«Δεν θα δικαστεί»
«ΤΟ 1998 θα γινόταν ένα πολύ σημαντικό δικαστήριο, σε βάρος κάποιου φίλου μας, που ήταν αθώος. Από εκείνους τους αθώους, που δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους.
Επισκεφθήκαμε τον Γέροντα στον Ευαγγελισμό. Του εκθέσαμε το πρόβλημα, έμεινε για λίγο σιωπηλός και, ξαφνικά, άρχισε να γελάει ηχηρά και ασταμάτητα, σαν να γελάει παιδί, λέγοντας: “Δεν θα δικαστεί. Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι πήραν ευχή κι έφυγαν. Έμεινα μόνη, για να εξομολογηθώ. Μετά από μία εβδομάδα μάθαμε ότι όλα τα στοιχεία θεωρήθηκαν αβάσιμα και άκυρα. Το δικαστήριο δεν έγινε.» [Μ. Μαρία]
Είχε απαγορευτικό
«ΚΑΠΟΤΕ, ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ με λιακάδα για τον Άγιο Νεκτάριο. Έκρινα καλό να τον πάρω τηλέφωνο. “Γέροντα, φεύγουμε για τον Άγιο με κάτι παιδιά, του λέω. “Όχι, ελάτε εδώ. Κι εδώ το ίδιο είναι, μου λέει. “Αδύνατον, Γέροντα, το έχουμε τάξει, του λέω. “Πάτε άλλη μέρα. Κι εδώ το ίδιο είναι, θα κάνουμε κι Εσπερινό!, μου λέει.
Εν τέλει πήγαμε στον Πειραιά και, ενώ είχε λιακάδα, είχε απαγορευτικό. Ό Σαρωνικός είχε θυελλώδεις ανέμους! Τότε πήραμε ταξί και πήγαμε στον Γέροντα. Μας υποδέχθηκε γελώντας. “Ά, είχε απαγορευτικό, επανέλαβε τρείς φορές, ξεκαρδισμένος στα γέλια.» [Πλακιάς Κωνσταντίνος]
Από τι μας γλύτωσε;
«ΗΜΑΣΤΕ ΜΕ την Ευαγγελία κι ήταν πολύ αργά, 10:30 το βράδυ. Το πρωί θα εργαζόμαστε. “Γέροντα, εμείς φεύγουμε, του λέω. Όχι, περιμένετε. Ό Γέροντας, χωρίς σκούφο, περιφερόταν στην αυλή. Είχε πανσέληνο, το πρόσωπό του έλαμπε περίεργα, σαν από άλλο κόσμο. Τα μάτια του ήταν αδύνατον να τα κοιτάξεις, πολύ φωτεινά και ζωηρά. Έλαμπαν και οι πλάκες της αυλής. ‘Ο Γέροντας περιφερόταν και προσευχόταν, κάτι μουρμούριζε κι ήταν πολύ σοβαρός.
“Γέροντα, είστε καλά; Θέλετε κάτι; τον ρώτησε η Ευαγγελία. “Όχι, θα σας πω εγώ πότε θα φύγετε. Περιμένετε, μη φύγετε. Τελικά, μας άφησε στις 1:00 το βράδυ. Φύγαμε με ταξί. Τίς οίδε, από τί μας γλύτωσε!» [Πλακιάς Κωνσταντίνος]
Έλαμπε το πρόσωπο
«ΜΕΤΑ ΤΗΝ Θεία Λειτουργία καθόμαστε έξω στο τραπεζάκι. Έρχονται τρείς γυναίκες αδελφές. Ο πατέρας τους ήταν ετοιμοθάνατος σε κάποια πτέρυγα και ήθελαν να τον κοινωνήσει ο Γέροντας. Όμως ο Γερο-Ευμένιος δυσκολευόταν πιά στο περπάτημα. Ή μία πήγε να φέρει το αυτοκίνητό τους, να τον μεταφέρουν με την Θεία Κοινωνία. Οι δύο περίμεναν.
Κάποια στιγμή βλέπω τον Γέροντα να λάμπει πιο πολύ και ν’ ατενίζει τον ουρανό. Σε λίγο κοιτάει τις δύο γυναίκες και τις ρωτάει: “Ο πατέρας σας ήταν και όχι είναι της Εκκλησίας άνθρωπος.
“Όχι, Γέροντα, λένε.
Τότε έρχεται κλαίγοντας ή μία, που είχε πάει να φέρει το αυτοκίνητο, και λέει: “Αφήστε το. Μόλις πέθανε. Ό Γέροντας κλείστηκε μετά στον ναό, προφανώς να προσευχηθεί για την ψυχή του αποθανόντος.» [Πλακιάς Κωνσταντίνος]
«Καλά να γράψεις»
«ΚΑΠΟΤΕ, ΕΔΙΝΑ στον καθηγητή Φειδία, στο Πανεπιστήμιο, το μάθημα «Βυζάντιο». Επειδή εργαζόμουν, δεν πρόλαβα να διαβάσω. Πήγα πολύ πρωί στον Γερο-Ευμένιο και του είπα: “Στις 1:00 το μεσημέρι δίνω «Βυζάντιο». Δεν ξέρω τίποτε, δεν διάβασα. Τι να κάνω;. “Καλά να γράψεις, πολύ καλά να γράψεις, μου είπε και με σταύρωσε στο κεφάλι.
Ήμουν δεύτερη περίοδο, 1:00 με 4:00. Πάω στο εκκλησάκι της Θεολογικής, έρχεται μιά κοπέλα, που είχε βγει από την πρώτη περίοδο, ν’ ανάψει κερί. Υπήρχε χρόνος, μιάμιση ώρα ακόμα. “Πώς πήγες;, την ρωτάω. “Σχεδόν καλά, μου απάντησε. Την ρώτησα, τι θέματα έβαλαν, και μετά την παρακάλεσα να μου πει τρία θέματα στην τύχη και μου είπε α, β, γ. Έδιναν τρία θέματα. Εγώ, στην μιάμιση αυτή ώρα, που είχα μπροστά μου, τα διάβασα, πιστεύοντας στην ευχή του Γέροντα.
Μπαίνει ο καθηγητής, θέμα πρώτον, θέμα δεύτερον, θέμα τρίτον, ακριβώς με την σειρά, που μου τα είχε πει η κοπέλα, Δόξα σοι ο Θεός, πέρασα με 8.» [Πλακιάς Κωνσταντίνος]
Είχε προβλέψει την ημερομηνία
«ΗΤΑΝ 17 Μαρτίου 1999, των ονομαστηρίων του Μητροπολίτου Νικαίας κ. Αλεξίου. Άρχισε να ψάλει την φήμη του Σεβασμιωτάτου. Στο τέλος του λέω: “Και τα δικά σας πολλά τα έτη, Γέροντα. “Τα δικά μου…, είπε σκεπτικός και άρχισε να μετράει “17, 18, 19, 20, 21, 22, 23…. Στο 23 σταμάτησε. Όταν εκοιμήθη, στις 23 Μαΐου, τότε κατάλαβα τι σήμαινε το 23.» [Κουρουνιώτη Ευαγγελία]
ΟΡΑΜΑΤΑ
Ο ΠΑΤΗΡ ΕΥΜΕΝΙΟΣ ζούσε και σε ένα κόσμο υπερφυσικό. Έβλεπε και αισθανόταν πράγματα, που οι αισθήσεις του απλού ανθρώπου δεν τα αντιλαμβάνονται. Έβλεπε και αισθανόταν την παρουσία Αγίων Προσώπων.
Μου έλεγε ο Γέρων Γαβριήλ, από το Κουτλουμουσιανό κελί του Οσίου Χριστοδούλου, στο Άγιον Όρος, ότι πήγε κάποια ημέρα ο πατήρ Ευμένιος να δει τον γέροντα Πορφύριο και, την ώρα της Θείας Λειτουργίας, βλέπει ο πατήρ Ευμένιος αγγέλους μέσα στον ναό και γύρω από τον γέροντα Πορφύριο. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, λέει ο πατήρ Ευμένιος στον γέροντα Πορφύριο: “Γέροντα, εσείς είστε άγιος άνθρωπος. Είδα αγγέλους να σας περιβάλλουν. Και του απαντά ο πατήρ Πορφύριος: “Εγώ, μωρέ, είμαι άγιος, ή εσύ που τους είδες;.
Από το βιβλίο: Πατήρ Ευμένιος. Ο κρυφός άγιος της εποχής μας. Μοναχού Σίμωνος.
Αθήνα, 2009
