Ο πατέρας μου ήρθε σε μεγάλη ηλικία στο Όρος. Ήταν 86 ετών. Δυσκολεύτηκε πολύ. Βλέπεις «ή μικρός – μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου». Ζητούσε τις παρέες του, τις συνήθειές του, τον τόπο του. Όσο πιο δύσκολος είναι ο χαρακτήρας σου τόσο πιο πολύ δυσκολεύεσαι. Δυσκολεύτηκε, αλλά προσπάθησε, αγωνίστηκε. Μια φορά καθόταν και έλεγε την ευχή. Άμα τον άφηνες, ξεχνιόταν. Έβλεπε και ο γέροντας πως του συμπεριφερόμουν και νόμιζε ότι κάνω διακρίσεις. Απλά προσπαθούσα, τρόπον τινά, να τον βάλω στην καλογερική. Λέγοντας ο παππούς την ευχή, είδε τρεις γυναίκες στην πόρτα.
«Κύριε ελέησον! Πώς επιτρέπουν γυναίκες στο Άγιον Όρος». Μάλιστα, η μεσαία φορούσε στέμμα στο κεφάλι, όπως δείχνουν την Παναγία μας στα ρωσικά εικονίσματα. Τον παρηγόρησε και τον προέτρεψε να μη φύγει. Όταν μου το είπε τα έχασα.
«Βρε παππουλάκο, τόσα χρόνια εδώ εμείς και εσύ είδες την Παναγία;»
Αυτό ήταν. Έμεινε και έγινε μοναχός με το όνομα Ιώβ. Είδε και άλλη μία φορά την Παναγία μας. Ήταν λέει σε μία πεδιάδα μεγάλη, σαν την Κωπαΐδα. Μπροστά πήγαινε κάποια γυναίκα υψηλού αναστήματος. Πίσω ακολουθούσε κόσμος και ντουνιάς. Σαν λιτανεία ήταν. Η γυναίκα μπροστά κρατούσε ένα παιδί στην αγκαλιά της. Όταν ρώτησα τον παππού αν είδε το παιδί, μου είπε πως δεν μπορούσε, γιατί τον στράβωνε το φως. Τέτοιο φως στη ζωή του δεν είχε ξαναδεί. Στα στερνά ο πατέρας μου έσπασε το ποδάρι του. Πονούσε πολύ. Ήρθε και επιβεβαίωσε το όνομά του το καλογερικό. Δεν μπορούσα να τον βοηθήσω. Καθόμουν δίπλα του. Του έκανα προσευχή. παρηγοριά τέτοια ώρα είναι μόνον η προσευχή. Η προσευχή και να πεις στον άλλον αυτό που δεν φαίνεται, γιατί αυτό που φαίνεται τον φοβίζει και τον πονάει.
«Έλα, παππού. Στεφάνι μάρτυρος σου ετοιμάζει ο Χριστός. Να και η γερόντισσα Μαρία εκεί, χωρίς πόνους και θλίψεις και στεναγμούς, σε περιμένει να ζήσετε αιώνια στην ουράνια Βασιλεία».
Έφυγε και ο παππούς. Εδώ στο καλυβάκι. Δίπλα μας. Μπόρεσα και εγώ να κάνω κάτι για εκείνον που έκανε τα πάντα για να μας μεγαλώσει και να μας σπουδάσει. Την ευχή του να ‘χουμε. Μεγάλη η δωρεά του Θεού σε μένα τον ανάξιο. Και οι δυο μου γονείς στην αγγελική πολιτεία και την Ουράνια Βασιλεία. «Δόξα σοι ο Θεός»!
Η ξενιτεία και η νοσταλγία.
Λίγες μέρες πριν φύγω, έτρεχα να προσκυνήσω αγίους και τόπους και μυστικά να αποχαιρετήσω ανθρώπους. Πήγα έβαλα μετάνοια στον τάφο του αγίου Λουκά. Πήρα αγίασμα από την Παναγία την Μοσχοποδήτισσα. Ανέβηκα στο Σαγματά. Προσκύνησα το γίγαντα της άσκησης, τον όσιο Κλήμη. Έκλαψα πάνω στην αγία κάρα του. Να, και τώρα που σας μιλώ μου έρχεται η ξεχωριστή ευωδία του. Τον παρακάλεσα να με στηρίξει. Να ενισχύσει την απόφασή μου. Να διώξει τις αμφιβολίες μου και τις φοβίες μου. Πήρα για ευλογία ένα πετραδάκι από τον τοίχο του μοναστηριού. Σα φυλαχτό το έχω. Πήγα στον όσιο Σεραφείμ και τον όσιο Μελέτιο. Την προηγούμενη μέρα της αναχωρήσεως προσκύνησα τον άγιο Ιωάννη τον Καλοκτένη και την εικόνα της Μεγάλης Παναγίας στον άγιο Δημήτριο. Ένιωσα ότι όλοι οι άγιοι με συνόδεψαν, με ξεπροβόδισαν και με στήριξαν. Πάντα τους θυμάμαι, πάντα τους παρακαλώ, ποτέ δεν τους ξεχνώ. Έφυγα, δεν ξαναγύρισα, αλλά τον τόπο μου, τους αγίους και τους ανθρώπους τους έχω στην καρδιά μου και στη μνήμη μου και στην προσευχή μου.
Ταξιδιάρης ο λογισμός, σαν τα πουλιά πολλές φορές πετά στη Θήβα. Και ο λογισμός πιάνει από το χέρι τη νοσταλγία και τη φέρνει εδώ πάνω. Ενθυμούμαι, όταν πήγα με ζαλάδες στο νοσοκομείο, ποθούσα να περάσω από τη Θήβα μετά από 45 χρόνια. Πάλεψε σκληρά μέσα μου το συναίσθημα, τη νοσταλγία, με τη μοναχική ξενιτεία. Σκεφτόμουν, πώς θα ήταν τα Καστέλια, το Ηρώον, ο Πύργος, το Κολωνάκι. Μπα, είπα, αγνώριστα θα είναι. Από αυτόν τον λογισμό κρατήθηκα και έφυγα τρέχοντας για τα Κατουνάκια. Ο Θοδωράκης μου έστειλε φωτογραφίες μέσα σε ένα γράμμα του. Τις πήρα, τις κοίταξα, τις ξανακοίταξα. Τις αγκάλιασα, τις φίλησα, έκλαιγα. Δεν μπορούσα όμως, να προσανατολιστώ. Όλα άλλαξαν, ψηλά σπίτια και πολλά, δρόμοι με αυτοκίνητα. Μόνο ο Πύργος έμεινε ο ίδιος, μόνον αυτόν γνώρισα. Και να ερχόμουν τώρα δεν θα τη γνώριζα. Όταν μου φέρνουν καμιά φορά φωτογραφίες, σκιρτά, να πούμε, σπαρταρά η καρδιά μου, παιδί μου. Ήρθε κάποτε ένας συγγενής, ο Γιάννης ο Μίχας, και έφερε τη φωτογραφία της θείας μου της Δήμητρας. Τί χαρά ήταν αυτή!
την αγκάλιασα, τη φιλούσα, έκλαιγα.
«Θειούλα μου γλυκιά, θειούλα μου καλή, εσύ μας τάιζες, μας καθάριζες, μας μεγάλωνες».
Να σας πω τώρα κάτι.
Βουτιά στη … φωτιά.
Μια φορά ήρθα σε πνευματική, τρόπον τινά, κατάσταση. Έβλεπα τον εαυτό μου να γυρίζει στο χωριό. Τί χαρά είχα! Πλημμύρισε η ύπαρξή μου. Αλλά δεν είδα να παίρνω το δρόμο για το σπιτάκι μας που είναι μετά την πλατεία. «Μα, πού πάω;’ Αναρωτήθηκα. Είδα να μπαίνω στην εκκλησία, στην Ανάληψη. Έψαχνα σαν τρελός. «Κύριε ελέησον! Τί ψάχνω;». Και βρήκα αυτό που έψαχνα! Ήταν η κολυμβήθρα που βαπτίστηκα. Την αγκάλιασα. Την προσκυνούσα. Ήθελα να τη γεμίσω με τα δάκρυά μου. Εκεί στο μυστήριο του βαπτίσματος συνάντησα το Χριστό, τον Κύριο της δόξης. Εκεί με βούτηξαν στη φωτιά του Παναγίου Πνεύματος.
Εδώ στο Άγιον Όρος ήρθα στις 14 Σεπτεμβρίου. Ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ημέρα που ξαναγεννήθηκα. Κάθε μέρα να εορτάζουμε την ύψωση του σταυρού μας. Όταν σηκώνουμε τον σταυρό, πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε. Ή άρση του σταυρού θάνατος και ανάσταση είναι».
Είχε βραδιάσει για τα καλά. Το γαλάζιο του Αιγαίου σκεπάστηκε με το μαύρο σεντόνι της νύχτας. Στις πολιτείας του κόσμου οι άνθρωποι θα κοιμηθούν και στην μοναχική πολιτεία του Άθω οι πατέρες θα αγρυπνούν. Μέσα στα χαρακώματα της λατρείας θα προσπαθούν να συλλάβουν την αιωνιότητα, να κατακτήσουν την ανάσταση, να κοινωνήσουν το Χριστό.
Εκεί που αρχίζει η ζωή…
Στο Άγιον Όρος είναι ατελείωτες οι διαδρομές. Μπορεί με σύμμαχο το χρόνο και σύντροφο τον κόπο να τις περπατήσεις. Ναι, το Όρος μπορεί και να το περπατήσεις. Το Άγιον, απέραντο. Απεριόριστο. Ανεξάντλητο. Εκεί, ο άγριος λογισμός ημερεύει. Η καρδιά κρατά άλλο ήχο, κατανυκτικό, χαμηλό, ταπεινό. Εκεί χορταίνει την ειρήνη. Στο Όρος μπορεί να δεις πολλά. Στο Άγιον να μη δεις τίποτα. Γιατί το Άγιον κρύβεται από τα μάτια των ανθρώπων και έτσι συναντά το βλέμμα του Θεού. Στο Όρος πατάς γη. Στο Άγιον, τον ουρανό. Στο Όρος να πας για να συναντήσεις το Άγιον.
Μια άγρια χαράδρα τα Κατουνάκια. Σαν ένα τραύμα στο σώμα του Άθωνα. Μα και οι κάτοικοι, οι ασκητές, από τους πρώτους που ήρθαν από την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο κυνηγημένοι από τους Άραβες, μέχρι τους σημερινούς, για το τραύμα ήρθαν. Το τραύμα που λέγεται άνθρωπος. Αυτόν ήρθαν να θεραπεύσουν, ψάχνοντας την πηγή της ίασης, που είναι μια πληγή. Η λογχισμένη του Κυρίου πλευρά. Θανάσιμο το τραύμα. Ζωοδόχος πηγή.
Όταν ανεβαίνεις το μονοπάτι, πρέπει να σιωπήσεις. Μέσα σου. επιτίμησε το λογισμό. Ας σταματήσει για λίγο. Μάλωσε την επιθυμία. Ενός λεπτού εσωτερικής σιωπής. Τότε θα ακούσεις βόλια να πέφτουν, άρματα να βροντούν. Ιαχές μάχης να ακολουθούν. Μα, πού ήρθα; Θα πεις. Πολλές οι μάχες και δυνατές. Εδώ κονταροχτυπήθηκαν η Ανάσταση με το θάνατο, το πνεύμα με την ύλη, η σάρκα με την ψυχή, ο άνθρωπος με το Θεό. Αυτές τι μάχες δεν τις έγραψε η ιστορία μα η σωτηρία στο βιβλίο της αλήθειας. Αυτό που το Άγιο χέρι του Θεού κρατά.
Στη διαδρομή πολλά καλύβια γκρεμισμένα. Λες και οι κάτοικοί τους θέλησαν κάθε ίχνος τους να σβήσουν, κάθε χνάρι ανθρώπινο να αφανίσουν. Δεν θέλησαν να ζήσουν τον κόσμο τούτο τον ψεύτικο, μα το Θεό. Ο κόσμος πάλεψε να τους αγγίξει, μα εκείνοι σήκωσαν ψηλά την ψυχή, τη διάνοια, το βλέμμα, τα χέρια, τη ζωή, σα σταυρωμένοι. Πού να τους φτάσει ο κόσμος. Δεν αναπνέει σε τέτοια ύψη. Μα και ο ασκητής δεν αναπνέει στα χαμηλά του κόσμου, αλλά στα ταπεινά του Θεού. Όσο ανεβαίνεις, θεριεύει η επιθυμία να αποδυθείς ο,τιδήποτε ψεύτικο φόρεσες. Εδώ, στον αέρα της ερήμου, το ψεύτικο αποκαλύπτεται. Άγριο το ξεγύμνωμα. Σαν τα αγιορείτικα μπουρίνια. Όσο ανεβαίνεις, τόσο ποθείς να κατέβεις στην υπόγεια, τη μυστική, την κρυφή αλήθεια σου. Μα τί είναι ο κόσμος επιτέλους; Οι άνθρωποι; Όχι. Είναι το πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Όταν τελειώσει, αρχίζει η ζωή…
Πόσο φωτεινές είναι οι αγιορείτικες νύχτες! Βλέπεις, ο ουρανός ρίχνει το φως της νέας μέρας σε γωνιές της γης. Το Άγιον Όρος, το μοναδικό αυτό σημείο της γης, ρίχνει το φως του στις νύχτες του ουρανού. Γι’ αυτό οι βραδιές εδώ είναι μοναδικές, είναι ξεχωριστές, είναι φωτεινές, είναι αναστάσιμες.
Σήμερα το αεράκι μάζεψε ψύχρα από τις βουνοπλαγιές και θέλησε να την προσφέρει στης θάλασσας την αλμύρα. Ο γέροντας καθόταν στην καρέκλα του. Τον Αβραάμ σου θύμιζε, ενθρονισμένο στη λατρεία, αναπαυμένο στη φιλοξενία. Οι πατέρες που έτρεχαν για τα διακονήματα περνούσαν, τον άγγιζαν, του μιλούσαν και το χέρι του φιλούσαν.
Ο Θεόδωρος από τη Θήβα ο Κουτσοβασίλης, ή μάλλον ο Θοδωράκης του γέροντα, ο Πυριώτης, ο Χρυσοβασίλης με τον ικετευτικό τόνο χρωμάτισε την καθαρή και δυνατή φωνή του και ρώτησε:
«Γέροντα, μας είπατε για τη Θήβα. Για το Άγιον Όρος δε θα μας πείτε;».
«Τί να πω εγώ για το Άγιον Όρος; Τα λέει όλα μόνο του. Όποια πέτρα και αν σηκώσεις, έχει να σου πει, να σου διηγηθεί χίλια δυο πράγματα, του Θεού τα θαύματα. Ένα πετραδάκι να πάρεις από το περιβολάκι της Παναγιάς, έχεις ένα μεγάλο θησαυρό. Τί να πω και τί να ομολογήσω εγώ ο φτωχός για τέτοιον πλούτο;».
Σταμάτησε ο παππούς. Τόσα χρόνια μετρά τη φτώχεια του, νιώθει πως δεν του φτάνει για να αγοράσει ουρανό.
«Πείτέ μας, γέροντα, πώς ήτανε όταν πρωτοήρθατε εδώ στην έρημο;», είπε ο Θοδωρής, ξοδεύοντας στον τόνο της φωνής, όλη του την ικεσία και τη γλυκύτητα.
Όλοι περιμέναμε με αγωνία να ανοίξει το στόμα το άγιο. Λιβάνι ο λόγος του αγίου που καίγεται στην πυρπολημένη από έρωτα για το Θεό καρδία του και αρωματίζει τον τόπο.
«Του Σταυρού ήρθα στο Άγιον Όρος, όπως σας είπα, Σεπτέμβριος του 1933. Δύσκολα ερχόσουν τότες. Έπαιρνες το καΐκι από τη Δάφνη. Αν είχε καλό καιρό, έφτανες μέχρι και τα Κατουνάκια. Αν δεν είχε, κατέβαινες στην Αγία Άννα και ερχόσουν από το μονοπάτι.
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
