Το Παλαιοδιαθηκικό βιβλίο του Προφήτου Ιωνά στην Πρωτότυπη και στην Νεοελληνική του μορφή (κείμενο και αρχεία ήχου).

Ακούστε το βιβλίο του Προφήτου Ιωνά, όπως ηχογραφήθηκε για την ηχητική βιβλιοθήκη του συλλόγου μας.zip

Ιωνάς. Ο προφήτης και η εποχή του.

Για το πρόσωπο του Ιωνά δεν έχουμε άλλες πληροφορίες παρά μόνο από το επεισόδιο που εξιστορείται στο βιβλίο αυτό της Παλαιάς Διαθήκης, που φέρει το όνομά του. Σύμφωνα με τον πρώτο του στίχο, ήταν γιος του Αμαθί (α’ 1).

Στο Δ’ Βασ’. ιδ’ 25 γίνεται λόγος για προφήτη που ονομαζόταν Ιωνάς, ήταν γιος του Αμαθί και καταγόταν από τη Βεθχοφέρ της Γαλιλαίας, μία κώμη που ανήκε στη φυλή του Ζαβουλών, και ο οποίος προανήγγειλε στον Ιεροβοάμ Β’, βασιλιά του Ισραήλ (783-743 π. Χ.), την επέκταση των ορίων του κράτους του. Όμως δεν είναι βέβαιο ότι ο προφήτης αυτός ταυτίζεται με τον προφήτη που έστειλε ο Θεός στη Νινευή. Πάντως οι παλιότεροι ερμηνευτές του βιβλίου και αρκετοί από τους νεότερους δέχονται ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

Θέμα.

Το θέμα του βιβλίου είναι η αποστολή ενός Ιουδαίου προφήτη στη Νινευή για να κηρύξει μετάνοια στους κατοίκους της.

Περιεχόμενο.

Α’. 1Ο Κεφάλαιο: Ο Ιωνάς προσπαθεί να αποφύγει την αποστολή του. Το επικίνδυνο ταξίδι του, η σφοδρή τρικυμία, η ρίψη του στη θάλασσα.

Β’. 2ο Κεφάλαιο: Ο Ιωνάς καταβροχθίζεται από ένα θαλάσσιο κήτος, προσεύχεται μέσα στην κοιλιά του και διασώζεται θαυμαστώς.

Γ’. 3ο Κεφάλαιο: Το κήρυγμα μετανοίας του Ιωνά στη Νινευή και η ειλικρινής μετάνοια των Νινευιτών και η διάσωσή τους από την καταστροφή.

Δ’. 4ο Κεφάλαιο: Η θλίψη του Ιωνά για τη ματαίωση της τιμωρίας των Νινευιτών. Η σημειολογία της κολοκυθιάς και η επιτίμηση του προφήτη από τον Θεό.

Συγγραφέας και χρόνος συγγραφής.

Η αφήγηση του βιβλίου του Ιωνά δεν είναι ούτε αλληγορία με ιστορικό ένδυμα, ούτε όραμα κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ο Ιωνάς, όπως φαίνεται κι από τη μαρτυρία του Βασιλειών Δ’, είναι πρόσωπο ιστορικό. Αλλά και για την ιστορικότητα του περιεχομένου αυτού του βιβλίου έχουμε μαρτυρίες κι από την έγγραφη παράδοση του Ισραήλ, αλλά και από τον ίδιο τον Κύριο, που επιβεβαίωσε τη μετάνοια των Νινευιτών, που έγινε κάτω από την επίδραση του κηρύγματος του Ιωνά (Ματθ. ιβ’ 41).

Ως προς το ζήτημα ποιος υπήρξε ο συγγραφέας του βιβλίου και πότε αυτό γράφτηκε, υπήρξαν διάφορες αμφισβητήσεις, που θεωρούν ότι στα χρόνια του Ιωνά ανάγεται μόνο ο πυρήνας της διηγήσεως και υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ο Ιωνάς είτε κάποιος άλλος του άμεσου περιβάλλοντός του παρέδωσε γραπτώς τις κύριες γραμμές της διηγήσεως˙ και ότι συγγραφέας του βιβλίου είναι κάποιος άλλος άγνωστος Ισραηλίτης που έζησε στα μεταχμαλωσιακά χρόνια. Έτσι τοποθετούν τη συγγραφή όλου του βιβλίου σε πολύ μεταγενέστερα χρόνια. Τα επιχειρήματά τους όμως δεν είναι ισχυρά.

Το βιβλίο αυτό λοιπόν δεν αποκλείεται να γράφτηκε ή από τον ίδιο τον Ιωνά ή από κάποιον μαθητή του. Πάντως μνημονεύεται από το βιβλίο του Σειράχ (μθ’ 10) γύρω στο 200 π. Χ. συνεπώς έχουμε ένα απώτατο χρονικό όριο για το βιβλίο αυτό.

Θεολογική σημασία – Διδασκαλία.

Το βιβλίο εκ πρώτης όψεως φαίνεται περισσότερο ιστορικό παρά διδακτικό. Ωστόσο, το βιβλίο αυτό είναι προφητικό και υπό τη γενικότερη και υπό την ειδικότερη έννοια της λέξης. Διότι, σε αντίθεση με την ισραηλιτική στενοκαρδία και μισαλλοδοξία κηρύττει διαπρυσίως ότι ο Θεός δεν είναι μόνο Θεός των Ιουδαίων, αλλά και των ειδωλολατρών˙ εκδηλώνει την αγάπη του προς όλους τους ανθρώπους, ακόμη και προς τα ζώα. Έτσι το βιβλίο του Ιωνά προπαρασκευάζει την οδό του Ευαγγελίου. Ο συγγραφέας οραματίζεται την επιστροφή του ειδωλολατρικού κόσμου και δεν θεωρεί ότι η επιστροφή του αυτή θα γίνει μετά από εκπλήρωση νομικών διατάξεων και προσφορές θυσιών, αλλά μετά από εσωτερική μετάνοια. Αλλά και η ιουδαϊκή παράδοση τοποθετεί το βιβλίο αυτό ανάμεσα στα προφητικά. Και ο ίδιος ο Κύριος σαφώς πρόβαλε την τριήμερη παραμονή του Ιωνά στην κοιλιά του κήτους ως προτύπωση της τριήμερης ταφής και της αναστάσεώς του.

Η χρήση του στην Εκκλησία.

Το βιβλίο του Ιωνά αναγινώσκεται ολόκληρο στον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου. Διότι ο ίδιος ο Κύριος εκλαμβάνει την τριήμερη παραμονή του προφήτη στην κοιλιά του κήτους ως τύπο και προεικόνιση της τριήμερης ταφής και αναστάσεώς του.

Η μνήμη του προφήτη εορτάζεται στις 21 Σεπτεμβρίου.

Κεφάλαιο Α’ (1)

Στίχ. 1-3. Ο Ιωνάς προσπαθεί να αποφύγει την αποστολή του.

1 Λόγος Κυρίου κατέφθασε στον Ιωνά, τον γιο του Αμαθί, που του έλεγε:

2 «Σήκω και πήγαινε στη Νινευή, την πόλη τη μεγάλη, και κήρυξε σ’ αυτήν μετάνοια, διότι η κακία της είναι τόσο κραυγαλέα, ώστε ανέβηκε η βοή της μέχρι τον θρόνο μου πάνω στους ουρανούς».

3 Ο Ιωνάς όμως, δυσφορώντας για την εντολή που πήρε, σηκώθηκε και ετοιμάστηκε να φύγει προς αντίθετη κατεύθυνση, στην πόλη της Ισπανίας Θαρσίς, μακριά από τα Ιεροσόλυμα, επειδή ήθελε να ξεφύγει από την παρουσία του Κυρίου. Κατέβηκε λοιπόν στην Ιόππη και βρήκε ένα πλοίο που θα απέπλεε στη Θαρσίς. Πλήρωσε τον ναύλο του ταξιδιού και επιβιβάστηκε το πλοίο αυτό μαζί με το πλήρωμα και τους υπόλοιπους επιβάτες για να πάει μαζί τους στη Θαρσίς, μακριά από το πρόσωπο του Κυρίου.

Στίχ. 4-10. Η σφοδρή τρικυμία και η αναζήτηση του ενόχου.

4 Ο Κύριος όμως σήκωσε φοβερή ανεμοθύελλα στη θάλασσα, κι αμέσως ξέσπασε πολύ μεγάλη τρικυμία και το πλοίο κινδύνευε να διαλυθεί από τα κύματα.

5 Κι ήταν τόσο μεγάλη η τρικυμία, ώστε κι αυτοί οι τόσο έμπειροι ναυτικοί φοβήθηκαν ότι θα πνιγούν˙ και άρχισαν να φωνάζουμε με όλη τους τη δύναμη και να προσεύχονται ο καθένας στον θεό που πίστευε˙ και για να ελαφρώσουν το πλοίο, άρχισαν να ρίχνουν στη θάλασσα διάφορα αντικείμενα από το φορτίο που υπήρχε σε αυτό. Στο μεταξύ ο Ιωνάς, όταν επιβιβάσθηκε στο πλοίο, κατέβηκε στο αμπάρι και κοιμόταν πολύ βαθιά ροχαλίζοντας!

6 Κάποια στιγμή τον είδε ο πλοίαρχος, τον πλησίασε και του είπε: «Τί κάνεις εσύ εδώ; Το πλοίο κινδυνεύει κι εσύ ροχαλίζεις; Σήκω και παρακάλεσε τον Θεό σου να μας σώσει, για να μη χαθούμε».

7 Την ίδια ώρα μέσα στη φοβερή τρικυμία οι επιβάτες του πλοίου έλεγαν ο καθένας στον διπλανό του: «Ελάτε να ρίξουμε κλήρο, να δούμε ποιός φταίει που μας βρήκε αυτό το φοβερό κακό». Έριξαν λοιπόν κλήρους και ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά.

8 Άρχισαν τότε να τον ρωτούν: «Πες μας ξεκάθαρα για ποιον λόγο μας βρήκε όλο αυτό το κακό; Τί δουλειά έχεις εσύ εδώ; Ποιά είναι η εργασία σου; Από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις; Από ποιά χώρα κατάγεσαι, σε ποιόν λαό ανήκεις;».

9 Και ο Ιωνάς τους αποκρίθηκε: «Δούλος του Κυρίου είμαι! Τον Κύριο και Θεό του ουρανού υπηρετώ, αυτόν σέβομαι και λατρεύω˙ αυτόν που δημιούργησε τη θάλασσα και τη στεριά και τιθασεύει τα στοιχεία της φύσεως».

10 Τότε οι επιβάτες του πλοίου φοβήθηκαν πάρα πολύ, καθώς διαπίστωσαν ότι ο Θεός του ουρανού και της γης και της θάλασσας ήταν οργισμένος εναντίον του Ιωνά. Και του είπαν: «Πώς το έκανες αυτό κι αποπειράθηκες να φύγεις μακριά από τον Θεό σου;». Διότι έμαθαν οι επιβάτες ότι ο Ιωνάς έφευγε μακριά από το πρόσωπο του Κυρίου, όπως ο ίδιος το είχε ομολογήσει σε αυτούς.

Στίχ. 11-16. Ο Ιωνάς ρίπτεται στη θάλασσα.

11 Και του είπαν: «Τί πρέπει τώρα να σου κάνουμε για να κοπάσει η θάλασσα που μας απειλεί;» Διότι η θαλασσοταραχή δυνάμωνε όλο και περισσότερο και σήκωνε όλο και μεγαλύτερη τρικυμία.

12 Και ο Ιωνάς τους απάντησε: «Πάρτε με και ρίξτε με στη θάλασσα και θα γαληνέψει η τρικυμία˙ έτσι θα πάψουν τα άγρια κύματα να πέφτουν πάνω σας. Διότι κι εγώ είμαι βέβαιος ότι εξαιτίας μου ξέσπασε πάνω σας αυτή η μεγάλη θαλασσοταραχή».

13 Παρόλα αυτά, οι ναύτες κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να προσορμισθούν σε κάποια στεριά για να αποβιβάσουν εκεί τον Ιωνά˙ μα δεν μπορούσαν, διότι η τρικυμία όλο και μεγάλωνε και σήκωνε τεράστια κύματα εναντίον τους.

14 Τότε άρχισαν όλοι να κραυγάζουν και να ικετεύουν τον Κύριο κι έλεγαν: «Μην επιτρέψεις, Κύριε, να χαθούμε εξαιτίας αυτού εδώ του ανθρώπου. Και μη μας τιμωρήσεις που θα τον ρίξουμε στη θάλασσα, μην επιρρίψεις πάνω μας ενοχή για θάνατο αθώου ανθρώπου˙ διότι εσύ, Κύριε, όπως ήθελες, έτσι και έκανες».

15 Έπειτα πήραν τον Ιωνά στα χέρια τους και τον έριξαν στη θάλασσα. Κι αμέσως σταμάτησε η θαλασσοταραχή.

16 Όταν οι άνθρωποι το είδαν αυτό, ένιωσαν πολύ μεγάλο φόβο ενώπιον του Κυρίου και πίστεψαν ότι αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός˙ κι αμέσως του πρόσφεραν θυσία και του έταξαν να του προσφέρουν κι άλλες θυσίες όταν θα έβγαιναν στη στεριά.

Κεφάλαιο Β’

Στίχ. 1-11. Ο Ιωνάς προσεύχεται μέσα στην κοιλιά του κήτους.

1 Στο μεταξύ ο Κύριος είχε προστάξει ένα μεγάλο θαλάσσιο κήτος να καταπιεί τον Ιωνά˙ και ο Ιωνάς έμεινε εκεί μέσα στην κοιλιά αυτού του κήτους τρεις ημέρες και τρεις νύχτες.

2 Και μέσα από την κοιλιά του κήτους ο Ιωνάς άρχισε να προσεύχεται στον Κύριο και Θεό του

3 κι έλεγε: «Μέσα στη θλίψη μου σε σένα, Κύριε, κραύγασα με όλη μου την δύναμη και με άκουσες. Από την κοιλιά του κήτους, που μοιάζει με τα σπλάχνα του Άδη, βγήκε η κραυγή μου κι εσύ άκουσες τη φωνή μου.

4 Με πέταξες στα πιο απόμακρα βάθη της θάλασσας και με περικύκλωσαν σαν ποτάμια τα ρεύματά της˙ όλες οι φοβερές τρικυμίες και οι κλυδωνισμοί των κυμάτων σου πέρασαν από πάνω μου.

5 Κι εγώ κάποια στιγμή είπα: ¨Με πέταξες μακριά απ’ τα μάτια σου, αηδιάζεις και μόνο που με βλέπεις. Άραγε θα αξιωθώ άλλη φορά να δω, έστω και απέξω, τον άγιο Ναό σου;

6 Τριγύρω μου περιχύθηκαν τα νερά της θάλασσας και εισχώρησαν μέχρι τα βάθη της ψυχής μου˙ η απύθμενη άβυσσος της θάλασσας με περικύκλωσε και με πέταξε στον βυθό της˙ το κεφάλι μου βυθίστηκε σε σχισμές υποθαλάσσιων βουνών.

7 Κατέβηκα στους πιο βαθείς πυθμένες της γης, στα σύνορα του Άδη, εκεί όπου οι πανίσχυρες αμπάρες του κρατούν για πάντα φυλακισμένες τις ψυχές˙ αλλά σε παρακαλώ, Κύριε και Θεέ μου, βγάλε από αυτή τη φθορά τη ζωή μου¨.

8 Κι ενώ ένιωθα να σβήνει η ζωή μου και να φεύγει η ψυχή από το σώμα μου, θυμήθηκα τον Κύριο και στράφηκα προς αυτόν. Κύριε, ας φθάσει σε σένα η προσευχή μου, στον ναό τον άγιό σου.

9 Όσοι τιμούν και λατρεύουν τα μάταια και ψεύτικα είδωλα, χάνουν το έλεος που θα τους χάριζες εσύ, ο αληθινός Θεός.

10 Όμως εγώ θα προσφέρω θυσίες σε σένα, τον αληθινό Θεό, ψάλλοντάς σου με όλη μου τη δύναμη ύμνους και δοξολογίες˙ και θα εκπληρώσω όσα τάματα σου έκανα για τη σωτηρία μου. Διότι εσύ, Κύριε, είσαι η σωτηρία μου.

Στίχ. 11. Ο Ιωνάς βγαίνει από το κήτος.

11 Τότε ο Κύριος πρόσταξε το θαλάσσιο κήτος κι εκείνο αμέσως έβγαλε έξω από τα σπλάχνα του τον Ιωνά στη στεριά.

Κεφάλαιο Γ’ (3)

Στίχ. 1-4. Το κήρυγμα μετανοίας του Ιωνά στη Νινευή.

1 Και ο Κύριος μίλησε για δεύτερη φορά στον Ιωνά και του είπε:

2 «Σήκω και πήγαινε στη Νινευή, την πόλη τη μεγάλη, και κήρυξε σε αυτήν το ίδιο κήρυγμα που σου είχα αναθέσει να τους πεις».

3 Και ο Ιωνάς, σηκώθηκε και πήγε στη Νινευή και έκανε ό,τι ακριβώς τον πρόσταξε ο Κύριος. Η Νινευή ήταν πόλη μεγάλη στα μάτια όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και ενώπιον του Θεού˙ και για να τη διασχίσει κανείς, χρειαζόταν περίπου τρεις ημέρες δρόμο.

4 Και ο Ιωνάς, μόλις μπήκε στην πόλη, άρχισε το έργο του. Και μέσα σε αυτές τις τρεις ημέρες διάνυε κάθε μέρα πορεία περίπου μιας ημέρας. Και κήρυττε λέγοντας: «Ακόμη τρεις ημέρες και η Νινευή θα καταστραφεί».

Στίχ. 5-9. Η ειλικρινής μετάνοια των Νινευιτών.

5 Και οι άνδρες της Νινευής πίστεψαν στην προειδοποίηση του αληθινού Θεού˙ και κήρυξαν γενική νηστεία και φόρεσαν όλοι πένθιμους σάκους, από τον μεγαλύτερο μέχρι τον μικρότερο.

6 Όταν το μήνυμα του Ιωνά έφθασε στον βασιλιά της Νινευή, αυτός αμέσως σηκώθηκε από τον θρόνο του κι έβγαλε από πάνω του τη βασιλική του στολή, φόρεσε πένθιμο σάκκο και κάθισε στο έδαφος πάνω στη στάχτη.

7 Κι έστειλε τους κήρυκες να διακηρύξουν σε όλη τη Νινευή την απόφαση του βασιλιά και των υψηλόβαθμων αξιωματούχων του και των αυλικών του: «Οι άνθρωποι κι όλα τα μεταφορικά ζώα και τα βόδια και τα πρόβατα να μη γευθούν τροφή, ούτε να βοσκήσουν, ούτε να πιουν νερό».

8 Και οι άνθρωποι φόρεσαν πένθιμους τρίχινους σάκους κι έβαλαν πάνω στα ζώα τους τρίχινο σαμάρι. Και άρχισαν να κραυγάζουν προς τον Θεό ακατάπαυστα με όλη τους τη δύναμη. Κι ο καθένας από αυτούς μετανόησε και απαρνήθηκε τον κακό και αμαρτωλό δρόμο που είχε πάρει, και κάθε αδικία που είχε διαπράξει. Κι έλεγαν όλοι τους:

9 «Ποιός ξέρει μήπως μετανοήσει ο Θεός και διώξει μακριά του τον θυμό και τη μεγάλη του οργή και δεν χαθούμε».

Στίχ. 10. Ο Θεός ανακαλεί την απόφαση εναντίον των Νηνευιτών.

10 Και είδε ο Θεός την έμπρακτη μετάνοιά τους, ότι δηλαδή απομακρύνθηκαν από τους πονηρούς δρόμους τους και τους αμαρτωλούς τρόπους ζωής τους˙ και άλλαξε απόφαση ο Θεός για την καταστρεπτική τιμωρία που θα τους έστελνε, όπως τους είχε προειδοποιήσει διαμέσου του προφήτη Ιωνά, και δεν την πραγματοποίησε.

Κεφάλαιο Δ’ (4)

Στίχ. 1-4. Ο Ιωνάς παραπονιέται στον Θεό για την ευσπλαχνία που έδειξε.

1 Ο Ιωνάς όμως, αντί να χαρεί, λυπήθηκε πάρα πολύ, αναστατώθηκε ολόκληρος κι έχασε την ψυχραιμία του.

2 Και προσευχήθηκε στον Κύριο λέγοντας: «Κύριε, δεν τα έλεγα εγώ αυτά, όταν ήμουν ακόμη στην πατρίδα μου; Γι’ αυτό και είχα βιασθεί να φύγω στη Θαρσίς, διότι γνώριζε πολύ καλά ότι εσύ είσαι πονόψυχος και σπλαχνικός, μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοείς για τις κακίες των ανθρώπων και δεν τιμωρείς τελικά αυτούς που μετανοούν γι’ αυτές.

3 Και τώρα, Δέσποτα Κύριε, πάρε μου τη ζωή, διότι είναι προτιμότερο για μένα να πεθάνω παρά να ζω».

4 Και είπε ο Κύριος στον Ιωνά: «Τόσο πολύ λοιπόν έχεις λυπηθεί;»

Στίχ. 5-6. Ο Ιωνάς κάτω από μια κολοκυθιά.

5 Και ο Ιωνάς βγήκε από την πόλη και κάθισε σ’ ένα λόφο απέναντι από αυτήν. Κι έφτιαξε εκεί για τον εαυτό του μια σκηνή και κάθισε κάτω από αυτήν, μέχρι να δει τι θα απογίνει η πόλη.

6 Και ο Κύριος και Θεός πρόσταξε να φυτρώσει εκεί, δίπλα στον προφήτη, μία κολοκυθιά. Αυτή φύτρωσε αμέσως και μεγάλωσε κι ανέβηκε πάνω από το κεφάλι του Ιωνά, για να του χαρίζει σκιά, να τον προφυλάσσει από τη ζέστη και να τον ανακουφίζει από τη στενοχώρια του. Και ο Ιωνάς χάρηκε πάρα πολύ για την κολοκυθιά.

Στίχ. 7-8. Η κολοκυθιά ξεραίνεται και ο Ιωνάς ολιγοψυχεί.

7 Την άλλη μέρα όμως πολύ πρωί, πρόσταξε ο Θεός ένα σκουλήκι να αρχίσει να τρώει τις ρίζες της κολοκυθιάς κι έτσι η κολοκυθιά ξεράθηκε.

8 Κι αμέσως μόλις ανέτειλε ο ήλιος, πρόσταξε ο Θεός να πνεύσει ένας πολύ καυστικός άνεμος˙ ταυτόχρονα οι ηλιακές ακτίνες χτύπησαν το κεφάλι του Ιωνά και ο Ιωνάς λιγοψύχησε και εξαντλήθηκε τελείως, κόντεψε να λιποθυμήσει, να χάσει τη ζωή του. Και είπε: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζω».

Στίχ. 9-11. Ο Θεός με το παράδειγμα της κολοκυθιάς διδάσκει τον Ιωνά.

9 Τότε ο Θεός είπε στον Ιωνά: «Τόσο πολύ λοιπόν έχεις λυπηθεί για μια κολοκυθιά;» Και ο Ιωνάς αποκρίθηκε: «Τόσο πολύ λυπήθηκα, μέχρι που να θέλω να πεθάνω».

10 Και είπε ο Κύριος: «Εσύ λυπήθηκες για μια κολοκυθιά για την οποία δεν κόπιασες να τη φυτέψεις, ούτε την πότισες ή την καλλιέργησες για να μεγαλώσει˙ μόνη της φύτρωσε ένα πρωί, και την ίδια νύχτα, προτού φανεί καλά – καλά το φως της άλλης μέρας, χάθηκε.

11 Εγώ λοιπόν δεν έπρεπε να λυπηθώ τη Νινευή και να προλάβω την καταστροφή αυτής της μεγάλης πόλεως, στην οποία κατοικούν περισσότεροι από εκατόν είκοσι χιλιάδες μικρά αθώα παιδιά, τα οποία δεν έμαθαν ακόμη να ξεχωρίζουν ποιο είναι το αριστερό τους χέρι και ποιο το δεξί˙ και υπάρχουν εκεί αμέτρητα ζώα τα οποία δεν έφταιξαν σε τίποτε;».

Η Νεοελληνική απόδοσις ελήφθη από το: “η Παλαιά Διαθήκη, κατά τους εβδομήκοντα, με σύντομη ερμηνεία.” Ερμηνευτική απόδοσις υπό π. Τρεμπέλα, Ηρ. Παπαδημητρίου, Γ. Ψαλτάκη, Ν. Βασιλειάδη. Απόδοση της ερμηνείας στην Νεοελληνική Μάριος Δομουχτσής.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Αρχεία ήχου και εικόνος (video), Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.