Εκεί που μιλά ο Θεός…. – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Φύγαμε πάλι από το γέροντα Καλλίνικο τον ησυχαστή. Ήταν και μεγάλος νηστευτής. Έτρωγε ψάρι μόνο το Πάσχα. Είδες ωραίο ζευγάρι; Νηστεία και προσευχή. Οι απόγονοι του ζεύγους δεν αφήνουν το διάβολο να ησυχάσει. Δεν τον αφήνουν πουθενά να σταθεί. Δεν το είπε ο Κύριος; Αυτό το γένος της ανυπακοής, της βλασφημίας, της απώλειας δε φεύγει, παρά με προσευχή και νηστεία. Η νηστεία καθαρίζει, ταπεινώνει˙ η προσευχή φωτίζει. Καθαρή διάνοια και φωτισμένη ψυχή ο γέρο – Καλλίνικος. Αφού, όταν παρουσιάστηκε η πλάνη των ονοματολατρών και άρχισαν πάλι φασαρίες, αυτός ο φωτισμένος, ο απλός καλόγερος, με μία του φράση έλυσε το πρόβλημα. Η πλάνη δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στην αλήθεια. Η πλάνη είναι αδυναμία, σκότος, ταραχή. Η αλήθεια είναι δύναμη, φως, ειρήνη. Ο όσιος γέρο – Καλλίνικος αφάνισε την πλάνη των ονοματολατρών και ο άγιος γέρο – Δανιήλ αναίρεσε την πλάνη του Μακράκη. Δύο απλοί καλόγεροι. Δύο αληθινοί καλόγεροι.

Τί νομίζετε; Θέλει η αλήθεια πολλά λόγια και θεωρίες και ρητορίες; Η αλήθεια θέλει χάρη Θεού. Το φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος. Είδες στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο; Ο νεαρός διάκονος Αθανάσιος μέσα σε τόσους γέροντες επισκόπους εθεολόγησε. Ο αγράμματος βοσκός Άγιος Σπυρίδων αποστόμωσε τους αιρετικούς ρήτορες και φιλοσόφους. Η εικόνα πραότητος, ο άγιος Νικόλαος, ερράπισε το βλάσφημο του Αρείου στόμα. Έχουν λογική αυτά; Άλλα δεν περίμενες; Λογική δεν έχουν. Έχουν Χάρη. Εκεί μιλά ο Θεός. Έκαναν τότε στη Ρωσία συνόδους γι’ αυτούς που λάτρευαν όχι τον Κύριο και Θεό μας, αλλά το όνομά Του.

Είδες, βρε παιδί μου, τί είναι πλάνη; Ένα εγωιστικό, δηλαδή, καθαρά σατανικό, κόλλημα. Εδώ, στο Άγιον Όρος και αλλού, πολλοί κόλλησαν, κανένας δεν ξεκόλλησε. Άμα κολλήσεις, δύσκολα ξεκολλάς. Σαν το πουλί στο ξόβεργο. Πας να το ελευθερώσεις και κόβονται τα φτερά του. Θέλει πολύ ταπείνωση για να κατεβάσει ο διάβολος τα χέρια του απο πάνω σου και να σε αφήσει ελεύθερο και ήσυχο. Έκαναν συνόδους, έβγαζαν αποφάσεις, μπέρδευαν περισσότερο τα πράγματα. Ο γέρο – Καλλίνικος τότες τους είπε: «Δε γίνεται να λατρεύω τη σκούφια και όχι το πρόσωπο», δηλαδή το όνομα και όχι το πρόσωπο. Αυτό ήταν. Στις δύο λέξεις του ασκητού, η αλήθεια του Θεού.

Όλη του η ύπαρξη ήταν ένα εργαστήριο, τρόπον τινά, της νοεράς προσευχής. Είχε ανέβει στο Θαβώρ και είχε δει το φως της Μεταμορφώσεως. Ήθελαν οι μαθητές να κατέβουν από το Όρος; Όχι. Γιατί να θέλει ο γέρο – Καλλίνικος να βγει από το κελί του; Αφού εκεί ήταν ο θησαυρός του, ο παράδεισός του, η ανάπαυσή του. φεύγεις από το παλάτι για να μείνεις στο στάβλο;

Ακτίνες του φωτισμού ξέφευγαν από τους λόγους του και από τους τρόπους του. Ώρες ακίνητος στην προσευχή. γιατί να κινηθεί το σώμα, όταν υπερκινείται το πνεύμα; Φοβάται μη χάσει και αυτό τη γλύκα, τη χαρά της χάριτος».

«Γέροντα, ο γέρο – Καλλίνικος είχε τη νοερά προσευχή. ευκαιρία είναι να μας πείτε και για την ευχή».

«Ο γέρο – Καλλίνικος είχε νοερά προσευχή και δε μιλούσε γι’ αυτήν. Εγώ που δεν έχω, θα πω; Σήμερα, εκείνος που βλέπει δε μιλά και εκείνος που δε βλέπει αγορεύει. Άλλαξαν τα πράγματα. Άμα έχεις, να δώσεις. Άμα δεν έχεις, αυτό που θα δώσεις θα σκανδαλίσει τον άλλον και εσένα θα σε κολάσει».

«Γέροντα, κάτι να πείτε σε μας», ξαναείπε ο παπά – Εφραίμ ο νεότερος. Η αγία επιμονή μπορεί να κάμψει μερικές φορές την αγία ταπείνωση.

Με τον παράδεισο στο χέρι.

«Τί να πω. Ε!!! Να σας πω αυτά που έλεγαν οι παλαιοί πατέρες. Αυτοί δούλευαν στο εργοστάσιο της ευχούλας. Όχι οκτάωρο. Εικοσιτετράωρη αδιάλειπτη εργασία. Η εμπειρία τους έγινε λόγος, όταν ο Θεός έδωσε ευλογία. Με την ευχή του γονιού ανεβαίνεις στο βουνό. Με την ευχούλα, στο Χριστό. Μικρή φαίνεται. Πέντε λεξούλες όλες κι όλες. Αλλά έχει φοβερή δύναμη. Δύο χέρια είναι˙ «Κύριε Ιησού Χριστέ» το ένα χεράκι, «ελέησόν με» το άλλο. Με τα δύο αυτά χέρια αγκαλιάζεις το Χριστό και τον κόσμο ολόκληρο. Τι χαρά είναι αυτή, παιδί μου. Τι λαμπρότητα! Τι ευδαιμονία! Να βλέπεις το Χριστό και τον κόσμο σε μία αγκαλιά. Τι παράδεισος είναι αυτός! Με τέτοιο παράδεισο στο χέρι και στην κόλαση να πάω δε φοβάμαι. Τι να σου κάνει το σκότος της κόλασης, όταν έχεις στην αγκαλιά σου, στην καρδιά σου το φως; Τί να κάνει η μόνωση, να πούμε, της κολάσεως, όταν έχεις Θεού και ανθρώπου την ένωση και κοινωνία;

«Η ευχούλα θέλει προετοιμασία», μας έλεγε ο γέροντας, ο γέρο – Ιωσήφ ο Ησυχαστής. «Να αρχίζετε με το Απόδειπνο και τους Χαιρετισμούς και μετά μερικά λογάκια γλυκά, ερωτικά στον Χριστό. «Ιησού μου γλυκύτατε, το φως της ψυχής μου, η μόνη μου αγάπη, η μόνη μου χαρά, η ειρήνη…». Μετά να λέτε λογάκια στην Παναγία, στη γλυκιά μανούλα που πολλήν αγάπην δεικνύει. Αφού ηρεμήσει ο νους και γλυκαθεί η ψυχή, καθίστε και πείτε την ευχή. Άμα κουραστείτε, άμα νυστάξετε, να ψάλλετε αργά – αργά, γλυκά – γλυκά».

Ενθυμούμαι τον πρώτο καιρό που γνώρισα την ευχούλα ήθελα, τρόπον τινά, μία εικόνα για βοηθό. Έβαζα με το λογισμό ότι ήμουν κάτω στη θάλασσα και ο Χριστός ήταν μέσα σε ένα καραβάκι με τους φίλους του και έφευγαν και εμένα με άφηναν μόνο μου στην ακτή. Με έπιανε το παράπονο και φώναζα και παρακαλούσα να γυρίσουν να με πάρουν και εμένα. Τί φώναζα; «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Και όσο Τον φώναζε ένιωθα ότι με κοίταζε και όσο έλεγα το «ελέησόν με» έβλεπα ότι με πλησίαζε.

Τώρα να πούμε κάτι. Όταν ο άνθρωπος δεν έχει νήψη και προσοχή, ας μην ξεκινήσει. Το χρόνο του θα χάσει. Αγωνίζεσαι; Μετανοείς; Ταπεινώνεσαι; Προσέχεις; Ο χρόνος που θα αφιερώσεις στην ευχή είναι κέρδος αιώνιο. Δεν κάνεις τίποτα από αυτά; Χάνεις και το χρόνο σου. Μετά θα πάρεις και την ευχή του γέροντά σου, του πνευματικού σου. Μην κάνεις και εκεί του κεφαλιού σου. Χωρίς ευχή από τον πνευματικό, «ευχή» δεν έχει. Ο τρόπος της ζωής σου να συμβαδίζει, τρόπον τινά, με αυτά που λες. Με το να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ» και να κυριαρχεί στη ζωή σου ο διάβολος˙ με το να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ» και να διαφεντεύει ο εγωισμός σου˙ με το να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ» και να μην Τον πιστεύεις, χάνεις το χρόνο σου. Όταν λες «ελέησον» και δεν μετανοείς, όταν λες «ελέησον» και δεν ταπεινώνεσαι, όταν λες «ελέησον» και δεν ελεείς, όσες ώρες και να το λες, δεν κάνεις τίποτα. Όταν αγαπάς την ταπείνωση, καλλιεργείς τη μετάνοια, κάνεις υπακοή στον πνευματικό, κάνε πριν αρχίσεις αυτό που λέει ο γέρο – Ιωσήφ.

Αυτά σε βάζουν στον πρόναο. Τώρα πρέπει να πάμε στο ιερό Βήμα. Ποιό είναι αυτό; Στο δείχνει ο Κύριος. «Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείόν σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω Πατρί σου εν τω κρυπτώ» (Ματθ. 6,6). Ποιό είναι το «ταμιείον»; Είναι ο εαυτός μας. Πρέπει να μαζευτούμε. Να μαζέψουμε και τη διάνοια και την ψυχή. Όλα. Και να κλείσουμε τις θύρες. Ποιές είναι οι θύρες; Είναι οι αισθήσεις. Μαζέψου μέσα και κλείσε τις πόρτες. Μείνε λίγο με τον εαυτό σου, βρε παιδί μου. Θα πεθάνεις και δεν θα τον έχεις γνωρίσει. Θα φύγεις και δε θα τον έχεις αγαπήσει, δε θα τον έχεις πονέσει. Άμα δεν τον έχεις πονέσει, πώς θα τον σώσεις; Άμα δεν τον έχεις αγαπήσει, πώς θα αγαπήσεις τον άλλον; Δεν λέει ο Κύριος, «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν»; Εκεί, μέσα σου αρχίζει η δουλειά.

Ξέρετε, η ευχή είναι πόνος. Άλλος πόνος, διαφορετικός από το σωματικό. Λες, να μη σταματήσει η καρδιά να πονά, να λιώνει, να συντρίβεται. Και βάζεις όλη σου τη δύναμη, όλη σου τη θέληση, όλη σου την επιθυμία, όλη σου τη λαχτάρα, όλη σου τη λατρεία, όλη σου την ικεσία, όλο σου τον έρωτα, όλο σου τον εαυτό, ό,τι μάζεψες και κατάφερες, μαζεμένο να το διατηρήσεις. «Εκ βαθέων εκέκραξά σοι, Κύριε». Από το βάθος μου σου φώναξα: «Θεέ μου!». Δυνατά από την καρδιά. Καθαρά από τη διάνοια. Γλυκά από τα χείλη.

Να, πώς να σου το πω τώρα. Πας με την ευχή σαν τον τελώνη˙ «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ». Με αποστροφή της αμαρτίας σου. Με μετάνοια. Πας σαν τη Χαναναία˙ «Ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυίδ». Με επιμονή και υπομονή. Πας σαν τους δύο τυφλούς˙ «Ελέησον ημάς, υιέ Δαυίδ». Με ψυχή και σώμα. Πας σαν την αιμορροούσα. Με τη σιωπή της ταπεινώσεως. Ξεκινάς από το «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι» και φτάνεις στην κατάσταση της αιμορροούσης. Δε σου μένει ούτε λέξη, ούτε γράμμα, ούτε λογισμός. Τίποτα. Μόνο να Τον αγγίζεις. Να οσφραίνεσαι την παρουσία. Να ζεις την κοινωνία με Εκείνον.

Να γιατί το κομποσχοινάκι είναι θαυματουργό. Γιατί η ευχή δικαιώνει, θεραπεύει και φωτίζει τον άνθρωπο. Με την ευχή η ψυχή ντύνεται και στολίζεται. Είναι το ένδυμα που έχασε ο Αδάμ, γιατί δεν είπε στον Θεό «ελέησον», γιατί δεν είπε στον Δημιουργό «ευλόγησον». Πριν ντυθεί, όμως, η ψυχούλα λιώνει από τη θερμότητα της πίστεως και του θείου, να πούμε, έρωτος. Νομίζεις πως θα σου φύγει η ψυχή μέσα από τα δάκρυα, παιδί μου».

Οι βρύσες των οφθαλμών του πάλι άνοιξαν. Μήπως και έκλεισαν ποτέ; Το «άγονον της ερήμου» της ψυχής μας, περίμενε τις σταγόνες του αγιασμού μιας σταυρικής ζωής για να δροσιστεί.

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Γενικά, Θαυμαστά γεγονότα, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.