Για τον πόλεμο της πορνείας (Γ’).

Από το γεροντικό

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Παλλάδιο: «Πάτερ, πες μου, τί να κάνω; Έχω τρία χρόνια που νηστεύω ¨ζευγάρια¨, δυο μέρες δηλαδή μένω νηστικός και την τρίτη τρώω, και δεν μπορώ να απαλλαγώ από τον δαίμονα της πορνείας».

Ο γέροντας του απάντησε: «Παιδί μου, όταν ο Θεός απέστειλε τον προφήτη Ησαΐα στους Ισραηλίτες, του είπε˙ ¨Φώναξε δυνατά, μην κρατηθείς, και πες στον λαό τις αμαρτίες τους. Με ζητούν κάθε μέρα και επιθημούν να με πλησιάσουν. Λένε: Γιατί, ενώ νηστέψαμε, δεν το πρόσεξες, και ενώ ταλαιπωρηθήκαμε, δεν το είδες;¨. Και ο Θεός τους αποκρίθηκε˙ ¨Τις μέρές που νηστεύετε κάνετε τα θελήματά σας και κακοποιείτε αυτούς που έχετε στην εξουσία σας και πληγώνετε όλους τους εχθρούς σας. Νηστεύετε μέσα σε αντιδικίες και μάχες, έτσι που να φτάνει ως τον Κύριο η κραυγή σας. Δεν τη θέλω τέτοια νηστεία, λέει ο Κύριος˙ αν λυγίσεις τον λαιμό σου σαν τον κρίκο και φορέσεις σάκκο και καθίσεις επάνω σε στάχτη,1 ούτε τότε θα θεωρηθεί η νηστεία ευπρόσδεκτη¨.2

Και εσύ λοιπόν, παιδί μου, αν νηστεύεις από τροφές, αλλά κακολογείς ή κατακρίνεις κάποιον, ή μνησικακείς, ή δέχεσαι κακούς λογισμούς, ή επιθυμείς κάτι από τα ευχάριστα ή τα απαγορευμένα και με τη σκέψη σου συγκατατίθεσαι στην επιθυμία, πώς θα απαλλαγείς από τον πόλεμο της πορνείας; Ή δεν γνωρίζεις ότι καθένας που με τη σκέψη του ικανοποιεί την επιθυμία του, χορταίνει και μεθά και χωρίς τα υλικά φαγητά;¨

Αν λοιπόν θέλεις να είναι η νηστεία σου ευπρόσδεκτη στον Θεό, πριν από όλα φυλάξου από κάθε κακό λόγο, από κάθε καταλαλιά και κατάκριση, και μην παραδεχτείς ψεύτικη φήμη, όπως λέει και η Γραφή.3 Καθάρισε την καρδιά σου από καθετί που μολύνει το σώμα και την ψυχή4 και από κάθε μνησικακία και αισχροκέρδεια. Δάμασε το σώμα σου με πολλές μετάνοιες και αγρυπνίες και με τους άλλους ασκητικούς κόπους ενώ με τον νου θα μελετάς τα θεία. Όταν θέλεις να κοιμηθείς, μην πλαγιάσεις αλλά κοιμήσου καθιστός.

Όταν η νεότητα παιδαγωγείται με αυτά και τα παρόμοια, μπορεί, με τη χάρη του Θεού, να νικήσει τον πόλεμο της πορνείας. Γι’ αυτό και οι πατέρες θέσπισαν για τους νέους να μην κάθονται σε κελλί ή ησυχαστήριο αλλά σε κοινόβιο, και να δαμάζονται με πολλούς κόπους. Επιπλέον, να φορούν ρούχα τραχιά και σχισμένα και όχι μαλακά, και οι γέροντες να τους προσέχουν και να τους φυλάγουν με κάθε τρόπο. Γιατί η αργία, η χαλαρότητα, το να τρώμε δυο φορές την ημέρα και ο πολύς ύπνος, συνηθίζουν να ξεσηκώνουν εναντίον μας τον δαίμονα όχι μόνο της πορνείας αλλά και της ακηδίας και της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας.

Είπε ο αββάς Αντώνιος: «Νομίζω ότι το σώμα έχει μια κίνηση φυσική, έμφυτη σε αυτό, η οποία όμως δεν ενεργεί χωρίς τη θέληση της ψυχής˙ απλώς εκδηλώνεται στο σώμα ως απαθής κίνηση.5 Υπάρχει ωστόσο και άλλη κίνηση που προέρχεται από τη διατροφή και περιποίηση του σώματος με φαγητά και ποτά, από τα οποία θερμαίνεται το αίμα6 και διεγείρει το σώμα προς εκπλήρωση της επιθυμίας. Γι’ αυτό και ο απόστολος δίνει εντολή˙ ¨Μη μεθάτε με κρασί, που οδηγεί στην ασωτία¨,7 και ο Κύριος λέει στο Ευαγγέλιο˙ ¨Προσέχετε μήπως οι καρδιές σας βαρύνουν από την κραιπάλη και τη μέθη¨.8 Σε αυτούς όμως που αγωνίζονται, υπάρχει και μια άλλη κίνηση η οποία προέρχεται από την επιβουλή και τον φθόνο των δαιμόνων. Ώστε πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι τρεις οι κινήσεις της σωματικής επιθυμίας: μία η φυσική, η άλλη από την απροσεξία στις τροφές και η τρίτη από τους δαίμονες.

Αυτός λοιπόν που αγωνίζεται, οφείλει να γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ τους και να μην αγνοεί τις αιτίες τους, για να αγωνίζεται εναντίον της καθεμιάς με τον κατάλληλο και ταιριαστό τρόπο¨.

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα: «Τί να κάνω που με πολεμούν η πορνεία και ο θυμός;» Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Ο Δαβίδ έλεγε ότι το λιοντάρι θα θανάτωνε με χτύπημα, ενώ την αρκούδα την έπνιγε.9 Τα λόγια του δείχνουν ότι τον θυμό πρέπει να τον κόβουμε με την μακροθυμία, ενώ την πορνεία θα την καταπνίγουμε με κόπους και νηστεία».

Ο αββάς Φωκάς διηγήθηκε: «Όταν ήρθε στη Σκήτη ο αββάς Ιάκωβος, πολεμήθηκε σφοδρά από τον δαίμονα της πορνείας. Καθώς κινδύνευε να αμαρτήσει, ήρθε και μου εμπιστεύτηκε το πρόβλημά του. Στη συνέχεια μου είπε: ¨Αύριο θα πάω στην τάδε σπηλιά, και σε παρακαλώ, στο όνομα του Κυρίου, να μην πεις σε κανέναν για εμένα. Μέτρησε σαράντα μέρες, και όταν συμπληρωθούν, δείξε αγάπη και έλα σ’ εμένα, έχοντας μαζί σου την αγία κοινωνία. Αν με βρεις πεθαμένο, θάψε με˙ αν όμως ζω ακόμη, να μεταλάβω την αγία κοινωνία¨. Με τα λόγια αυτά έφυγε.

Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα μέρες, πήρα την αγία κοινωνία και κοινό άσπρο ψωμί με λίγο κρασί και πήγα σε αυτόν. Με το που πλησίασα στη σπηλιά, ένιωσα πολλή δυσωδία, η οποία προερχόταν από το σώμα του, και είπα μέσα μου˙ ¨Αναπαύτηκε ο μακάριος¨. Μπαίνοντας στη σπηλιά, τον βρήκα να κείτεται μισοπεθαμένος˙ μόλις με είδε, μου έκανε νόημα κουνώντας λίγο το δεξί του χέρι, όσο μπορούσε, για την αγία κοινωνία. ¨΄Εχω,¨ του είπα. Με δυσκολία άνοιξα λίγο το στόμα του, και αφού διέλυσα ένα μέρος από το άγιο Σώμα μέσα στο ζωοποιό Αίμα, το έχυσα μέσα στο στόμα του. Όταν μετέλαβε, πήρε δύναμη. Έπειτα έβρεξα ψίχουλα από το κοινό ψωμί, του έδωσα και έφαγε, και σε λίγο και άλλα, όσο μπορούσε να φάει. Και έτσι με τη χάρη του Χριστού δυνάμωσε και την άλλη μέρα βγήκε περπατώντας μαζί μου και γύρισε στο κελλί του, έχοντας απαλλαγεί, με τη χάρη του Θεού, από τον ολέθριο πόλεμο της πορνείας».

Κάποιον αδελφό τον πολεμούσε η πορνεία, και ήταν ο πόλεμος σαν φωτιά που έκαιγε στην καρδιά του νύχτα μέρα. Αυτός αγωνιζόταν να μη συγκατατεθεί καθόλου στον λογισμό, και μετά από πολύν καιρό έφυγε ο πόλεμος, χωρίς να πετύχει τίποτε εναντίον του αδελφού λόγω της υπομονής του. Και αμέσως ήρθε φως στη καρδιά του.

Κάποιος άλλος, μαθητής ενός μεγάλου γέροντα, πολεμήθηκε παρόμοια από την πορνεία και αγωνιζόταν γενναία. Ο γέροντας, βλέποντάς τον να κοπιάζει, τον ρώτησε: «Θέλεις να παρακαλέσω τον Θεό να σε ανακουφίσει από τον πόλεμο;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Αν και κοπιάζω, αββά, βλέπω ότι από τον κόπο έχω καρπό. Τούτο να παρακαλέσεις τον Θεό: να μου δώσει υπομονή να υποφέρω». Και ο γέροντας του είπε: «Έχεις προκόψει και με ξεπέρασες».

Ένας γέροντας είπε σε κάποιον αδελφό, τον οποίο ενοχλούσε η πορνεία: «Αδελφέ, θέλεις να σωθείς, ενώ κοιμάσαι; Πήγαινε να μοχθήσεις, να κοπιάσεις˙ ζήτησε, και θα βρεις˙ μείνε άγρυπνος και κτύπα τη θύρα του Θεού, και θα σου ανοιχτεί.10 Υπάρχουν στον κόσμο παλαιστές11 οι οποίοι στεφανώνονται, επειδή δέχονται πολλά χτυπήματα αλλά μένουν όρθιοι και αντέχουν. Συχνά μάλιστα ένας δέχεται χτυπήματα από δύο, αλλά αντέχει σε αυτά και νικά τους αντιπάλους του. Αν λοιπόν εκείνοι, για λόγους βιοπορισμού, δείχνουν τόση υπομονή, εσύ πολύ περισσότερο δεν θα σταθείς με μεγαλύτερη αντοχή να αγωνιστείς για τη βασιλεία των ουρανών; Και μάλιστα έχοντας και τον Θεό σύμμαχο;».

Στη σκήτη ήταν ένας αδελφός αγωνιστής, και ο εχθρός του έφερνε στο νου τη μνήμη μιας όμορφης γυναίκας, την οποία είχε δει κάποτε στην Αίγυπτο, και τον βασάνιζε πολύ. Από θεία οικονομία όμως ήρθε στη σκήτη κάποιος αδελφός από την Αίγυπτο και τον επισκέφθηκε. Καθώς συνομιλούσαν, του είπε: «Πέθανε η γυναίκα του τάδε», και αυτή ήταν η αιτία του πολέμου του αδελφού. Όταν λοιπόν το άκουσε αυτό, πήρε το ράσο του και πήγε εκεί. Ρώτησε για τη γυναίκα, έμαθε για τον τάφο της και πήγε νύχτα, τον άνοιξε και σκούπισε με το ράσο του τα υγρά από το πτώμα της. Έπειτα γύρισε στο κελλί του, έχοντας το ράσο γεμάτο από εκείνα τα υγρά, να βγάζει αφόρητη δυσωδία˙ και όποτε τον ενοχλούσε ο λογισμός της πορνείας, έβαζε το ράσο μπροστά του και έλεγε στον λογισμό: «Να, αυτό που επιθυμείς βρίσκεται μπροστά σου, χόρτασε από αυτό». Έτσι βασάνιζε τον εαυτό του με την αφόρητη αυτή δυσωδία, ώσπου έφυγε εντελώς ο πόλεμος από αυτόν.

Ήρθε κάποτε στη σκήτη ένας που ήθελε να γίνει μοναχός, έχοντας μαζί και το παιδί του, το οποίο είχε πάψει πλέον να θηλάζει, και έμειναν μαζί σε κελλί πολύν καιρό. Το παιδί μεγάλωσε, έγινε παλληκάρι και άρχισε να ενοχλείται αφόρητα από τον σαρκικό πόλεμο. Μην μπορώντας να αντέξει, είπε στον πατέρα του: «Θα πάω στον κόσμο, γιατί δεν μπορώ να υποφέρω τον πόλεμο». Ο πατέρας του επέμενε να τον παρακαλεί να μην το κάνει, ο νέος όμως του είπε: «Αββά, δεν μπορώ, άφησέ με να φύγω». Ο πατέρας τότε του είπε: «Άκουσέ με, παιδί μου, μόνο σε τούτο: πάρε μαζί σου σαράντα ζεύγη ψωμιά και φοινικοβλαστούς για σαράντα μέρες˙ πήγαινε στην πιο μακρινή έρημο και μείνε εκεί σαράντα μέρες, και ας γίνει το θέλημα του Κυρίου».

Ο νέος υπάκουσε στον πατέρα του και σηκώθηκε, πήγε στην έρημο, όπου έμεινε κοπιάζοντας και πλέκοντας τους φοινικοβλαστούς ξερούς και τρώγοντας ψωμί ξερό. Αφού πέρασε έτσι στην ησυχία είκοσι μερόνυχτα, είδε την ενέργεια του πάθους με την μορφή αιθιόπισσας που στάθηκε μπροστά του και έβγαζε τόση δυσωδία, ώστε ο νέος δεν μπορούσε να την υπομείνει καθόλου, γι’ αυτό και την έδιωχνε με επιμονή. Εκείνη, καθώς διωχνόταν με τέτοιον τρόπο, του είπε: «Εγώ φαίνομαι γλυκιά στις καρδιές των ανθρώπων, και εσύ τώρα με διώχνεις; Όμως να το ξέρεις, για την υπακοή σου και τον κόπο σου δεν με άφησε ο Θεός να σε εξαπατήσω και σου φανέρωσε τη δυσωδία μου».

Ο νέος τότε σηκώθηκε και, αφού ευχαρίστησε το Θεό, γύρισε στον πατέρα του και του είπε: «Δεν θέλω πια να πάω στον κόσμο, αββά˙ γιατί είδα την ενέργεια του πάθους και τη δυσωδία της». Ο πατέρας του, ο οποίος είχε πληροφορηθεί από τον Θεό για το γεγονός, του αποκρίθηκε: «Αν έμενες σαράντα μέρες, τηρώντας την εντολή μου, θα έβλεπες μεγαλύτερη θεωρία».

Όμοια και άλλος γέροντας ήρθε στη σκήτη φέρνοντας και τον γιο του που ακόμη θήλαζε και δεν ήξερε τι είναι γυναίκα. Όταν λοιπόν μεγάλωσε και έγινε άντρας, οι δαίμονες του έδειχναν στον ύπνο του μορφές γυναικών. Εκείνος είπε στον πατέρα του αυτά που έβλεπε, και ο γέροντας θαύμασε τη δολιότητα των εχθρών. Κάποτε λοιπόν που ανέβηκε στην Αίγυπτο μαζί με τον νεαρό, συνάντησαν γυναίκες, και ο νέος είπε στον πατέρα του: «Αββά, αυτοί είναι που μου έρχονται τη νύχτα στη σκήτη». Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Παιδί μου, αυτοί είναι οι μοναχοί των χωριών. Άλλη εμφάνιση έχουν αυτοί και άλλη οι ερημίτες». Και αμέσως γύρισαν στο κελλί τους.

Ένας αδελφός είπε σε κάποιον γέροντα: «Τί να κάνω, που με σκοτώνει ο βρώμικος λογισμός;».

Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Η μητέρα, όταν θέλει να σταματήσει το παιδί της τον θηλασμό, βάζει στον μαστό της χυμό σκίλλας12 και όταν πάει το παιδί κατά τη συνήθεια να θηλάσει, γεύεται τη σκίλλα και φεύγει λόγω της πικράδας. Και εσύ λοιπόν να κάνει το ίδιο».

«Τί σημαίνει αυτό, πάτερ;» ρώτησε ο αδελφός, και ο γέροντας απάντησε: «Αντί για σκίλλα εσύ βάλε μέσα στου τη μνήμη του θανάτου και των τιμωριών της μέλλουσας ζωής».

Ο ίδιος αδελφός ρώτησε άλλον γέροντα για τον ίδιο λογισμό, και ο γέροντας του είπε: «Εγώ ποτέ δεν πολεμήθηκα από αυτό το πράγμα». Ακούγοντάς τον ο αδελφός σκανδαλίστηκε και σηκώθηκε και έφυγε χωρίς ούτε να αποχαιρετήσει τον γέροντα. Πήγε έπειτα και μίλησε σε άλλον γέροντα λέγοντας: «Το και το μου είπε ο τάδε γέροντας, και εγώ σκανδαλίστηκα, γιατί ο λόγος του ξεπερνά την ανθρώπινη φύση». Ο γέροντας του απάντησε: «Αυτό δεν σου το είπε άσκοπα ο άνθρωπος του Θεού˙ γι’ αυτό πήγαινε γρήγορα, βάλε μετάνοια και παρακάλεσέ τον να σου πει το νόημα του λόγου του».

Ο αδελφός ξαναπήγε αμέσως στον γέροντα, έβαλε μετάνοια και του είπε: «Συγχώρησέ με, αββά, γιατί φέρθηκα ανόητα που έφυγα χωρίς να σε αποχαιρετήσω. Όμως, σε παρακαλώ, εξήγησέ μου, πώς δεν πολεμήθηκες ποτέ από τον πειρασμό της πορνείας;».

Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Από τότε που έγινα μοναχός, δεν χόρτασα ούτε το ψωμί, ούτε το νερό, ούτε τον ύπνο˙ και η στέρησή τους με ταλαιπωρεί πολύ και δεν με άφησε να νιώσω τον πόλεμο που είπες». Και ο αδελφός ωφελημένος, γύρισε στο κελλί του.

Κάποιος αδελφός πολεμήθηκε φοβερά από τον πειρασμό της πορνείας. Του παρουσιάσθηκαν τέσσερις δαίμονες με τη μορφή πολύ ωραίων γυναικών και έμειναν σαράντα μέρες να παλεύουν μαζί του για να τον παρασύρουν στην αισχρή πράξη. Εκείνος αγωνίστηκε με ανδρεία και δεν νικήθηκε˙ και ο Θεός, βλέποντας την υπομονή του, απομάκρυνε τον πόλεμο από αυτόν και του χάρισε το να μην ξαναενοχληθεί ποτέ από σαρκική πύρωση.

Ένας αδελφός εξομολογήθηκε σε κάποιον γέροντα: «Αββά, η κοιλιά μου με πιέζει και δεν μπορώ να τη δαμάσω, και εξαιτίας της αφηνιάζει το σώμα μου». Ο γέροντας του απάντησε: «Αν δεν βάλεις στο σώμα φόβο και νηστεία, δεν θα βαδίσεις σωστά στον δρόμο του Θεού». Και συνέχισε με την εξής παραβολή: «Κάποιος άνθρωπος πήγαινε καβάλα στο γαϊδούρι, και αυτό έφευγε από τον δρόμο και τον πήγαινε εδώ και εκεί. Ο άνθρωπος πήρε το ραβδί που είχε μαζί του και χτυπούσε το γαϊδούρι, το οποίο του είπε˙ ¨Μη με χτυπάς, και από εδώ και πέρα θα πηγαίνω σωστά¨. Όταν προχώρησαν λίγο, αυτός κατέβηκε από το ζώο, βάζοντας το ραβδί στο δισάκι επάνω στο γαϊδούρι, και εκείνο δεν ήξερε ότι το ραβδί είναι επάνω του. Μόλις είδε το αφεντικό του να μην κρατά ραβδί, τον καταφρόνησε και άρχισε πάλι να ξεφεύγει και να περιφέρεται εδώ και εκεί στα σπαρτά. Έτρεξε τότε το αφεντικό του, πήρε το ραβδί και δεν σταμάτησε να το χτυπά, ώσπου περπάτησε σωστά.

Έτσι και με το σώμα: όταν αφηνιάζει και σε κάνει να βγαίνεις από το δρόμο του Θεού, χτύπησέ το με τη νηστεία, και θα βαδίσει σωστά. Και αυτή να είναι διαρκώς επάνω του, μαζί με τον φόβο του Θεού».

Υποσημειώσεις.

1. Έτσι εκδήλωναν οι Ιουδαίοι τη μεγάλη λύπη ή το πένθος τους.
2. Ησ’. 58, 1-3 και 5.
3. Εξ. 23, 1.
4. Πρβ. Β’. Κορ. 7, 1.
5. Εννοεί τη σωματική διέγερση.
6. Στο κείμενο: του σώματος. Διόρθωση: του αίματος (πρβ. Μ. Γεροντικόν Β’, κεφ. Ε’, παράγραφος 1).
7. Εφ. 5, 18.
8. Λουκ. 21, 34.
9. Πρβ. Α’ Βασ’. 17, 34-36.
10. Πρβ. Ματθ. 7, 7-8. Λουκά 11, 9-10.
11. Στο κείμενο: παμμαχάριοι. Η λέξη αυτή σημαίνει τους αθλητές του παγκρατίου, το οποίο περιλαμβάνει πάλη και πυγμαχία.
12. Η σκίλλα είναι φυτό, του οποίου ο βολβός έχει πολύ πικρή γεύση.

Από το βιβλίο: Ευεργετινός: “Ήτοι Συναγωγή των θεοφθόγγων ρημάτων και διδασκαλιών των θεοφόρων και αγίων πατέρων, από πάσης γραφής θεοπνεύστου συναθροισθείσα.”

Τόμος 2-ος. μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση): Δ. Χρισταφακόπουλος

Εκδόσεις, Το Περιβόλι της Παναγίας, 2001

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Γενικά, Θαυμαστά γεγονότα, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.