Οι πέντε πέτρες – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

«Η ψυχή συντρίβεται», συνέχισε ο άγιος παππούς. «Ναι, συντρίβεται και απολαμβάνει. Πώς γίνεται αυτό το παράδοξο; Όταν συντρίβεται η ψυχή, αδειάζει στο Θεό της. Αφήνεται στην αγάπη Του. Χύνεται, χάνεται στο έλεός Του. Στη συντετριμμένη καρδιά, στην ταπεινή ψυχή κατοικεί ο Θεός, η Χάρις αναπαύεται, ο διάβολος ταράζεται. Δεν την πλησιάζει. Τη φοβάται. Όσο λες την ευχή είναι πραγματικά ο διάβολος έξω από εδώ. Σας το λέω. Μένει έξω από την πόρτα. Παραφυλάει. Ψάχνει να βρει την ευκαιρία να μπει, να τρυπώσει. Εσύ συνέχισε, για να του χτυπήσεις την πόρτα στα μούτρα. Ο Θεός είπε στον Δαβίδ να πάει να πάρει πέντε πέτρες από το ποτάμι, να τις βάλει στον κόρφο του και να βγει να παλέψει με το Γολιάθ. Έτσι και έκανε. Βγήκε ο μικρούλης μπροστά στον γίγαντα και με τη μία τον έριξε κάτω. Ξέρεις ποιές είναι οι πέντε πετρούλες του Δαβίδ; Είναι οι πέντε λεξούλες της ευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Ενθυμούμαι, πριν από χρόνια, πήγαινα στον Άγιο Παύλο, το μοναστήρι. Είναι δύο – δυόμιση ώρες δρόμος. Έλεγα την ευχούλα. Ούτε κατάλαβα πότε έφθασα. Ούτε το χρόνο ένιωσα. Ούτε το δρόμο είδα. Ούτε κάτι άκουσα. Τίποτα. Είπα: «Βρε, πώς έφτασα εδώ;» Είδες οι μυροφόρες; Δεν έβλεπαν ούτε εμπόδια, ούτε Εβραίους, ούτε στρατιώτες, ούτε πέτρες. Τίποτα. Γιατί; Γιατί η καρδιά τους έβλεπε κατευθείαν στον Χριστό. Καταλάβατε; Αυτό κάνει η ευχή. Βλέπεις το Χριστό και μένεις ανεπηρέαστος, να πούμε, απ’ όλα. Όταν κάτι σε επηρεάσει, σε καταλαμβάνει και αφήνεις το Χριστό. Το άλλο με το καλάθι το ξέρετε;».

«Πείτε μας, γέροντα».

Το άδειο καλάθι και το άοπλο αηδόνι.

«Ένας υποτακτικός δεν ένιωθε τη δύναμη της ευχής και ήθελε να δει το θαύμα. Ο γέροντας, αφού έκανε τριήμερο με νηστεία και προσευχή, του λέει:

«Πάρε, παιδί μου, το καλάθι και πήγαινε πάνω στην βρύση να φέρεις νερό».

«Γέροντα, μουρλός δεν είμαι. Με το καλάθι νερό μπορώ να φέρω;».

«Θαύμα δε θες; Λέγε την ευχή. Γέμισε από τη βρύση και φέρε στην καλύβα νερό».

Πήγε το παιδί, με το «Κύριε Ιησού Χριστέ». Βάζει το καλάθι κάτω από τη βρύση. Γεμίζει μέχρι πάνω. «Κύριε Ιησού Χριστέ» ο γέροντας από το κελί. «Κύριε Ιησού Χριστέ» το καλογέρι στο δρόμο. Όπως πήγαινε, να σου ο διάβολος με ανθρώπινη μορφή. Τί ήθελε; Να του αδειάσει το καλάθι. Αυτό είναι το θέλημα του διαβόλου να αδειάζει κυρίως τον άνθρωπο. Να τον αδειάζει από αρετή, από προσευχή, από υπομονή, από ελεημοσύνη, από Θεό. Έτσι είναι. Ο Θεός γεμίζει τον άνθρωπο. Ο διάβολος τον αδειάζει. Πήγε στο παιδί και του έπιασε την κουβέντα. «Πώς σε λένε; Πού μένεις; Πόσα χρόνια είσαι εδώ; Ποιός είναι ο γέροντάς σου; Τί εργόχειρο φτιάχνεις;» Όσο απαντούσε το παλικάρι, άδειαζε το καλαθάκι. Σταγόνα δεν του έμεινε. Βλέπεις, υπολογίζει ο πονηρός, πότε άδειασες από τη Χάρη, πότε «στέγνωσες» από το ζωντανό νερό. Μετά είσαι παιχνιδάκι στα χέρια του. Εάν δεν αρχίσει ο οδυρμός της ψυχής, θα συνεχιστεί ο χλευασμός του διαβόλου.

Να σας πω και άλλο για την δύναμη της ευχής. Στην Αγία Άννα ήταν ένα καλογεράκι που είχε επιθυμία να μάθει μουσικά. Το πάλευε από δω, το πάλευε από ‘κει, δεν τα κατάφερνε. Ουυυ, στενοχώρια που δεν τα έβγαζε πέρα. Βλέπεις δεν φτάνει μόνο να το προσπαθείς. Πρέπει να στο δώσει και ο Θεός. Είδε και ο διάβολος την επιθυμία του παιδιού. Ψάχνει από αυτά που λέμε, που κάνουμε, να βρεις τις επιθυμίες μας. Να τις εκμεταλλευτεί. Να τις κάνει χαλινάρι να μας κρατά, να μας τραβά και να μας πηγαίνει όπου αυτός θέλει. Μια μέρα λοιπόν το παιδί περπατούσε με το κομποσκοινάκι στο χέρι. Του εμφανίζεται ο διάβολος και του λέει:

«Μη μου στενοχωριέσαι, εγώ θα σε μάθω ψαλτικά. Θα γίνεις το αηδόνι του Αγίου Όρους. Όλα τα μοναστήρια θα σε καλούν να ψάλεις στην πανήγυρι. Όλα τα καλογέρια σε σένα θα μαθαίνουν. Ένα μόνο θέλω. Αυτό που κρατάς». Κατάλαβες; Ήθελε να αφοπλίσει τον μοναχό, γιατί το κομποσκοινάκι, όπλο είναι. Και το όπλο να του πάρει και στην έπαρση να το ρίξει.

Και οι ευχές της θείας Λειτουργίας, εάν τις αναλύσεις, τρόπον τινά, εάν τις στύψεις, τί θα βγάλουν νομίζεις; «Πάλιν και πολλάκις Σοι προσπίπτομεν και Σου δεόμεθα, αγαθέ και φιλάνθρωπε, όπως, επιβλέψεις επί την δέησιν ημών, καθαρίσης ημών τας ψυχάς και τα σώματα από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος». Τί είναι αυτό; Άκουσέ το καλά. Τί κρύβεται μέσα σε κάθε λέξη; Η ευχούλα. Οι Πατέρες, ο άγιος Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος, ξέρεις πόσα «Κύριε Ιησού Χριστέ» έλεγαν για να γράψουν μία λέξη; Γι’ αυτό η κάθε λεξούλα της Λειτουργίας κάνει την ψυχή να σκιρτά, να αγάλλεται, να πανηγυρίζει. Ο προσευχόμενος άνθρωπος γίνεται θυσιαστήριο που αναπαύεται ο Θεός. Εκεί που βρίσκει ανάπαυση ο Θεός, βρίσκουν και οι άνθρωποι. Γι’ αυτό τρέχουμε στους αγίους. Εκεί ο Θεός αναπαύεται. Εκεί βρίσκουμε κι εμείς ανάπαυση.

Εμπόδιο και πρόσκληση.

Η ευχή είναι ένας, να πούμε, καθρέπτης. Εκεί βλέπεις τον αληθινό σου εαυτό. Την αλήθεια βλέπεις, γιατί εκεί φωτίζει ο Θεός. Στο φως είναι όλα φανερά. Και η καθαρότητα και η ρυπαρότητα. Όσο προσεύχεσαι τόσο φωτίζεσαι, όσο φωτίζεσαι τόσο βλέπεις, όσο βλέπεις τόσο μετανοείς, όσο μετανοείς τόσο αγιάζεσαι. Να σας πω, η ευχή είναι ένα εμπόδιο και εσωτερικό και εξωτερικό. Εσωτερικά εμποδίζει το σκοτεινό λογισμό να πάει το σκοτάδι του και να σκεπάσει την ψυχή. Αδειάζει το περιεχόμενο του λογισμού. Ρίχνει την ισχύ του θυμού. Μαραίνει τη φιλοδοξία, τη φιληδονία. Εξωτερικά κόβει την ορμή των βελών του πονηρού. Μετακινεί την ψυχή, την αίσθηση, το λογισμό και αστοχεί ο διάβολος. Ό,τι σκοτεινό έχεις μέσα σου, αφού τον Χριστό παρακαλείς και προσκαλείς, έρχεται και το φωτίζει. Εμπόδιο η ευχούλα για το κακό, πρόσκληση για το Χριστό. Στον πονηρό κλείνει κάθε δρόμο. Στο Χριστό ανοίγει όλους τους δρόμους. Έτσι κατεβαίνει γλυκά στην ψυχή η δροσιά του Πνεύματος.

Αγκάλιασέ τον Θεέ μου.

Η ευχή ωφελεί και εκείνους για τους οποίους εύχεσαι. Να σας πω. Όταν ήμασταν με τους ζηλωτές, του παππού μου του παπά του έκανα μόνο κομποσκοίνι. Δεν τον μνημόνευα στη θεία Λειτουργία, γιατί ήταν με το νέο ημερολόγιο. Έτσι ξεχώρισα ότι η ωφέλεια ήρθε από την ευχή και όχι από την προσκομιδή. Ήρθε λοιπόν ο παππούς και με ευχαρίστησε, γιατί πήρε μετάθεση, να πούμε, σε καλύτερη θέση. Πήρε προαγωγή. Μετά ήρθε και η γιαγιά η πρεσβυτέρα και μου είπε: «Ευχήσου, παιδί μου, να πάω κι εγώ μαζί με τον παππού σου». Είδες η ευχούλα; Και εκείνους ο Θεός του συγχωρεί και εμάς ελεεί και όλους μας σώζει.

Ακόμη και τα υλικά η ευχή τα χαριτώνει. Ενθυμούμαι μια φορά ο γέροντάς μου, ο γέρο – Ιωσήφ ο Ησυχαστής, είπε στη γερόντισσα Ευπραξία: «Έχω ένα καλό παπαδάκι και μου λειτουργεί τακτικά». Εκείνη μου έπλεξε ένα σκουφάκι. Εε!!! Μόλις το φόρεσα, παιδί μου, τί χαρά ήταν αυτή! Τί φωτιά! Τί πυρκαγιά! Τί έρωτας άναψε μέσα μου! «Τί έπαθα;» αναρωτήθηκα. Όταν το είπα στον γέροντα, μου απάντησε: «Παιδί μου, με πολύ προσευχή έγινε το σκουφάκι». Και η ύλη απορρόφησε, να πούμε, από τη χάρη της προσευχής, πόσο μάλλον η ψυχή, η ύπαρξη του ανθρώπου.

Από την επικοινωνία σου με έναν άνθρωπο άλλοτε παίρνεις χαρά, άλλοτε θλίψη, άλλοτε ένταση, αναλόγως. Με την επικοινωνία σου με το Θεό παίρνεις χάρη. Όσο καλλιεργείς την ευχή νιώθεις να κόβονται άλλες φορές νήματα λεπτά – ένας λογισμός, τρόπον τινά – και άλλες φορές χοντρά σχοινιά σαν τους κάβους των καραβιών – ένα πάθος, μία συνήθεια. Η ευχούλα, όταν γίνεται με αγάπη, με λατρεία, έρχεται η Χάρις και κόβει νήματα και σχοινιά και σε ελευθερώνει. Ξέρεις τί δύναμη έχει η ευχή; Παλεύεις με το Θεό. Τον νικάς και παίρνεις το έλεός Του. Γι’ αυτό να προσεύχεστε και για τους άλλους. Κάνοντας κομποσχοινάκι για τον αδελφό, στρέφεις το βλέμμα του Θεού στον άνθρωπο. Όταν του λες με αγάπη, με αγωνία, με πόνο για τον άλλον, «ελέησον», Του λες «κοίταξέ τον, φώτισέ τον, βοήθησέ τον, σώσέ τον, παρηγόρησέ τον, θεράπευσέ τον, αγκάλιασέ τον, Θεέ μου».

Η ρίζα του ουρανού.

Πάντως η ευχούλα είναι λαβίδα αγία. Τον Χριστό κοινωνάς κάθε φορά που τη λες. Και δε χορταίνεις και συνεχίζεις. Και όσο συνεχίζεις τόσο πεινάς. Γίνεσαι αχόρταγος, παιδί μου. και δε σου φτάνει ούτε η μέρα ούτε η νύχτα. Η ευχούλα είναι το πύρινο άρμα, σαν του Ηλία του ζηλωτή προφήτη. Στον Χριστό ανεβαίνεις. Η ευχούλα είναι η ρίζα του ουρανού που φυτεύεις στην καρδιά σου. Τη φυτεύεις, την ποτίζεις και ξαφνικά βλέπεις έναν παράδεισο. Η ευχούλα κάνει κυψέλη την καρδιά και ρέει η χάρις παχύρρευστη πάνω σ’ αυτήν, σαν το μέλι. Στη γη καλλιεργείς την ευχή και αίσθηση των ουρανίων έχεις. Η ευχούλα φέρνει τον άνθρωπο στην πρώτη χάρη του Βαπτίσματος. Ό,τι διαβάζεις στο Τετραβάγγελο, στο Γεροντικό, στους Πατέρες, στην ευχή και στην υπακοή θα τα δεις, θα τα γευτείς, θα τα ζήσεις. Ο γέροντάς μου, ο γέρο – Ιωσήφ ο Ησυχαστής, πάντοτε μας έλεγε: «Ο μοναχός που δεν έμαθε την ευχή, δε γνωρίζει γιατί έγινε μοναχός». Αλλά και ο χριστιανός που δεν τη λέει, δεν έχει γνωρίσει το Χριστό.

Σας εύχομαι με όλη μου την καρδιά η Παναγία να σας σκεπάζει, να σας στηρίζει στην προσευχή, για να θεραπευθεί, να χαρεί, να γλυκαθεί, να χορτάσει, να ξεδιψάσει, να μεθύσει η ψυχή σας από την ευχή, από τη Χάρη, από το Χριστό. Αυτά τώρα τα είπαμε ως μνημόσυνο του γέρο – Καλλινίκου του νηπτικού, του εγκλείστου, του ανθρώπου του Θεού».

«Γέροντα, άλλους πατέρες θυμάστε;» του είπε ο Θοδωρής.

«Έεε, Θοδωράκη μου, τί να πρωτοθυμηθώ και τί να πρωτοπώ και τί να ομολογήσω! Άκουσα πολλά και από τους παλιούς και είδα και με τα μάτια μου. Τόσα χρόνια στο σπιτάκι αυτό. Να σου πω, όρεξη να ‘χεις. Εδώ δεν τελειώνει ο αγώνας του ανθρώπου και το έλεος του Θεού.

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Άρθρα, Γενικά, Θαυμαστά γεγονότα, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.