Θαυμαστές εμπειρίες του Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη (Α’) – Σίμωνος Μοναχού του Αγιορείτου.

1ον. Ή Παναγία τον έκανε μία αγκαλιά

«ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ την είδα, όταν πήγαινα στον Κουδουμά. Μιά εκκλησία, που είναι Πέτρου και Παύλου. Καθήσαμε εκεί, ήπιαμε νερό, φάγαμε ψωμί κι ελιές και μετά συνεχίσαμε να πάμε στου Κουδουμά. Και, μόλις φθάσαμε εκεί, νοιώθω την Παναγία και με κάνει μια αγκαλιά, έτσι. Πως αγκαλιάζεις ένα άτομο, έτσι. Δεν είδα τίποτε. Μόνο την αγκαλιά ένοιωσα. Τότε ήμουν είκοσι εννέα χρόνων.»

2ον. «Να τον πας υποχρεωτικά στον Παράδεισο»

«ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ τηλεφωνητής στο Νοσοκομείο Λοιμωδών. Αυτόν τον λέγανε Μιχάλη Δούκα και ήταν από την Μύκονο. Τότε δεν υπήρχαν πολλά τηλέφωνα, όπως τώρα, που έχει ο καθένας το δικό του. Τότε, έπαιρνε κάποιος το κεντρικό τηλέφωνο του νοσοκομείου και ειδοποιούσε όποιον ήθελε. Αυτός ήταν τηλεφωνητής και ειδοποιούσε όλους τους δικούς μας. Ερχόταν στην εκκλησία.

Μιά μέρα, εγώ ήμουν στο τέμπλο, έξω από το Ιερό και ακούω τρία χτυπήματα. “Τακ, τακ, τακ. Λέω: “Τι είναι αυτό; Εγώ δεν βλέπω τίποτε. Και ακούω πάλι χτυπήματα, τακ, τακ, τακ. Μετά λειτούργησα εγώ και μετά ήρθε ένας άλλος, Δημήτρη τον έλεγαν, και μου λέει: “Τα έμαθες;. Και του λέω: “Τι;. Ό Μιχάλης αυτοκτόνησε. Έκοψε με ένα μαχαίρι τίς φλέβες του και ήπιε δύο μπουκάλια δηλητήριο.

Τον πήγανε στο Γενικό Νοσοκομείο του Πειραιώς, αλλά το δηλητήριο, που είχε πιεί, είχε κάνει μεγάλη ζημιά και σε δύο-τρείς μέρες πέθανε. Τον θάψαμε στη Νεάπολι. Όταν γυρίσαμε από το Νεκροταφείο, μπαίνει κάποιος άλλος, ένας εδώ από την Αθήνα, ένας καλός άνθρωπος, και μου ζήτησε να πάμε σπίτι του, να του κάνω ένα ευχέλαιο. Νύχτα τώρα. Πήγαμε, έκανε το ευχέλαιο και γύρισα 10 ή ώρα. Μόλις μπαίνω μέσα, βλέπω τον Μιχάλη και κάνει ένα σάλτο και ανεβαίνει στον τρούλλο της εκκλησίας και, όταν κατέβαινε, έκανε τούμπες, τούμπες, τούμπες. Και έδινε πάλι σάλτο και ανέβαινε στην κορυφή και μετά έκανε τούμπες, τούμπες, τούμπες και κατέβαινε κάτω. Αυτό συνεχίστηκε σαράντα μέρες και είχα αρχίσει να φοβάμαι. Λέω: “Τι να κάνω; Ξέρεις τι θα κάνω; Θα κάνω προσευχή, να παρακαλέσω τον Χριστό να τον πάει στον Παράδεισο, για να μην τον βλέπω. Παρακάλεσα, λοιπόν, κι εγώ τον Χριστό. “Να τον πας, Του λέω, “υποχρεωτικά στον Παράδεισο. Δεν μπορώ να τον βλέπω άλλο.

Κι αυτόν και όλους όσοι θα πεθάνουν μέχρι το τέλος του αιώνος, να τους πας όλους στον Παράδεισο. Φοβόμουν να βλέπω έναν άνθρωπο να πηδάει πάνω στον τρούλλο και μετά να κατεβαίνει κάνοντας τούμπες. Κι αυτό συνέβαινε όταν ήμουν μόνος μου, όχι όταν ήταν άλλοι μπροστά.»

3ον. «Τσαγκάρηδες με καρφώνανε»

«ΠΑΡΑΜΟΝΗ, ΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ Μεγάλη Τρίτη, έπρεπε να πάω στην Μητρόπολι, να μου δώσουν την ευχή, για να είμαι ιερέας από’ κεί κι ύστερα.

Το πρωί, που ήταν να πάω στην Μητρόπολι, είδα ότι ήμουν εκεί πιο πάνω, ντυμένος την ιερατική στολή, και κοίταζε δυτικά και έβλεπα εκείνη την μεγάλη λάμψη και έλεγα από μέσα μου: “Πώς μου έδωσε εμένα ο Θεός αυτή την μεγάλη χάρι;. Και μετά έβλεπα ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, μικρούς και μεγάλους. Κι έρχονταν από κάτω. Εγώ κοίταζα δυτικά κι έβλεπα και πίσω μου, τι γινόταν. Έβλεπα άνδρες και γυναίκες να έρχονται από τον δρόμο και κάνανε μετάνοιες και με προσκυνούσαν. Κι ερχόντουσαν και τσαγκάρηδες και με καρφώνανε. Μου καρφώνανε όλο το σώμα. Αλλά η ευλάβεια των πολλών μου ελάφρυνε τους πόνους. Για μια στιγμή φώναζα πολύ. Λέω: “Ποιοι είναι αυτοί που με καρφώνουν;. Κοιτάζω κι ήταν μια γυναίκα από’ κεί μέσα, από το νοσοκομείο. Αυτό έβλεπα τότε πολύ. Αλλά η ευλάβεια των πολλών και η χάρις της ιεροσύνης μου ελάφραιναν τους πόνους.»

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

ΚΑΙ Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος μας έλεγε: «Μιά φορά, μου είπε ότι είδε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. “Ά, μου λέει μια μέρα, “έφυγες νωρίς, ευλογημένε, χθές και ήταν ένας Παππούλης εδώ την ώρα που έκανα την Απόλυση. Δεν σε κράτησα, ευλογημένε. Θα έβλεπες και τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Τον ρώτησα “Ποιος είσαι, Παππούλη; και μου είπε: “Σ’ ευχαριστώ που διάβασες για μένα την Ακολουθία σήμερα. Και μετά άκουσα μέσα μου ότι αυτός είναι ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Κι όπως έκανα να τον αγκαλιάσω, χάθηκε. Αλλά εγώ προσκύνησα το μάρμαρο, όπου στεκόταν.

Ή το άλλο, που μου είπε, ότι είδε τον πατέρα Ευμένιο από τον Κουδουμά, τον νεότερο, αυτόν που ανακήρυξε Όσιο το Πατριαρχείο το 2007. “Αυτός ο Ευμένιος, όχι ο παλαιός, ο Επίσκοπος, ούτε πιο ψηλός, ούτε πιο κοντός, ένα αλφάδι είμαστε, μου λέει. “Τον είδες, έ;, του είπα. “Ναι, ναι, τον είδα, απάντησε με φυσικότητα. “Τον είδα μερικές φορές.» [Νεόφυτος, Μητροπολίτης Μόρφου]

Τον σκέπαζε ο Τίμιος Πρόδρομος

«ΤΟΥ ΛΕΩ μία ημέρα: “Γέροντα, πες μου κάτι από την ζωή σου. Πώς αρρώστησες;. “Αυτό είναι μεγάλη ιστορία, μου λέει. “Βγάζω κάτι δερματικά στο μοναστήρι μου, στον Άγιο Νικήτα, στο Αγιοφάραγγο, στη Μεσαρά. Λέει ο Ηγούμενος: “Να πας στην Αθήνα, να εξεταστείς. Μου δίνουνε τα ναύλα, μπαίνω στο καράβι να έρθω στην Αθήνα. Δεν καθόμουν μέσα, αλλά έξω, στο κατάστρωμα. Νύχτωσε, είχε κακό καιρό, κύματα ψηλά. Ξαπλώνω κάτω, γυρίζω τα μάτια, βλέπω τον ουρανό. Νύχτωσε, κρύωνα, κρύωνα. Ήρθε ο Πρόδρομος, με σκεπάζει με μια βελέτζα, να μην κρυώνω. Δεν μου μιλά, δεν του μιλώ. ‘Ο Τίμιος Πρόδρομος. Του λέω: “Ποιος ήρθε;. “’Ο Πρόδρομος, μου λέει, “και το βεβαίωνε η χάρις του. ‘Ο Πρόδρομος με τα μαλλιά του, με τα στριφτά του γένεια. Δεν μου λέει τίποτε, δεν του λέω τίποτε, μόνον που με σκέπασε, να μην κρυώνω. Τέλος έφθασα στην Αθήνα, πάω στους γιατρούς, δεν συμφωνούν τι έχω.» [π. Ευάγγελος Παπανικολάου]

«Πω, πω, Άγιοι σήμερα…»

«ΟΤΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΕ, είχε πάντα ένα ιλαρό πρόσωπο και πολλές φορές χαμογελούσε.

Κάποια Κυριακή, μία φίλη μου τον άκουσε, την ώρα που μοίραζε το αντίδωρο, να λέει: “Πω-πω, Άγιοι που ήταν σήμερα εδώ και έλεγε διάφορα ονόματα ‘Αγίων, ‘Αγ. Αικατερίνη…» [Λυκούδη Φεβρωνία]

Φανέρωση της αγάπης του Χριστού

«ΕΙΧΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ εμπειρίες με τους Αγίους και έτσι μπορούσε να κρατάει τον καύσωνα της ημέρας και τον παγετό της νύχτας.

Μία των ημερών, αξιώθηκε και είδε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, να εισέρχεται στον ναό του.

Ως άνθρωπος κάτι έκανε κάποτε στους Αγίους Αναργύρους. Και μας είπε ότι τους είδε γονατιστούς μπροστά στον Κύριο, να Τον παρακαλούν να τιμωρήσει τον πατέρα Ευμένιο. ‘Ο Χριστός κουνούσε το κεφάλι Του προς τα πάνω αρνητικά και έλεγε στους Αγίους: “Όχι, όχι, δεν τον τιμωρώ. Αυτό, που λέτε, δεν μπορώ να το κάνω. Και με βλέμμα ιλαρόν κοιτούσε τον γέροντα Ευμένιο.» [Καπετανάκης Εμμανουήλ]

Από το βιβλίο: Πατήρ Ευμένιος. Ο κρυφός άγιος της εποχής μας. Μοναχού Σίμωνος.

Αθήνα, 2009

Δημοσιεύθηκε στην Θαυμαστά γεγονότα, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.