Του αββά Ησαΐα
Αν κάνεις άσκηση, μην έχει το θάρρος σου σε αυτήν, ότι δηλαδή αυτή σε φυλάγει, αλλά πες στον λογισμό σου: «Λόγω της κακουχίας του σώματος, ο Θεός με ακούει τον ταλαίπωρο».
Του αββά Κασσιανού
Αν έχουμε ζήλο να αγωνιστούμε σύμφωνα με τους κανόνες, όπως λέει ο απόστολος,1 και να στεφανωθούμε νικώντας το ακάθαρτο πνεύμα της πορνείας, ας μη στηρίξουμε το θάρρος μας στη δική μας δύναμη ή άσκηση, αλλά στη βοήθεια του Θεού, του Κυρίου μας. Γιατί ο άνθρωπος δεν παύει να πολεμιέται από τούτο το πνεύμα, ώσπου να πιστέψει αληθινά ότι θα απαλλαγεί από αυτή την αρρώστια και θα ανεβεί στο ύψος της αγνότητας όχι με τον δικό του αγώνα και τον δικό του κόπο αλλά με τη σκέπη και τη βοήθεια του Θεού. Γιατί αυτό το πράγμα υπερβαίνει την ανθρώπινη φύση, και κατά κάποιον τρόπο βγαίνει από το σώμα όποιος ποδοπατά τους ερεθισμούς και τις ηδονές της σάρκας. Για τον λόγο αυτό είναι αδύνατο στον άνθρωπο, με τα δικά του φτερά, για να το πω έτσι, να πετάξει στο υψηλό τούτο και ουράνιο βραβείο της αγιοσύνης και να γίνει μιμητής των αγγέλων, αν δεν τον σηκώσει η χάρη του Θεού από τη γη και τον βόρβορο.
Γιατί οι άνθρωποι, οι δεμένοι με τη σάρκα, με καμία άλλη αρετή δεν εξομοιώνονται τόσο με τους αγγέλους που είναι πνεύματα και νοερά όντα, όσο με τη σωφροσύνη. Με αυτήν, ενώ ακόμη είναι και ζουν στη γη, γίνονται πολίτες του ουρανού, όπως λέει ο απόστολος.
Η απόδειξη ότι αποκτήσαμε τελείως αυτή την αρετή είναι το να μην ανατρέχει η ψυχή στη διάρκεια του ύπνου σε καμία αισχρή φαντασία. Γιατί, αν και η κίνηση αυτή δεν λογαριάζεται ως αμαρτία, είναι ωστόσο τεκμήριο ότι η ψυχή είναι άρρωστη και δεν έχει ακόμη απαλλαχτεί από το πάθος. Γι’ αυτό οφείλουμε να πιστεύουμε ότι οι αισχρές φαντασίες που μας έρχονται στη διάρκεια του ύπνου φανερώνουν την προηγούμενη αμέλεια και την αδυναμία μας˙ πράγματι, η ρεύση που μας συμβαίνει στη χαλάρωση του ύπνου κάνει φανερή την αρρώστια που κρύβεται στα κατάβαθα της ψυχής. Όσοι όμως έφτασαν στην κορυφή της αγιοσύνης και της αγνότητας, αυτοί ούτε στον ύπνο ανατρέχουν στις αισχρές φαντασίες, ούτε ξύπνιοι αισθάνονται καμία κίνηση του πάθους.
Έναν τέτοιον άνθρωπο συνάντησα στη Σκήτη, ο οποίος είχε το στεφάνι της αγνότητας πιο λαμπρό από τους άλλους πατέρες˙ γιατί ακόμη και στο πρόσωπό του έλαμπε η καθαρότητα της ψυχής. Αυτός, με τη χάρη του Θεού, ξεπέρασε τα όρια της ανθρώπινης φύσης και απαρνήθηκε και την έμφυτη κίνηση της επιθυμίας. Όπως δηλαδή έμαθα από εκείνους που τον ήξεραν καλά, αυτός για πολύν καιρό ικέτευε με νηστείες και αγρυπνίες και δάκρυα τον Θεό να του χαρίσει το δώρο της σωφροσύνης, και πέτυχε αυτό που ζητούσε από τον αγαθό Κύριο. Είδε τη νύχτα σε οπτασία έναν άγγελο ο οποίος του άνοιξε τάχα την κοιλιά, απέσπασε από μέσα με το χέρι του μια πυρωμένη σάρκινη μάζα και έκανε πάλι την κοιλιά του όπως ήταν˙ έπειτα του είπε: «Να, σου αφαίρεσα αυτά που φλόγιζαν τη σαρκική επιθυμία, και μάθε ότι από σήμερα ο Θεός σου δώρησε την αγνότητα που ζήτησες με πίστη και υπομονή».
Από το Γεροντικό.
Ένας αδελφός αγωνιστής, ο οποίος ενοχλούνταν από τη πορνεία, ρώτησε τον αββά Αγάθωνα: «Τι να κάνω;» Και ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Πήγαινε, ρίξε μπροστά στον Θεό την αδυναμία σου,3 και θα έχεις ανάπαυση».
Διηγήθηκαν για την αμμά Σάρρα ότι δεκατρία χρόνια την πολεμούσε δυνατά ο δαίμονας της πορνείας, και ποτέ δεν προσευχήθηκε να φύγει από αυτήν ο πόλεμος, αλλά μάλλον έλεγε: «Θεέ μου, δώσε μου δύναμη». Μια φορά λοιπόν που πολεμήθηκε πολύ, ανέβηκε στο δωμάτιό της να προσευχηθεί. Της φανερώθηκε τότε σωματικά το πνεύμα της πορνείας και της είπε: «Εσύ με νίκησες, Σάρρα;» «Δεν σε νίκησα εγώ», αποκρίθηκε εκείνη, «αλλά ο Κύριός μου, ο Χριστός».
Κάποιος που απαρνήθηκε τον κόσμο, πήγε στη Σκήτη και έγινε μοναχός. Αυτός ήταν αγωνιστής, από φθόνο όμως του πονηρού του συνέβη να πολεμηθεί από την επιθυμία γυναίκας. Επειδή ο πόλεμος διαρκούσε, το είπε στους πατέρες και εκείνοι, ξέροντας ότι είναι φιλόπονος, του όριζαν ασκήσεις, τις οποίες αυτός δεχόταν πρόθυμα και τις εκτελούσε, και από αυτές το σώμα του εξασθένησε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε πια να σηκωθεί.
Κατ’ οικονομία Θεού επισκέφθηκε τη Σκήτη κάποιος ξένος πατέρας. Αφού πήγε σε μερικούς γείτονες, πέρασε και από το κελλί αυτού του μοναχού και βλέποντάς το ανοιχτό, απόρησε που δεν βγήκε κανείς να τον προϋπαντήσει. Σκέφτηκε ότι ο ένοικος μπορεί να είναι άρρωστος, πλησίασε λοιπόν και χτύπησε. Καθώς δεν βγήκε κανείς, μπήκε μέσα και τον βρήκε να κείτεται άρρωστος. «Τι έχεις, πάτερ;» τον ρώτησε. Αυτός του διηγήθηκε τα σχετικά με τον εαυτό του, πως δηλαδή είπε στους πατέρες ότι πολεμιέται από την επιθυμία γυναίκας και εκείνοι του έβαλαν διάφορες ασκήσεις. «Εγώ τις έκανα», πρόσθεσε, «και ενώ το σώμα μου εξασθένησε, ο πόλεμος δυναμώνει».
Ο γέροντας, αφού τον άκουσε, του απάντησε: «Οι πατέρες, ως δυνατοί που είναι, καλά σου όρισαν τις ασκήσεις. Αν όμως θέλεις να ακούσεις εμένα τον ταπεινό, άφησε πια τις ασκήσεις, καθώς δεν βγήκες ωφέλεια από αυτές. Τρώγε το λίγο φαγητό σου στην ώρα του και, κάνοντας τη λίγη προσευχή σου, άφησε στον Κύριο τη φροντίδα4 και την αδυναμία σου˙ γιατί με τους δικούς σου κόπους δεν θα μπορέσεις να βγεις νικητής στον πόλεμο. Να ξέρεις ότι το σώμα μας είναι όπως το ρούχο: αν το φροντίσεις, διατηρείται, αν το αμελήσεις, φθείρεται».
Έτσι έκανε ο μοναχός, και μέσα σε λίγες μέρες ο πόλεμος έφυγε από αυτόν.
Κάποιος αναχωρητής ήταν παρθένος και σχεδόν δεν ήξερε τι είναι γυναίκα και τι είναι πορνεία˙ έλεγε μάλιστα ότι το μέλος αυτό ο άνθρωπος το έχει για να βγάζει το νερό του, όπως στην κανάτα υπάρχει η προεξοχή για να αδειάζει το νερό που έχει μέσα. Κάποτε όμως σήκωσε τα μάτια του και είδε τους δαίμονες σαν μαύρους γύρω του να του ερεθίζουν το πάθος. Ένιωθε λοιπόν πύρωση και επιθυμία, από απειρία όμως δεν ήξερε τι είναι αυτό που επιθυμεί.
Μια μέρα ο διάβολος του έδειξε – κατά φαντασίαν – έναν άντρα να κάνει τη σιχαμερή πράξη με μια γυναίκα. Ο Θεός, βλέποντας την υπερβολική κακία του δαίμονα, σκέπασε με τη χάρη του τον αδελφό, και τον οδήγησε να πάει σε κάποιον μεγάλο γέροντα. Αυτός του δίδαξε πώς να αγωνίζεται εναντίον των δαιμόνων και τον έστειλε στο καλό. Ο αδελφός γύρισε στο κελλί του και αγωνίστηκε παρακαλώντας τον Θεό. Και ο Θεός του έδωσε να προκόψει τόσο πολύ, ώστε να αξιωθεί να λάβει και ένα μεγάλο χάρισμα: πληροφορούνταν για την ψυχή καθενός που πέθαινε, αν είναι σε καλή κατάσταση ή σε κακή, και που πρόκειται να πάει.
Ένας αδελφός που ζούσε στην έρημο ενοχλήθηκε από την πορνεία. Πήγε τότε και βρήκε τη φωλιά μιας ύαινας, μπήκε εκεί και έμεινε νηστικός έξι μέρες. Έπειτα ήρθε η ύαινα και αυτός, βλέποντάς την, φοβήθηκε και είπε: «Κύριε, αν είναι να μολύνω το σώμα μου, δώσε της εξουσία εναντίον μου˙ διαφορετικά, σώσε με από αυτήν». Και αμέσως άκουσε μια φωνή να λέει: «Ευνουχίστε τον και αφήστε τον να φύγει». Την ίδια στιγμή έφυγε ο πόλεμος από αυτόν.
Υποσημειώσεις.
1. Β’ Τιμ. 2, 5.
2. Φιλιπ. 3, 20
3. Στο κείμενο: την δύναμίν σου. διόρθωση: την αδυναμίαν σου (πρβ. Μ. Γεροντικόν Β’, κεφ. Ε’, παράγραφο 2).
4. Ψαλμ. 54, 23.
Από το βιβλίο: Ευεργετινός: “Ήτοι Συναγωγή των θεοφθόγγων ρημάτων και διδασκαλιών των θεοφόρων και αγίων πατέρων, από πάσης γραφής θεοπνεύστου συναθροισθείσα.”
Τόμος 2-ος. μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση): Δ. Χρισταφακόπουλος
Εκδόσεις, Το Περιβόλι της Παναγίας, 2001
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
