Στη Θήβα της νοσταλγίας (Γ’) – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Η υπέρμαχος σύμμαχος.

Να, είδες, δε χορταίνω να μιλώ για τον άγιο (Νεκτάριο). Ήθελα να πω ότι εκείνος έβλεπε την Παναγία σύμμαχο του ανθρώπου στον πόλεμο τον αόρατο.
«Ου φέρω τα φρυάγματα του δολερού εχθρού μου, ου σθένω προς τας μηχανάς, του πονηρού εκείνου, ου φέρω τας επιβουλάς, την τόσην κακουργίαν, ου στέγω προς την φοβεράν εκείνου πανουργίαν. Ουχ υπομένω τας δεινάς ενέδρας και παγίδας, αδυνατώ προς τας πολλάς του πονηρού βολίδας. Ποικίλως επηρεάζει με, παντοίως πολεμεί με, εις αμαρτίας βάραθρα έλκει και συνωθεί με. Παρακαλώ Σε, Δέσποινα, λιμήν χειμαζομένων, παρηγορία των πιστών, σθένος ησθενημένων, ελέησόν με, οίκτειρον, φρούρησον, φύλαξόν με, της τυρρανίδος του εχθρού, Δέσποινα, απάλλαξόν με».
Ένας λυγμός ξέφυγε από τις πηγές της ψυχής. Τα μάτια κοίτες ποταμών. Τα δάκρυα της κατανύξεως, της ευγνωμοσύνης, της ευχαριστίας, έτρεχαν. Ένιωθες πως εκείνη τη στιγμή ο γέροντας έβλεπε τις μάχες της ερήμου, φώναζε τον Χριστό και κρατιόταν από την Παναγία. Ακολούθησαν μερικές στιγμές προσευχητικής σιωπής…
«Ναι, όπλα έχουμε», συνέχισε ο μαχητής της χάριτος, «την ευχούλα και τη Μανούλα. Αλλά άοπλοι έρχονται οι άνθρωποι. αλωνίζει ο εχθρός μέσα στις ψυχές. Βασιλεύει στα κεφάλια. Αυτός καλοπερνά και ο άνθρωπος υποφέρει. Όπλα έχουμε, αλλά χρειάζονται και έμπειρους στρατιώτες. «Χείρες δε ανδρείων εν επιμελεία» (Παροιμ. 13,4).

Ο πλούτος της προσφυγιάς.

Άντε, πάλι ξεμακρύναμε από τη Θήβα. Βλέπεις, ο λόγος χάνει το δρόμο χωρίς να το καταλάβεις. Για αλλού ξεκίνησες, για αλλού έβγαλες εισιτήριο και αλλού σε πάει. Ήταν σταυρός για τον τόπο, όσοι δε γύρισαν από τη Μ. Ασία. Θα ήταν θαρρώ είκοσι Θηβαίοι αυτοί που πέθαναν αιχμάλωτοι. Αλλά και όσοι ήρθαν Μικρασιάτες, άνθρωποι πονεμένοι, δυστυχισμένοι. Είχαν χάσει τους δικούς τους. Άλλοι σφάχτηκαν, άλλοι πνίγηκαν, άλλοι χάθηκαν. Ήρθαν κρατώντας από το ένα χέρι το εικόνισμα, από το άλλο το παιδί και στην πλάτη κουβαλούσαν το βάρος της προσφυγιάς. Όπου αλλού πήγαν τους έδιωξαν. Εδώ, όμως, δεν το σήκωνε η καρδιά των ανθρώπων. Ο πατέρας μας έλεγε ότι έκαναν συνέχεια συμβούλια για να αποφασίσουν πως θα οικονομήσουν τους Μικρασιάτες που τα έχασαν όλα εκτός από την ψυχή, την πίστη, την αγάπη, την ευλάβεια, την υπομονή. Ε!!!! αυτά φτάνουν για να ξεναχτίζεις ό,τι γκρεμίστηκε και να κερδίζεις ό,τι χάθηκε. Θυμάμαι, στην αρχή έμειναν σε αντίσκηνα. Και καλά το καλοκαίρι. Αλλά το χειμώνα τί θα έκαναν; Πήγαιναν κοντά σε βρύσες και κρήνες. Είχε βλέπεις πολλές η Θήβα. Να έχουν νερό. Καθαροί άνθρωποι. Έχασαν το βιος τους, αλλά όχι την αρχοντιά τους. η μητέρα μου ζύμωνε μέρα – νύχτα.
«Γυναίκα, τόσο ψωμί τί θα το κάνουμε;», της έλεγε ο πατέρας.
«Μεγάλωσαν τα παιδιά, κοτζάμ παλικάρια είναι και φαγανά, με τί να τα χορτάσω, Γιάννο μου;».
Η γλύκα της ψυχής της, η ευγένεια της μορφής της, η απαλότητα της φωνής της, ημέρευαν την αγριότητα του άντρα της. Μόλις έφευγε ο πατέρας για το μεροκάματο, φόραγε τη μαντήλα της, έκανε το σταυρό της, έβαζε στο ταγάρι τα καρβέλια και τα χόρτα που είχε μαζέψει και λίγη ζάχαρη και έπαιρνε τον ανήφορο.
«Μάνα, θέλεις βοήθεια;»
«Δουλειά σας εσείς, κλειστό το στόμα», μας έλεγε και με τα δύο της δάχτυλα κρατούσε σφιχτά τα χείλη της.
«Αυτά μόνο ο Θεός τα βλέπει, μόνο ο Θεός να ξέρει».
Έτρεχε να βοηθήσει, να ταΐσει, να πλύνει τα μωρά και τους ανήμπορους. Ερχόταν κουρασμένη, λυπημένη.
«Μάνα, κουράζεσαι», τόλμησα να της πω, χαμηλώνοντας το κεφάλι. Ξέρεις, τον πατέρα μου δεν τον κοιτούσα στο πρόσωπο από φόβο και τη μάνα του από σεβασμό. Εκείνη σήκωσε το χέρι της με χάιδεψε στο κεφάλι, έκοψε μια μπουκιά ψωμί και του το έδειξε.
«Παλικάρι μου, πώς να κατέβει τούτο το ψωμάκι, όταν ξέρω πως στην πόρτα μας παιδιά πεθαίνουν από την πείνα».
Εκείνη βούρκωσε και η δική μου ψυχή πόνεσε. Με τον απλό της τρόπο η μάνα με έκανε να νιώσω την ψυχή μου. Και άμα τη νιώσεις την ψυχή, μετά θέλεις, επιθυμείς να τη σώσεις.
Ουρανός … το έπαθλο.
Είχε ελεημοσύνη η κυρά – Βικτωρία. Το πήραν χαμπάρι και έρχονταν και χτυπούσαν την πόρτα μας.
«Φύγε, δεν έχω τίποτα να σου δώσω. Άντε στην ευχή της Παναγίας», φώναζε δυνατά για να ακούει ο πατέρας και την ίδια ώρα έβαζε ό,τι οικονομίες είχε στο χέρι του ανθρώπου.
Οι νηστείες, οι αγρυπνίες, οι προσευχές, οι ελεημοσύνες προσκαλούν τη χάρη του Θεού. Η ζωή της μητέρας μας ήταν μία πρόσκληση. Και ο Θεός την επισκέφθηκε. Ήταν και η υπακοή της που συνόδευε και την προσευχή και την ελεημοσύνη. Έκανε υπακοή σε δύο αυστηρούς γεροντάδες˙ και στον παππού τον παπα – Νικήτα και στον πατέρα μου. Η υπακοή είναι ένα παραθύρι. Πίσω από αυτό κρύβεται επιμελώς η ταπείνωση. Και η ταπείνωση είναι δύναμη. Κατάφερε η μάνα να περιποιηθεί τον παράλυτο παππού με σεβασμό, με αφοσίωση, με γλυκύτητα, με υπομονή, με ευγένεια. Σαν βρέθηκαν όλοι γύρω από το κρεβάτι με το γέροντα ιερέα να ψυχορραγεί, έμειναν έκπληκτοι, όταν εκείνος την κάλεσε, το χέρι της έσφιξε και της έδειξε τον ουρανό. Εκείνη δακρυσμένη του φίλησε το χέρι. Πήρε το έπαθλο των αγώνων της, των κόπων της. κέρδισε την ευχή του. Πήρε, να πούμε, την ευλογία του. Αυτό είναι. Πήρες ευχή; Άνοιξε ο ουρανός. Μετά, βλέπεις αυτά που δεν έβλεπες, ακούς αυτά που δεν άκουγες, νιώθεις αυτά που δεν ένιωθες και βιώνεις αυτά που δεν ζούσες.

Η αυστηρότητα της αγάπης.

Το 1923 πήγα στο «Ελληνικό Σχολείο». Εκεί προετοίμαζαν τα παιδιά για το Γυμνάσιο. Δύσκολα ήταν. Αυστηρά. Ξέρεις πόση αγάπη κρύβει η αυστηρότητα που δε θέλει να σε πληγώσει, αλλά να σε παιδαγωγήσει, να σε ωφελήσει; Βλέπεις, όταν πιέσεις το νερό πάει ψηλά. Η στύψη βγάζει λάδι. Αυτά στο σχολείο δεν ήταν μόνο μαθήματα γνώσης, αλλά και ζωής. Άμα δεν δυσκολευτείς, να πούμε, έχεις πρόοδο; Δες στα πνευματικά. Με το φαΐ, την ξάπλα, το ραχάτι, προκόβει ο άνθρωπος; Τους αγίους, εάν τους έκοβες, στάλα αίμα δε θα έβγαζαν. Όλο το είχαν χύσει για τον Χριστό. Προσέξτε, όμως, και κάτι που θα σας πω. Άλλο αυστηρότητα και άλλο ακρότητα. Την αυστηρότητα τη γεννά η αγάπη. Την ακρότητα η έπαρση. Ήταν αυστηροί οι δάσκαλοί μας όχι μόνο με τα μαθήματα αλλά και με το ήθος. Βλέπαμε το δάσκαλό μας στο δρόμο κα παγώναμε.
Να σας πω. Όταν ήμουν παιδί, έτρεμα το δραγάτη. Παίρναμε καμιά φορά κανένα σύκο από τις συκιές που ήταν στους δρόμους και νόμιζα ότι θα με κλείσει στη φυλακή. Αχ, μακάρι να κάναμε δραγάτη στη διάνοια. Να φρουρούσε το χώρό της και να φυλάκιζε τους κλέφτες λογισμούς. Όταν λίγο μεγάλωσα, φοβόμουν τους δασκάλους μας. Είχαμε ένα φόβο που μπορώ, τρόπον τινά, να τον ονομάσω σεβασμό. Μα και ο δάσκαλος είχε μια ευπρέπεια. Δεν έλεγε άλλα και άλλα έκανε. Είχε θέση μέσα στη μικρή μας πόλη. Οι άνθρωποι τότε έβλεπαν την αξία του άλλου στο ήθος, στον τρόπο, στο λόγο, στον κόπο, στα γράμματα. Ο καημένος ο πατέρας μου το έβλεπε αυτό και ήθελε τα παιδιά του να μάθουν γράμματα. Γι’ αυτό δούλεψε, υποχρεώθηκε, πούλησε, χρεώθηκε. Ήξεραν οι άνθρωποι να θυσιάζονται για τον άλλο. Δεν κοίταζαν τον εαυτούλη τους και την καλοπέρασή τους.
Στο Γυμνάσιο τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο, αλλά βλέπαμε τον κόπο του πατέρα, την αγάπη της μάνας και το παλεύαμε. Ξέρεις, αυτά θέριεψαν το φιλότιμο. Αυτό έθρεψε και τη θέλησή μας και την προσοχή μας και την ψυχή μας. Έλεγα με το λογισμό˙ «βρε, ο πατέρας σου τώρα ψήνεται μες στο λιοπύρι, τον τρώει η υγρασία, τον μουσκεύει η βροχή, και συ χαζογελάς; Τί λόγο θα δώσεις στο Θεό;». Έτσι διάβαζα χωρίς να χάνω χρόνο. Και στην καλογερική έτσι είναι. Όταν νυστάζει η ψυχή, την σκουντάς και της λες˙ «ανάστα, τί καθεύδεις, ο Θεός σου έφερε αγίους στο δρόμο σου, η Παναγία σε φιλοξενεί στο περιβόλι Της που μοσχοβολούν και οι πέτρες και εσύ χαζεύεις με τις μέριμνες και ασχολείσαι με τα άχρηστα;».
Το Γυμνάσιο ήταν εξατάξιο τότε. Πήγα στην πρώτη τάξη το 1924. Ήταν απέναντι από το Σ. Φ. Ε. μια αίθουσα όπου γίνονται εκδηλώσεις και πολλές παραστάσεις. Εκεί είναι ακόμα, Θοδωράκη μου; δίπλα ήταν το εκκλησάκι του αγίου Νικολάου. Πριν χτυπήσει το κουδούνι και μετά το σχόλασμα πήγαινα, άναβα κερί, έβαζα στρωτή μετάνοια στην εικόνα του, του έψαλλα το απολυτίκιο. Βλέπεις, γεννήθηκα την ημέρα της μνήμης του. Τον παρακαλούσα με την πίστη, την πραότητα, την εγκράτεια, την ταπείνωση και την αγία πτωχεία του να με προικίσει.
Οι καθηγητές μας ήταν αυστηροί. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο τους ευγνωμονώ και τους μνημονεύω και στην προσκομιδή και στην προσευχή. Ο Θεός στα δεξιά Του να τους κατατάξει. Αναπαυμένοι να ‘ναι. Πόσα μας έμαθαν! Πόσα μας είπαν! Πόσα μας δίδαξαν! Πόσο κουράστηκαν! Όλα ωφέλιμα. Όλα χρειάζονται. Αρκεί να έχεις ταπείνωση και πίστη. Εάν έχεις ταπείνωση, όσα διαβάζεις και γνωρίζεις σε ταπεινώνουν περισσότερο. Εάν έχεις πίστη, όσα γνωρίζεις σε κάνουν να πιστέψεις θερμότερα. Έτσι είναι η γνώση. Θα ενισχύσει ή την ταπείνωσή σου ή τον εγωισμό σου˙ ή την πίστη σου ή την απιστία σου.

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Γενικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.