«Ήταν, γέροντα, και ο γέροντας Δανιήλ, ο σπουδαίος ασκητής των Κατουνακίων», του είπε ο π. Ιωσήφ.
«Ναι. Δεν τον πρόλαβα. Ήμουν εγώ άξιος; Εκοιμήθη τέσσερα χρόνια πριν έρθω. Φωστήρας της Οικουμένης. Από τη Σμύρνη ήταν. Όταν ήταν 15-16 ετών, μια μέρα στο τραπέζι, την ώρα που έτρωγαν, λέει ο πατέρας του:
«Πόσα παιδάκια φτωχά, πόσα παιδάκια ορφανά δεν έχουν να φάνε και εμείς το γλεντάμε».
Αυτός ο λόγος κέντησε, τρύπησε, πόνεσε την καθαρή καρδιά του παιδιού. Είδες ο πατρικός λόγος τί είναι; Σήμερα ο λόγος, πατρικός δεν είναι. Και αντί να ωθεί, να ανεβάζει, τρόπον τινά, την ψυχή του παιδιού, την αδειάζει και τη ρίχνει. Το παιδί από τότε ένιωσε ότι πρέπει να δίνει, να προσφέρει, να ελεεί. Έτσι, απλά ξεκινά η ψυχή και μετά προσφέρεται ολόκληρη.
Εκεί στη Σμύρνη, ο Δημητράκης, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του γέρο – Δανιήλ, βρήκε δύο πνευματικούς ανθρώπους. Το Δημήτριο και τον κυρ – Αναστάση. Άμα διψά η ψυχή, θα την οδηγήσει ο Θεός στην πηγή. Έτσι δεν έγινε και εδώ με το γέροντά μου, το γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή; Ο κυρ – Αναστάσης ήταν σαπωνοποιός. Είδες; Από ‘κει που δεν το περιμένεις. Τσαγκάρη έστειλε ο Κύριος στο Μέγα Αντώνιο, σαπωνοποιό στο γέροντα Δανιήλ. Εσύ να θέλεις˙ ο Θεός θα σου δώσει. Εσύ να διψάς˙ ο Θεός θα σε ξεδιψάσει. Εσύ να πεινάς ο Θεός θα σε χορτάσει.
Σ’ αυτή τη συνοδεία τη μικρή είχανε προσευχή, μελέτη, αγρυπνία. Η μελέτη είναι σπουδαίο πράγμα. Ο γέρο – Ιωσήφ με τη μελέτη της «Καλοκαιρινής» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου ξεκίνησε. Μελετάς τι έκανε ο άγιος και το βλέπεις, το ζεις, το νιώθεις. Μελετάς το μαρτύριο και σου κόβεται η ανάσα και λες: «Να του σκουπίσω το αίμα, να του προσκυνήσω τις πληγές, να του φιλήσω το πρόσωπο, το στόμα που ομολόγησε το Χριστό». Μελετάς για τον όσιο και λες: «Τόσες μετάνοιες κάνει, ας κάνω μία κι εγώ. Τόση προσευχή έχει, ας κάνω λίγο κι εγώ». Η πνευματική μελέτη, εάν τη βάλεις στη ζυγαριά, έχει το βάρος της προσευχής. Όλα αυτά φούντωσαν τον πόθο στην καρδιά του Δημήτρη. «Έθελξας πόθω με, Χριστέ…».
Πόθος και ενθουσιασμός.
Ήρθαν και εμπόδια. Όταν ετοιμάσθηκε να φύγει για το Άγιον Όρος, εκοιμήθη ο πατέρας του. Έπρεπε να σταθεί στη μάνα, να στηρίξει την οικογένεια. Το εμπόδιο ελέγχει, τρόπον τινά, τη γνησιότητα του πόθου. Εάν ο πόθος είναι αληθής, θεριεύει. Εάν είναι κάλπικος, σβήνει, φεύγει, ξεχνιέται. Στο εμπόδιο ξεχωρίζει, εάν είναι πόθος γεμάτος Θεό ή ενθουσιασμός γεμάτος εγωισμό. Στις δυσκολίες, στα εμπόδια, στους πειρασμούς, η παρουσία του Θεού είναι αισθητή, το θέλημά Του ορατό και η φωνή Του δυνατή. Αρκεί να το καταλάβεις.
Όταν έφυγε από τη Σμύρνη, από σαράντα κύματα πέρασε το παιδί. Και να ξέρεις, όσα εμπόδια εξωτερικά βλέπεις στο δρόμο ενός ανθρώπου, άλλα τόσα υπάρχουν και μέσα του. Και η λογική αντιδρά και το συναίσθημα επαναστατεί.
Ο Δημήτρης πέρασε όλα σχεδόν τα μοναστήρια της Πελοποννήσου. Είχε μαζί του ένα φίλο του από τα μέρη αυτά. Ήταν ο Χατζηγιάννης, ο φιλομόναχος. Εάν δεν έχεις φίλο που να είναι φίλος του πόθου σου του πνευματικού, της επιθυμίας σου της ψυχικής, έχεις άλλο ένα εμπόδιο στο δρόμο σου. πήγε στην Ύδρα, στον Προφήτη Ηλία. Στην Τήνο προσκυνητής στη Μεγαλόχαρη. Στην Πάρο στον άγιο Αρσένιο. Εάν στο δρόμο σου δεν έχεις την Παναγία στήριγμα και τους αγίους προστασία, θα χαθείς.
Όταν πλέον κίνησε για το Άγιον Όρος, ο άνεμος ήταν αντίθετος και το πλοίο γύρισε στη Σμύρνη. Ο άνεμος… Ποιός άνεμος ήταν αυτός; Ήταν ο άνεμος της ευχής. Φεύγοντας δεν είχε πάρει την ευχή της μάνας του. Η μητέρα του ήθελε να γίνει μοναχός, δεν θα τον εμπόδιζε. Εδώ εγώ άσκηση μαθηματικών δεν μπορούσα να λύσω χωρίς την ευχή της μάνας, θα γινόταν εκείνος καλόγερος; Εάν πρέπει να πάρεις ευχή γονιού για να ανέβεις στο βουνό, πόσο μάλλον για να ανέβεις στο Όρος το Άγιον. Με την ευχή φορτωμένος, από την επιθυμία φλογισμένος, από το θέλημα του Θεού ευλογημένος, ήρθε εδώ.
Και πού ήρθε; Τελείωσε ο αγώνας, έπαψε ο πειρασμός, ησύχασε ο διάβολος; Πήγε στο Ρωσικό. Στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Μεγάλο καράβι, μεγάλες φουρτούνες. Με την υπομονή του και την επιμονή του τον κράτησαν. Ήθελαν να τον διώξουν, λόγω καταγωγής. Έμεινε και διέπρεψε και στην προσευχή και στον κανόνα και στο εργόχειρο, και κυρίως στην υπακοή. Όταν έχεις υπακοή, έχεις το θεμέλιο, τη βάση, να πούμε. Όταν δεν έχεις, τίποτα δεν θα πάει καλά.
Ένας ο Παράδεισος.
Το μοναστήρι χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα. Στους Έλληνες και τους Ρώσους. Ο Χριστός ενώνει τους ανθρώπους. Ο διάβολος τους χωρίζει. Τί θα πει Έλληνας, Ρώσος; Έναν πατέρα δεν έχουμε; Από ένα Άγιο Ποτήριο δεν κοινωνούμε; Έναν Παράδεισο δεν καρτερούμε; Αυτό είναι Εκκλησία˙ η Πεντηκοστή. Πολλοί άνθρωποι, πολλές φυλές, πολλές γλώσσες˙ μία η Χάρις που τους ενώνει. Ο ι χαριτωμένοι άνθρωποι έχουν πνεύμα ειρήνης. οι εξαγριωμένοι πνεύμα διχασμού.
Ο χαριτωμένος γέροντας εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη. Όταν επέστρεψε στο Άγιον Όρος, πέρασε από τη Μονή Βατοπεδίου. Τον έστειλαν στη Σμύρνη και ο επίσκοπος εκεί θέλησε να τον κρατήσει να τον κάνει βοηθό επίσκοπο. Έφυγε τρέχοντας ο γέροντας. Το ύψος της αρετής, της άσκησης, της ταπείνωσης, της προσευχής είναι ανώτερο από το ύψος ενός θρόνου. Ο άγιος Νεκτάριος έλεγε ότι «ο ασκητής είναι ανώτερος από τον αρχιερέα». Όχι από την αρχιερωσύνη. Κύριε ελέησον!!! Από τον αρχιερέα. Σκέψου να είναι και ο αρχιερέας ασκητής; Εκεί να δεις ύψος. Όλα τα βλέπει. Δεν τον ενδιαφέρει θρόνος, αφού στο θρόνο του Θεού φτάνει και με τη Χάρη μιλά.
Με τα πολλά, έφτασε ο γέροντας στον τόπο μας, στα Κατουνάκια. Εδώ αναπαύθηκε η ψυχή του η γόνιμη, στο «άγονο της ερήμου». Εδώ έκανε τη συνοδεία του. Ήρθαν πολλά αγγελάκια σ’ αυτόν τον ακλόνητο στην αρετή αρχάγγελο.
Η αγία φιλία.
Τώρα να σας πω για τη φιλία του με τον άγιο Νεκτάριο. Ο γέροντας έκανε υπακοή στην εμπειρία, στη γνώση, στην αρετή του, και ο άγιος Πενταπόλεως έκανε υπακοή στην καλογερική και την ασκητική του γέροντα. Σε μία φιλία αγία και οι δύο ταπεινά μαθητούδια. Έτσι είχαν ως διδάσκαλό τους τον Χριστό.
Μια φορά, κάποιος εξαπάτησε το γέροντα, λέγοντάς του ότι εκδίδει τα έργα του ιερού Χρυσοστόμου. Ο γέροντας αγαθός, απονήρευτος καθώς ήταν, τον πίστεψε. Δανείστηκε χρήματα και του τα έδωσε και εκείνος εξαφανίστηκε. Έπεσε να πεθάνει ο γέροντας. Όχι για τα χρήματα, αλλά για τα κρίματα των ανθρώπων. «Πώς είναι δυνατόν;», έλεγε και ξαναέλεγε. Όταν το έμαθε ο άγιος Νεκτάριος, ξέρετε τί έκανε; Του αγόρασε τα έργα του Χρυσοστόμου και του τα έστειλε. Γιατί; Γιατί δεν μπορούσε να νιώθει το φίλο του λυπημένο. Άμα αγαπάς τον άλλον με αγάπη Χριστού, θέλεις να διώξεις και τη θλίψη και ό,τι άλλο πονά τον άνθρωπο. Πώς, βρε παιδί μου, εμείς, αντί να διώχνουμε τη θλίψη, την προκαλούμε και λέμε πως τον αγαπάμε; Εε!!! Τί αγάπη είναι αυτή; εγωιστική, αρρωστημένη. Δεν είναι αγνή αγάπη. Είναι άγρια…
Στον τόπο μας έζησε 45 έτη ο σπουδαίος, ο αγιότατος γέροντας Δανιήλ και από εδώ πέταξε για τον ουρανό. Σήμερα είναι τα κλαδάκια του, αφού αυτός ήταν η ρίζα. Είναι τα παιδάκια του. Πόσο τα χαίρομαι. Πόσο τους αγαπώ τους Δανιηλαίους. Σαν να βλέπω, να ακούω τον άγιο γέροντά τους. Να διαβάσετε τον «Αγγελικό Βίο» που έγραψε ο μεγάλος αυτός ασκητής. Και τα άλλα έργα του. Με τη Χάρη τα έγραψε και με τη χαρά της άσκησης. Πολύ με ωφελεί εμένα τον αρχάριο και με στηρίζει. Την ευχή του να έχουμε».
Ο γέροντας σταμάτησε. Σαν να βυθίστηκε πάλι στον ωκεανό του πνεύματος. Νιώθεις ότι πρέπει να περιμένεις να αναδυθεί, για να σου προσφέρει τους θησαυρούς που αλίευσε. Τόσα χρόνια καθαρίζει το δίχτυ της ψυχής. Το περιποιείται. Και το ρίχνει, όταν και όπου ο Χριστός ορίζει. Νιώθεις ότι το καΐκι του σώματος δε γέρνει από το βάρος του χρόνου, αλλά από της ψυχής τον πλούτο.
«Γέροντα, ποιούς άλλους πατέρες θυμάστε ή ποιούς προλάβατε να γνωρίστε;», τον ρώτησε ο παπά – Ιωσήφ.
«Τί να γνωρίσω εγώ;» Αυτοί ήταν άγιοι, παιδί μου. ψυχές καθαρές. Σώματα ασκητικά. Με το Θεό μιλούσαν». Τί να γνωρίσω εγώ…
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
