Μια φορά ήταν στο καΐκι – νεαρός ήμουν τότες – ένας γέροντας με τον υποτακτικό του. Δύσκολος ο καιρός. Το κύμα μας σκέπαζε. Ο αέρας δυνατός.
«Θα πεθάνουμε», φώναξε τρομαγμένα ο υποτακτικός. «Θα πεθάνουμε, γέροντα».
Ο γέροντας, χωρίς να ταραχθεί και χωρίς να αποσπασθεί από την προσευχή του, απάντησε:
«Μα, γι’ αυτό ήρθαμε εδώ, παιδί μου, για να πεθάνουμε…».
Δεν το ξεχνάω. Εάν ήρθες για να ζήσεις, φύγε. Εάν ήρθες, να πούμε, για να πεθάνεις, μείνε. Όταν έρχεσαι εδώ, έχεις βάρος. Είναι το βάρος του κόσμου. Όσο αγωνίζεσαι, μειώνεται το βάρος, ελαφραίνει η ψυχή. Ο κόσμος σε φορτώνει, τρόπον τινά. Ο Χριστός σε ξεφορτώνει. Το λέει. Δεν το λέει; «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Άμα έρθεις εδώ και μου κουβαλήσεις όλον τον κόσμο, τί να το κάνω; Ο κόσμος δε χωρά στην πόρτα του Αγίου Όρους. Είδες τις πορτούλες εδώ; Όλες στενές και χαμηλές είναι. Είναι πολύ μικρός ο κόσμος για να χωρέσει το μεγαλείο του Θεού. Όποιος θελήσει να φέρει τον κόσμο εδώ, μένει κι αυτός απ’ έξω. Θα μου πεις, πώς φέρνω τον κόσμο εδώ; Σαν το μικρόβιο τρυπώνει στο θέλημα, καλύπτεται με τη διάθεσή σου, κρύβεται κάτω από τις αισθήσεις σου. Γι’ αυτό με την υπακοή καθαρίζεις το θέλημα, με την ταπείνωση θεραπεύεις τη διάθεση και με την άσκηση ελευθερώνεις τις αισθήσεις.
Αυτός είναι ο αγώνας του μοναχού. Όταν έρχεσαι εδώ με απόφαση να μείνεις, βιώνεις μέσα σου μια σύγκρουση κοσμικών και πνευματικών φρονημάτων. Εδώ είναι το στρατόπεδο του πνεύματος. Συμμαχείς με το πνεύμα. Εάν είσαι μοναχός με κοσμικά, τρόπον τινά, φρονήματα, θα έχεις και πολλά προβλήματα. Εάν αγωνιστείς, ο κόσμος κάνει τις επιθέσεις. Να, έρχεται και σε σκουντά με το λογισμό κι εσύ είσαι νεκρός, ακίνητος. Έρχεται να παίξει μαζί σου σαν τη γάτα με το ποντίκι. Αφού παίξει πρώτα, μετά θα σε πνίξει. Πόσες φορές δεν μας πλημμυρίζει ένας λογισμός και μας πνίγει. Ήρθε; Ακίνητος εσύ. Μία θα πειράξει, δύο θα ενοχλήσει, μετά θα φύγει. Εδώ ήρθαμε να πεθάνουμε, όπως είπε ο γέροντας στον υποτακτικό, στη βάρκα. Να είσαι τυφλός στα σαρκικά, για να δεις τα πνευματικά. Κουφός στα κοσμικά, για να ακούσεις τα θεϊκά. Αναίσθητος στα υλικά, για να έχεις την αίσθηση της επίσκεψης της Χάριτος. Νέκρωση. Ναι, νέκρωση δια της υπομονής, της προσευχής, της υπακοής, της εγκράτειας, της ταπείνωσης, της μετάνοιας.
Όσες δυσκολίες, τόση Χάρη.
Πρόσεξε! Κόσμος δεν είναι οι άνθρωποι. Κόσμος είναι, να πούμε, μια πόλη που κατοικεί η αμαρτία, ο εγωισμός, η ανυπακοή, η ασέβεια, η βλασφημία, η πορνεία, η κατάκριση. Αυτή η πόλη δήμαρχο έχει το διάβολο. Ο μοναχός έφυγε, αρνήθηκε τον κόσμο και ήρθε εδώ για τον Χριστό και τους ανθρώπους, για τη σωτηρία των οποίων κάνει κοπιαστική, άγρυπνη, αδιάλειπτη επώδυνη, καρδιακή προσευχή.
Λέω πολλές φορές: «Χριστέ μου, πολλά βάσανα, πολλές πίκρες, πολλές μέριμνες έχουν οι άνθρωποι. Πώς να βρουν δύναμη, διάθεση να προσευχηθούν; Δεν μπορούν». Εγώ και τίποτα δεν έχω και τίποτα δεν είμαι. Εεε!!! Θα κάνω κομποσκοίνι, θα αγρυπνήσω, θα κάνω μετάνοιες και γι’ αυτούς. Μήπως και αυτοί ωφεληθούν. Μήπως και εγώ σωθώ. Εδώ δεν ήρθαμε με τον κόσμο, αλλά για όλο τον κόσμο, για κάθε αδελφό, για κάθε ψυχή. Πάντως και μέσα στον κόσμο πολλοί προσεύχονται. Όσες δυσκολίες έχουν τόση Χάρη παίρνουν. Εάν εγώ μέσα στην έρημο λέω εκατό ευχές και κάνω, να πούμε, πενήντα μετάνοιες και ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο και στις μέριμνες πει πέντε ευχές και κάνει τρεις μετάνοιες, είμαστε ίσα. Είναι πόλεμος η καλογερική, είναι πόλεμος η πνευματική ζωή.
Ενθυμούμαι αυτό που είχε δει ο γέρο –Ιωσήφ και μας το έλεγε για να ξέρουμε που βρισκόμαστε και τι κάνουμε. Ήταν σε κατάσταση Χάριτος. Είχε πλημμυρίσει με φως, να πούμε, όλη του η καρδιά, όλη του η ύπαρξη. Τότες είδε ένα τάγμα μοναχών από τη μία πλευρά, σε παράταξη και ένα τάγμα δαιμόνων από την άλλη. Τί είναι αυτό που είδε; Είναι η μοναχική ζωή. Είναι η πνευματική ζωή. Άμα δεν πολεμάς το διάβολο, τί σόι μοναχός είσαι; Άμα δεν πολεμάς τον πονηρό, τί χριστιανός είσαι; Τώρα θα μου πεις. Πώς τον πολεμάς; Αγαπώντας τον Χριστός και ζώντας το Ευαγγέλιο».
«Τί άλλο είδε, γέροντα, ο άγιος αυτός ησυχαστής;».
«Είδε έναν μεγαλοπρεπή στρατηγό. Τώρα, ποιός ήταν, αρχάγγελος, άγιος ήταν, δεν ξέρω. Πάει κοντά στο γέροντα και του λέει:
«Θέλεις να πολεμήσεις στην πρώτη γραμμή;».
Τότε, όχι μόνο η φωνή, αλλά η ψυχή, τρόπον τινά, του γέροντος, με όλη τη δύναμή της, κραύγασε: «Ιδού ο δούλος Κυρίου…» Τότε μπήκε στον πόλεμο, που για το γέροντα δεν ήταν αόρατος, αλλά πολλές φορές ορατός και σφοδρός. Τότε άρχισαν και οι μεγάλοι πειρασμοί και τα μεγαλύτερα παλαίσματα. «Πώς ήταν, γέροντα, το Άγιον Όρος, όταν ήρθατε;».
«Εε!!! Πώς ήταν; Άγιον ήταν, είναι και θα είναι. Όχι μόνο από τους αγίους του, αλλά από την προσπάθεια όλων των πατέρων. Μπορεί να μη φθάσεις σε μία αρετή, σε ένα καρπό της Χάριτος˙ και το ότι προσπαθείς και παλεύεις και αυτό άγιον είναι και το δέχεται και το χαίρεται ο Χριστός».
Ένα βήμα ο Παράδεισος.
Εδώ, όταν ήρθα στα Κατουνάκια, όπου και να πήγαινες, συναξάρι διάβαζες. Πέντε – έξι χρόνια πριν έρθω εκοιμήθη ο διακριτικός, ο φωτισμένος ο παπά – Ιγνάτιος ο πνευματικός. Ο αόμματος – έτσι τον ονόμαζαν – γιατί ήταν τυφλός. Δεν έβλεπε αυτά που φαίνονται. Έβλεπε, όμως, αυτά που δε φαίνονται. Η πνευματική του όραση έφτανε μέχρι το βάθος της ψυχής. Διέσχιζε την εσωτερική άβυσσο του ανθρώπου και εντόπιζε το τραύμα. Το εντόπιζε και το αντιμετώπιζε θεραπευτικά, δίνοντας τα κατάλληλα φάρμακα από το φαρμακείο, το Άγιο Ευαγγέλιο. Ήταν υποτακτικός του γέρο – Νεόφυτου.
Να σας πω τί του έκανε ο γέροντας, όταν πρωτοήρθε. Είχε το παιδί αρκετές οικονομίες από την εργασία του. Έδωσε λοιπόν στο γέροντα τριακόσιες λίρες.
Ο γέρο – Νεόφυτος μειδίασε. «Τί να τα κάνουμε αυτά στην έρημο; Είναι άχρηστα. Εάν θέλεις να μείνεις εδώ, θα τα μοιράσεις σε φτωχούς μοναχούς και ασκητές».
Μήνες ταλαιπωρήθηκε ο μικρός. Ποιός να τα πάρει; Τους παρακαλούσε με δάκρυα:
«Πάρτε, σας παρακαλώ, αλλιώς πώς θα γυρίσω στο γέροντά μου;».
Έφυγε φτωχός με τριακόσιες λίρες και γύρισε πλούσιος, γιατί γνώρισε ανθρώπους του Θεού. Αυτός είναι πλούτος αδαπάνητος. Ο παπά – Ιγνάτιος όλο το Άγιον Όρος εξομολόγησε. Και πολλούς απ’ τον κόσμο. Μεγάλος σταυρός. Μεγάλη ευθύνη. Έρχεται ο άνθρωπος να τον βγάλεις από ό,τι έχει βουλιάξει. Να τον καθαρίσεις. Να τον αρωματίσεις. Να τον προσφέρεις στον Χριστό. Χωρίς τη Χάρη πώς να το κάνεις; Η αμαρτία παντού μπαίνει. Και στο λογισμό πάει, το σώμα τυραννάει και την ψυχή χτυπάει. Όλα τα πειράζει και τα επηρεάζει. Όλα θέλει να τα έχει στο χέρι. Και τις αισθήσεις και το νευρικό, να πούμε, σύστημα του ανθρώπου. Μα τον πνευματικό που προσεύχεται και τον εξομολογούμενο που μετανοεί φωτίζει η χάρις και βρίσκεται η άκρη του νήματος. Μετά θέλεις σιγά – σιγά, μη σπάσει το νήμα και πέσει πάλι ο άνθρωπος. Εάν ο πνευματικός πονά, αγωνιά και προσεύχεται, και ο εξομολογούμενος με ειλικρίνεια, καθαρότητα, πληρότητα, συντριβή μετανοεί, τότες και οι δύο, ο ένας στον άλλον, θα δουν το Χριστό. Ο πνευματικός θα Τον δει να παίρνει το βάρος και να χαριτώνει την ψυχή, και ο εξομολογούμενος θα δει την αγάπη και το έλεός Του.
Έρχονται άνθρωποι εδώ στο σπιτάκι μας να εξομολογηθούν.
«Είμαι, γέροντα σε αδιέξοδο», μου λένε.
«Κύριε ελέησον! Έχεις την άφεση και δεν βλέπεις διέξοδο;»
«Είμαι, γέροντα, σε απελπισία», λέει ο άλλος.
«Κύριε ελέησον! Τί λες, παιδί μου; Αυτό είναι βλασφημία. Έχεις τέτοια αγάπη απέναντί σου και απελπίζεσαι;»
«Είμαι, γέροντα, στην κόλαση».
«Έλα, βρε παιδί μου. Ένα βήμα είναι ο παράδεισος κι εσύ μένεις εκεί; Έπεσες; Στον πνευματικό, παιδί μου. Μπορώ εγώ να σε κρίνω για τις αμαρτίες σου, να σε κατηγορήσω; Όχι. Ένα μόνο φταίξιμο σου ρίχνω. Που δεν εξομολογείσαι. Είδες η οσία Μαρία; Με εξομολόγηση ξεκίνησε και με εξαγόρευση και θεία Κοινωνία τελείωσε. Στην εξομολόγηση ανοίγεις την καρδιά σου και μπαίνει ο Χριστός. Εκείνος τακτοποιεί, θεραπεύει, ενισχύει, φωτίζει, μεταποιεί, αγιάζει. Αυτός θα φέρει στην ψυχή σου ό,τι ωφελεί και θα διώξει ό,τι ζημιώνει. Στην εξομολόγηση ο Θεός δίνει, ο άνθρωπος φωτίζεται. Ο Θεός συγχωρεί, ο άνθρωπος γλυκαίνεται. Ο Θεός μιλά, ο άνθρωπος υπακούει. Ο Θεός αγαπά και ο άνθρωπος χαίρεται. Μεγάλη χαρά. Μεγάλη Χάρις. Χαίρεται ο ουρανός, παιδί μου, και βρέχει τη χαρά του στη γη. Εξομολόγηση είναι ο ευαγγελισμός σου. Ήρθαν τα νέα της συγχώρησής σου. Είναι η μεταμόρφωσή σου, γιατί μετανόησες. Είναι η βάφτισή σου, γιατί καθαρίστηκες. Είναι η Πεντηκοστή σου, γιατί φωτίστηκες. Είναι ο σταυρός σου, γιατί ανυψώθηκες. Είναι η ανάστασή σου, γιατί σώθηκες».
Συνάντηση με το Έλεος.
Ο παπά – Ιγνάτιος σήκωσε σταυρό. Ήταν αυτό που λέει ο άγιος Νεκτάριος: «Πνευματικός ανήρ ο υπό του πνεύματος αγόμενος και ουκέτι αυτός ζων, αλλά έχων ζώντα εν αυτώ τον Χριστόν. Πνευματικός εστίν ο την αίγλην του αγίου Πνεύματος εισδεξάμενος και παρ’ αυτού τον νουν φωτιζόμενος. Πνευματικός ανήρ εστίν ο κατά την αρετήν τέλειος, ο υπερβάς τους της φύσεως νόμους και μηδέν ανθρώπινον φρονών». Αυτός ήταν ο παπά – Ιγνάτιος. Ήξερε να σκεπάζει τον άνθρωπο με τη Χάρη και να ξεσκεπάζει του διαβόλου τις δουλειές.
Θα σας πω κάτι για να δείτε πόσο ενοχλεί το διάβολο η εξομολόγηση. Πώς να μην τον ενοχλεί, αφού εκεί συναντιούνται η ταπείνωση, η μετάνοια, η υπακοή, με την αγάπη και το έλεος του Θεού. Μία φορά πήγα να εξομολογηθώ και είπα και τους λογισμούς. Εεε, πώς να μην τους πεις, αφού είναι και αυτοί, τρόπον τινά, σύμπτωμά της ασθένειάς σου. Άσε που ο λογισμός είναι ο προφήτης της πράξης. Μέσα στην εξαγόρευση είπα και ένα λογισμό που είχα για τις εικονίτσες που είναι σε εφημερίδες και έντυπα εκκλησιαστικά. Δεν ήξερα τι να τις κάνω. Να τις καίω; Βαρύ και αυτό μου ερχόταν. Έεε, το είπα στον πνευματικό. Με το που βγαίνω έξω ήταν ένας που είχε πνεύμα πονηρό. Άρχισε να φωνάζει ο διάβολος «βρε παλιοκαλόγερε, ακόμα και για τις εικόνες είπες;» Το ακούτε; Τον πείραξε. Ό,τι πειράζει το διάβολο, αναπαύει το Θεό.
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
