«Θα έλθω οπωσδήποτε»
«ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, όταν πηγαίναμε στο κελί του, μας έβαζε να διαβάζουμε και τον βίο του Αγίου της ημέρας. Θα πω ένα περιστατικό απ’ όταν πρωτάρχισε να μου μιλά, μετά από ένα χρόνο απόλυτης σιωπής.
Μου λέει: “Να μου διαβάσεις τον βίο από το νέο Μαρτυρολόγιο. Ήταν ο βίος του Αγίου Νεομάρτυρος Πολυδώρου. Κι ενώ διάβαζα, αυτός άκουγε με προσοχή. Εκεί που διάβαζα τον βίο του Αγίου Πολυδώρου, μου λέει: “Ξέρεις, αυτός ο Άγιος γιορτάζει αύριο το πρωί. Εγώ συγκινήθηκα. Δεν ήξερα ότι υπάρχουν Κύπριοι νεομάρτυρες. Πρώτη φορά το άκουγα. Λέω: “Θα λειτουργήσεις αύριο, Γέροντα;. “Ναί, μου λέει. Του λέω: “Θέλεις να έρθω να σου ψέλνω;. Μου λέει: “Πολλή χαρά θα έχω, γιατί νομίζω δεν θα έχω ψάλτη. “Εντάξει, θα έρθω, του λέω. “Είναι μακριά να έρθεις από την εστία, μου λέει. “Θα πάρω ένα ταξί να έρθω γρήγορα, του λέω. “Θα ξυπνήσεις; μου είπε με ένα ύφος πειραχτικό. “Θα βάλω το ρολόι και θα ξυπνήσω, επέμενα. “Δεν γίνεται να σε αφήσω έτσι. Μου λέει: “Κοίτα, μην έχεις έγνοια. Έρχεται ένας τυφλός, ο Μιχάλης, και λέει τα “Κύριε ελέησον., το Τρισάγιο, το Χερουβικό, το Κοινωνικό, τα ξέρει απ’ έξω.
Σκεφθείτε, ένας τέτοιος Άγιος να λειτουργεί με έναν τυφλό. “Όχι, του λέω εγώ μετά βεβαιότητας και πολλού εγωϊσμού, “θα έρθω οπωσδήποτε.
Όσο έλεγα “οπωσδήποτε, αυτός πιο πολύ γελούσε. Οπότε το βράδυ βάζω και το ρολόϊ την τάδε ώρα να ξυπνήσω. Άκουσα το ρολόϊ που χτύπησε, έκανα να το πάρω, το χτύπησα και σιώπησε. Και ακούω μιά φωνή πάνω από το κεφαλάρι του κρεβατιού: “Τι κοινό υπάρχει μεταξύ του κρεβατιού που κοιμάσαι και του πατρός Ευμενίου;. “Δεν έχουν κοινό, απάντησα εγώ. “Όχι, έχουν ένα κοινό. Σκέψου, έχουν κοινό το κρεββάτι και ο Ευμένιος. Και οι δύο σε αναπαύουν. Κι αμέσως έκαμα τον δικό μου συλλογισμό. Ναι, και οι δύο με αναπαύουν. Και μου συμπληρώνει η φωνή: Είτε πας στον Ευμένιο, είτε μείνεις στο κρεββάτι σου, το ίδιο είναι. Πέσε κοιμήσου. Κι έπεσα και κοιμήθηκα και ξύπνησα κατά τίς 11:00. Κι αντιλήφθηκα αμέσως την παγίδα που μου έστησε. Επειδή κατάλαβα ότι αυτό ήταν πραγματικά παγίδα, λέω, κάτι θα είχε αντιληφθεί ο Παππούλης, ότι κάποιον πειρασμό θα υφιστάμην για την βεβαιότητα, την εγωιστική βεβαιότητα που έβγαζα, λέγοντας “οπωσδήποτε θα έρθω. Πήρα ταξί και, έστω και καθυστερημένος, πήγα στον Γέροντα.
Τον βρήκα να καθαρίζει γύρω από την εκκλησία τις πευκοβελόνες. “Α, μου λέει, αφού δεν ήρθες στην Λειτουργία, έλα να μου καθαρίσεις τις πευκοβελόνες. Πήγα να του πω: “Ξέρετε, συγγνώμη που δεν ήρθα στην Λειτουργία. “Ξέρω, ξέρω, δεν πειράζει, δεν πειράζει. Να αποκτήσεις κι εσύ μια εμπειρία, τι σημαίνει διάβολος, μου είπε.» [Νεόφυτος, Μητροπολίτης Μόρφου]
«Έλα, έλα, θα το περάσεις το μάθημα»
«ΕΔΩΣΑ ΜΙΑ φορά αστικό δίκαιο, κόπηκα. Δεύτερη φορά, κόπηκα. Μ’ έπιασε μιά απελπισία, μιά λιποψυχία. Λέω: “Αν δώσω κι άλλη φορά, θα κοπώ. Έκανα επαναλήψεις. Την παραμονή των εξετάσεων, λέω: “Δεν πας κάτω στον Γέροντα, να ψάλεις, να ξεκουραστεί ο νους σου;. Όταν με είδε ο Γέροντας, λέει: “Έλα, έλα, να βοηθήσεις να ρίξωμε κι αυτό το τσιμέντο στο πεζούλι. Θα περάσεις και το μάθημα αύριο. Οι Άγιοι Ανάργυροι θα βοηθήσουν. Έλα τώρα, μη σκέπτεσαι έτσι. Εγώ σκεπτόμουν: “Αντί να διαβάζω τώρα, κάθομαι και φτιάχνω πεζούλια στους Αγίους Αναργύρους. “Και το μάθημα θα περάσεις και όλα θα περάσουν. Οι Άγιοι Ανάργυροι θα βοηθήσουν, έλεγε ο πατήρ Ευμένιος. Μου το έλεγε συνεχώς αυτό. Μετά, διαβάσαμε τις Ακολουθίες, είχαμε και το κέρασμα, πήγα στην εστία κατά τα μεσάνυχτα. Ήταν πολύ χαρούμενος. “Α, μου έλεγε, “ευλογία θα πάρεις από αυτό, που έκανες για τους Αγίους Αναργύρους.
Πράγματι, την άλλη μέρα πήγα στην σχολή και είμαστε πέντε μέσα στην αίθουσα. Σ’ έμενα έβαζαν ό,τι πιο απλοϊκό υπήρχε. Ήταν σαν να σε ρωτάνε: “Πόσο κάνουν 1 και 1;. Απορούσα εγώ, γιατί μου βάζουν τόσο εύκολα. Οπότε, στο τέλος, όταν σηκώθηκα, βλέπω πάνω από τους καθηγητές μιά εικόνα, που δεν την είχα δει. Ήταν των Αγίων Αναργύρων… Λέει ο καθηγητής: “Παιδιά, περάσατε όλοι. Είχα περάσει ένα μάθημα, για το οποίο είχα κάνει αγώνα δρόμου.» [Νεόφυτος, Μητροπολίτης Μόρφου]
Ήξερε ότι θα γίνω μοναχός
«ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ μου επίσκεψη στον πατέρα Ευμένιο, ο Γέροντας μου έκρυψε κάτι, αλλά μου το ομολόγησε μετά από επτά ολόκληρα χρόνια.
Όταν πέρασαν επτά χρόνια, και μετά από μακρά διαδικασία (συνέβαλαν και ο πατήρ Ευμένιος και ο πατήρ Ιάκωβος στην απόφασή μου να έρθω στην Λάρνακα), πήγαμε παρέα ο Παναγιώτης ο Μηλίτσης, ο Κωνσταντίνος ο Μπούκας, ήταν και ο Δημήτρης, για να κάνουμε την τελευταία μου Ακολουθία με τον Γέροντα και την τελευταία μου εξομολόγηση ως λαϊκός. Την επομένη ημέρα θα έπαιρνα το αεροπλάνο και θα πήγαινα στην Κύπρο, να γίνω μοναχός. Με πολλή συγκίνηση πήγαμε, έχω και φωτογραφίες από εκείνο το βράδυ, και, αφού τελειώσαμε την μακράν Ακολουθία, την οποία θα περιγράψω στην συνέχεια, έκαμα την τελευταία μου εξομολόγηση κοντά του και μου είπε πολύ συγκινημένος: “Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι. Εγώ το ήξερα, ότι θα γίνεις μοναχός, από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Θυμάσαι την…… του Μεγάλου Κανόνος;. Μου είπε και ημερομηνίες. Μνήμη απέραντη.
Όταν πήγαμε στην Ρωσία θυμόταν πόσες οκάδες ήταν το κανόνι έξω από το παλάτι του τσάρου, πόσο ύψος είχε ο τρούλλος του Αγίου Ισαάκ, πόση διάμετρο είχε. Ήταν τόσο καθαρή η μνήμη ενός τόσο καθαρού ανθρώπου μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον πόνου και προσευχής. Φαντασθείτε τι μνήμη είχε αυτός ο χρυσός άνθρωπος, χρυσή μνήμη. Είχε ενώσει τόσο πολύ την μνήμη του με την αιώνια μνήμη του αιωνίου Θεού, που η μνήμη του είχε αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις. Ήξερε να αποβάλλει κάθε τι άχρηστο. Εγώ είχα ξεχάσει καλά-καλά. Έκτοτε, δίνω μεγάλη σημασία στην μνήμη. Ό Γερο-Ευμένιος με έμαθε να προσέχω την μνήμη μου. Και μου λέει: “Θυμάσαι; Εγώ δεν ήθελα να σε κρατήσω. Διότι εδώ ήταν νοσοκομείο. Αλλά με πίεζες και τότε, εγώ αποφάσισα να δέχομαι φοιτητές και ανθρώπους απ’ έξω, υγιείς. Ήμουν αποφασισμένος. Θα τελειώσει αυτός ο ψηλός ο Κύπριος την εξομολόγηση, έλεγα, και θα του πω να πάει εκεί στα Ιλίσια, να βρει έναν Παπά να εξομολογηθεί. Δεν έχει νόημα να εξομολογείται στο Λεπροκομείο.
Οπότε άκουσα μέσα μου: Αυτό το παιδί θα το κρατήσεις, θα γίνει ένας καλός ιερομόναχος.
Του λέω: “Γέροντα, γιατί δεν μου το είπες τον επόμενο χρόνο, όταν σου είπα ότι θέλω να γίνω μοναχός;. Γιατί εγώ δεν ήξερα από την αρχή αν θα γίνω μοναχός, ή θα παντρευτώ. Αυτό το ξεκαθάρισα. Πάρα πολύ εύκολα και πάρα πολύ απλά. Αυτό που ήταν η μεγάλη μου αγωνία, και ταλαιπωρήθηκα, και χρειάστηκα χρόνο να αποφασίσω, ήταν ο τόπος. Στον Όσιο Δαυϊδ, όπου ήταν και ο πνευματικός μου πατέρας ο Ιάκωβος; Στο Άγιον Όρος, που τότε ήταν της μόδας και όλοι πήγαιναν εκεί; Και ήθελα πολύ να πάω στον Γερο-Ευμένιο. Ξέρεις πήγα και του είπα: “Έχω την ευλογία να μείνω κοντά σου, ως απλός μοναχός, είτε με τα παντελόνια, να σε υπηρετώ, να διαβάζουμε μαζί τις Ακολουθίες;. Δεν θυμάμαι άνθρωπο άλλη φορά να είχε τόσο μεγάλη αντίδραση. “Δεν γίνεται, δεν γίνεται. Εδώ είναι νοσοκομείο. Εγώ, παιδί μου, είμαι άρρωστος, το κατάλαβες; Εδώ αυτοί με θεωρούν άρρωστο. Εσύ είσαι υγιής. Δηλαδή, ήταν από τις λίγες στιγμές που είπα, γιατί να μην είμαι λεπρός. Μ’ έπιασε το μαράζι. Τι καλά, έλεγα, να ήσουν άρρωστος και να ήσουν μέσα.
Αυτό, βέβαια, συνέβηκε πολύ αργότερα, το 1987, όταν πλέον ήταν η μεγάλη μάχη το που θα πάω. Του λέω: “Αφού άκουσες ότι θα γίνω ιερομόναχος, γιατί δεν μου το είπες, να μην ταλαιπωρηθώ;. Και μου είπε: “Μα, αν σου το έλεγα, δεν είχε λεβεντιά αυτό το πράγμα. Λεβεντιά είναι να το βρεις μόνος σου. Λεβεντιά είναι να σου το φανερώσει το Άγιο Πνεύμα. Όχι ο Ευμένιος. Ό πατήρ Ευμένιος δεν με κράτησε κοντά του, αν και τον παρεκάλεσα. “Ακόμη κι εδώ έξω να μένω, στο Αιγάλεω, και να έρχομαι στις Ακολουθίες, του είπα. Τόσον θησαυρό είχα, τόση χάρι αισθανόμουν κοντά του.
Αυτή ήταν η αίσθηση της πρώτης μου επισκέψεως. Σας περιέγραψα την πρώτη μου επίσκεψη και την τελευταία, ως λαϊκος.» [Νεόφυτος, Μητροπολίτης Μόρφου]
Από το βιβλίο: Πατήρ Ευμένιος. Ο κρυφός άγιος της εποχής μας. Μοναχού Σίμωνος.
Αθήνα, 2009
