Να περιμένεις ο Θεός να μιλήσει. Η φωνή του Θεού είναι η ειρήνη του λαού».
«Γέροντα, να ξεκουραστείτε και να τα πούμε μετά τον εσπερινό».
«Ναι, Θοδωράκη μου, να τα πούμε μετά. Να μας πεις και συ για τη Θήβα. Ο Θοδωράκης μου είναι από ‘κει. Πυριώτης, σαν τους γεροντάδες μου. Το Πυρί στα χρόνια μου σαν ξεχωριστό χωριό ήταν. Τώρα πολλά χτίστηκαν και έχει ενωθεί με τη Θήβα».
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
