Να, ο υποτακτικός του γέροντος Καλλινίκου, ο π. Χριστόδουλος ήταν απλός, ελεήμων και φιλόξενος σαν τον Αβραάμ. Με κάθε τρόπο ελεούσε. Και με το λόγο ανέπαυε. Έλεγε: «Να μη διστάζετε στην ελεημοσύνη. Κανένας λογισμός να μην εμποδίζει την αγάπη. Μην ξεχνάτε ότι βγαίνετε κερδισμένοι, γιατί αυτοί που παίρνουν το ελάχιστο προσεύχονται για σας. Δηλαδή, δίνετε το ελάχιστο και παίρνετε το μέγιστο. Αυτή είναι η αλήθεια». Ο άγιος Νικόδημος λέει: «Να αφήσεις τη ζωή σου στα ελεημονητικά χέρια του Θεού». Μπορείς να είσαι στα χέρια του παντελεήμονος Θεού και να μην είσαι ελεήμων; Γίνεται αυτό; Δε γίνεται. Βέβαια, ό,τι γίνεται, να γίνεται για την αγάπη του Χριστού. Μην περιμένεις, μη ζητάς, μην παραπονιέσαι γι’ αυτό που έδωσες. Τί θέλεις; Να πάρεις ένα «ευχαριστώ» ανθρώπινο ή το Χριστό; Όλα γι’ Αυτόν δεν γίνονται; Εάν δίνεις για το Χριστό, παίρνεις καρπό πνευματικό.
Να είναι πνευματική η ελεημοσύνη σου. Όχι απλώς καλή πράξη. Όχι πράξη που μπορεί να μην έχει καλά κίνητρα, που μπορεί να έχει εγωισμό, που μπορεί να έχει συμφέρον, που μπορεί να θέλει ανταπόδοση. Πνευματική ελεημοσύνη, που να ζητά τη Χάρη του Θεού. Πνευματική και διακριτική ελεημοσύνη. Να ζητάς μόνο Θεό. Μόνον ο Θεός να βλέπει την ελεημοσύνη σου. Η ελεημοσύνη και ό,τι κάνεις, να πούμε, να στρέφεται προς το Θεό, για να μην διαστρέφεται από το διάβολο. «Η ελεημοσύνη ανήκει στο χρυσούν γένος, στον εναρμόνιο χορό, στην ουρανοπλόκο σειρά των θεοειδών αρετών», λέει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. «Θεού μίμησις και στολισμός της ψυχής αθάνατος».
Αλλά, βρε παιδί μου, άμα δεν ελεήσεις τον εαυτό σου, την ψυχούλα σου, τρόπον τινά, με μετάνοια, με προσευχή, με κομποσκοίνι, με εξομολόγηση, με αρετή, με μελέτη πνευματική, πώς θα ελεήσεις τους άλλους; Μετά η ελεημοσύνη προς πάντας. «Η φιλανθρωπία εκδηλούται ως χάρις και ευεργεσία προς πάντας», δε λέει ο άγιος Νεκτάριος; Εκείνος, λοιπόν, έδινε και ας μην είχε, γιατί εμπιστευόταν το Θεό. Ο υπολογισμός πνίγει την ελεημοσύνη. Και έδινε προς πάντας, δηλαδή σε όλους. Σε όλους, και υλικά και πνευματικά. Όλους, ακόμη και τους εχθρούς ελεούσε με την προσευχή και τη συγχώρεση. Διακριτική ελεημοσύνη. Μόνον ο Θεός να τη βλέπει. Και αδιάκριτα προς όλους. Να καλλιεργείς την αγάπη και, όταν εκείνη θα γίνει κίνητρο, αιτία, πρόθεση, θα γίνει και η ελεημοσύνη χαριτωμένη.
Ο χαμάλης της προσευχής.
Μεγάλη ελεημοσύνη για όλο τον κόσμο η προσευχή. Ο προσευχόμενος παίρνει, τρόπον τινά, βάρος, θλίψη, πόνο, χαρά, αμαρτία από τον άνθρωπο και τα πάει στον Θεό. Παίρνει και έλεος από τον Θεό και το προσφέρει στον άνθρωπο. Ένας χαμάλης είναι. Αλλά πόση χαρά του δίνει το φορτίο του! Είναι ελαφρύ το φορτίο και γεμίζει την ψυχή του χαμάλη. Αυτός που προσεύχεται ελεεί. Αυτός που μετανοεί ελεεί. Αυτός που ταπεινώνεται ελεεί. Σ’ αυτόν δεν στέλνει το έλεός Του ο Θεός; Έτσι δεν ρίχνει ο Θεός τη Χάρη Του στην ανθρωπότητα;».
«Γέροντα, δηλαδή όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, είναι ελεημοσύνη η προσευχή μας γι’ αυτούς;», ρώτησε ο Θοδωρής.
«Βέβαια είναι ελεημοσύνη. Και το ζητούν οι ψυχούλες. Αλλά για να ακούσεις ψυχή πρέπει να έχεις. Τί λέει ο αββάς Ισαάκ: «Μη γυρεύεις τίποτε έξω από την καρδιά σου, αλλά μπες μέσα εκεί και θα βρεις το Θεό, τους αγγέλους και τον εαυτό σου». Να τη μαζέψεις την ψυχή, απ’ όπου τη σκόρπισες με την αμαρτία, απ’ όπου την πέταξες με τον εγωισμό, απ’ όπου την έθαψες με την αμετανοησία. Εδώ την ψυχή σου δεν ακούς, πώς να ακούσεις των άλλων; Όσο καθαρίζεις την ψυχή, τόσο καθαρότερα βλέπει. Τόσο καλύτερα ακούει.
Τα εισιτήρια της ανάπαυσης.
Ενθυμούμαι, κάποτε κάθισα και έγραψα με μολύβι όλα τα ονόματα των συμπατριωτών μου από το Αμπελοχώρι. Παππούδες, γιαγιάδες, συγγενείς, γνωστούς, φίλους. Όσους είχα στη μνήμη μου. έβαλα το χαρτάκι με τα ονόματα στην Προσκομιδή. Αυτά τα χαρτάκια δεν είναι απλά. Γι’ αυτό ο άγιος παπάς, ο παπά – Νικόλας ο Πλανάς, δεν τα πετούσε. Είχε ένα μεγάλο σεντόνι, ένα μποξά, να πούμε, και τον κουβαλούσε σε κάθε θεία Λειτουργία. Και άλλοι αγιασμένοι ιερείς. Πόσες ψυχές έσωσαν, πόσες ψυχές ανέπαυσαν. Και εκείνοι αγιάσθηκαν. Να σας πω. Τον παπά που μνημονεύει ονόματα πολλά, εγώ όχι μόνο τα χέρια, και τα πόδια του φιλώ. Δεν είναι απλά αυτά τα χαρτάκια. Γι’ αυτό τα λένε ψυχοχάρτια. Ψυχές αναπαύονται και ψυχές σώζονται από αυτά. Εισιτήρια, τρόπον τινά, είναι τα χαρτάκια της μνημόνευσης.
Ένα βράδυ, λοιπόν, να δείτε τι μαζεύτηκε στο κελί μου. Κόσμος που μαζεύτηκε, δε λέγεται. Φωνές, παράπονα, παρακάλια. Βρε, λέω με το λογισμό μου, τί έγινε; Πάω στο εκκλησάκι μας. Λειτουργός ήταν ο π. Νικηφόρος. «Γέροντα, του λέω, δε διάβασες αυτά τα ονόματα;». Θύμωσε, κοκκίνισε το πρόσωπό του.
«Ποιά ονόματα;», μου λέει. «Αυτές οι μουτζούρες που έχεις εδώ;».
«Ευλόγησον», του είπα. Πήρα το χαρτί και το καθαρόγραψα.
Είδες πώς διαμαρτυρήθηκαν οι ψυχές και ζήτησαν τη μερίδα τους στην προσευχή και στην Προσκομιδή; Μεγάλο πράγμα είναι να ρίχνεις, τρόπον τινά, την ψυχή, να τη βουτάς, να τη βαπτίζεις μέσα στο αίμα του Κυρίου».
«Γέροντα, συγγνώμη», λέει ο Θοδωρής. «Δηλαδή η μνημόνευση μπορεί να βοηθήσει την ψυχή; Μπορεί να την κάνει να μετανοήσει ενώ είναι στην κόλαση;»
«Μα η ψυχή μετανοεί στην κόλαση. Θυμηθείτε την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λάζαρου. Ο πλούσιος που ήταν στην κόλαση – που τον έριξε ο τρόπος της ζωής του και όχι ο Θεός – μετανοεί. Κατανοεί ότι λάθος έζησε. Και ζητά απ’ το δίκαιο, το σεσωσμένο, το σταυρωμένο Λάζαρο να τον αναπαύσει. Μετάνοια έχει η ψυχή. Τρόπο δεν έχει να την εκφράσει.
Βλέπεις, το σώμα μας βοηθά στη μετάνοια. Είναι ο αδελφός της ψυχής. Τί κάνει ο αδελφός για την αδελφή του; Την προσέχει, την προστατεύει, την τιμά, την φροντίζει, την αγαπά. Έτσι και το σώμα. Νηστεύει, εγκρατεύεται, αγρυπνεί, γονατίζει, προσφέρει, βοηθά, εξομολογείται, συνοδεύει την ψυχή στο γάμο της με το Νυμφίο στη θεία Κοινωνία. Αφού η ψυχή δεν μπορεί να κινηθεί, παρότι μετανοεί, το κάνουμε εμείς. Θα κάνουμε κόπο πνευματικό. Θα κάνουμε αγάπη. Ελεημοσύνη. Θα πεις: «Πάρε αυτό να συγχωράς την ψυχή του τάδε». Θα κάνουμε κομποσχοινάκι. Θα ανάβουμε κερί στο όνομα του ανθρώπου. Θα δίνουμε το όνομά του στη θεία Λειτουργία. Και ξαφνικά, σαν κύμα πελώριο το έλεος του Θεού θα μεταφέρει την ψυχή σε άλλο ύψος, σε άλλη κατάσταση. Η απόφαση, η κρίση του Θεού κάμπτεται και το έλεός Του νικάται. Η αγάπη από την αγάπη θα καμφθεί και το έλεος από την ελεημοσύνη. Γι’ αυτό είναι αμαρτία να τους ξεχνάμε».
«Γέροντα, συγγνώμη, αλλά με αυτούς που έφυγαν πριν από τον Χριστό και δεν Τον γνώρισαν, τί γίνεται;» ρώτησε ο παπά – Ιωσήφ.
Αγάπη… μέχρι τον Άδη.
«Για όλους ο Κύριος ήρθε. Για τον πρώτο Αδάμ που δημιουργήθηκε μέχρι τον τελευταίο που θα γεννηθεί. Τρεις χρόνους κήρυττε πάνω στη γη. Τρεις μέρες στον Άδη. Το ψάλλαμε και στα εγκώμια της Μ. Παρασκευής».
Άρχισε να σιγοψάλλει τον ύμνο εκστατικά, σαν να έβλεπε το γεγονός: «Επί γης κατήλθες, ίνα σώσης Αδάμ, και εν γη μη ευρηκώς τούτον, Δέσποτα, μέχρις άδου κατελήλυθας ζητών». Αυτή είναι η ταπείνωση, αυτή είναι η αγάπη του Χριστού. Μέχρι τα βάθη του Άδη κατέβηκε να βρει το παιδάκι Του, το σπλάχνο Του, την εικόνα Του, το δημιούργημά Του, τον άνθρωπό Του. Ο άνθρωπος τί είχε να δώσει στο Χριστό; Θάνατο. Αυτό είχε, αυτό έδωσε. Ο Χριστός τί είχε να δώσει στον άνθρωπο; Ανάσταση. Αυτό είναι, αυτό έδωσε. Δόθηκε στον άνθρωπο ο Χριστός».
Τα μάτια άρχιζαν να στάζουν, σαν της φθινοπωρινής βροχής τις ποτιστικές σταγόνες…
«Στον Άδη που κατέβηκε πολλοί Τον πίστεψαν και ανέβηκαν. Τί νομίζετε; Οι αρχαίοί μας φιλόσοφοι δεν Τον ακολούθησαν; Πρώτοι έτρεξαν. Την αλήθεια δεν έψαχναν; Αυτή δεν ποθούσαν; Εε!!! Τη βρήκαν στον Άδη. Δεν έτρεξε ο Σωκράτης; Ο Πλάτωνας; Διαβάστε το Γεροντικό τί λέει. Ήταν ένας μοναχός που κακολογούσε, κατηγορούσε τον Πλάτωνα. Μία, δύο, τρεις, βλέπει τον Πλάτωνα και τον έλεγξε: «Γιατί με κατηγορείς; Τί σου έφταιξα; Να ξέρεις ότι όταν ήρθε ο Χριστός στον Άδη, πρώτος έτρεξα να Τον προσκυνήσω».
Όταν ήμουν μαθητής στη Θήβα, μας μάθαιναν οι καθηγητές μας για τον Κράτη, τον σπουδαίο Θηβαίο φιλόσοφο. Αυτός ήταν, τρόπον τινά, καλόγερος. Ναι, καλόγερος. Ήταν ηθικός, ενάρετος, σώφρων. Ήταν από την οικογένειά του πάμπλουτος. Τα πούλησε όλα και πήρε τα χρήματα. Μπήκε στη βάρκα και όταν απομακρύνθηκε από την ακτή, έβγαλε τα ακριβά ρούχα του, τύλιξε τα λεφτά του και τα έκαψε. Μάλιστα, τα έκαψε. Όσοι μαθητές ήταν στην ακτή είπαν πως τρελάθηκε. Όταν βγήκε είπε: «Ο Κρατής κράτησε τον Κράτη». Τί σοφία! Πέταξε όλα εκείνα στα οποία θα μπορούσε να σκορπιστεί ο εαυτός του, η ψυχή του, ο χρόνος του, η ζωή του. Δεν είναι αυτό καλογερικό;
Πόσοι Τον περίμεναν τον Χριστό! Πόσοι λαχταρούσαν την αλήθειά Του! Και τον είδαν στον Άδη. Ποτέ δεν είναι αργά για τον Θεό. Είδες, ο Μωυσής ήθελε να δει τη δόξα, τη Χάρη, να πούμε του Θεού. Ξέρεις πότε είδε τον Θεό; Στη Μεταμόρφωση. Ναι, ποτέ για το Θεό δεν είναι αργά.
Να σας πω τι έπαθα με τον γέροντα Νικηφόρο που εκοιμήθη το 1973. Είδα ότι δεν είχε, τρόπον τινά, άνεση. «Θα αφήσω έτσι τον γέροντά μου;», είπα. «Όχι, όχι. Θα αγωνιστώ, θα αγρυπνήσω, θα κοπιάσω, θα προσευχηθώ». Κυνηγούσα το Θεό: «Στην ευσπλαχνία Σου! Στο έλεός Σου! Στην Αγάπη Σου, Χριστέ μου!». Έκανα δεκαεννέα σαρανταλείτουργα. Ένιωθα τον Θεό να μου λέει: «Λέγε, λέγε». Η Χάρη με ενθάρρυνε, να πούμε, να προχωρήσω. Σαν να μου έλεγε: «πες μου, πες μου». Σε άλλη όμως περίπτωση, για άλλη ψυχή, ένιωσα να μου λέει: «Δεν σε ακούω. Σταμάτα. Ό,τι και να λες, ό,τι και να κάνεις, δεν ακούω».
Στην πάλη για τον γέροντα γνώρισα δρόμους προσευχής και καταστάσεις πρωτόγνωρες. Δεν περιγράφονται. Δεν λέγονται. Λόγια δεν υπάρχουν που να τα περιγράφουν. Πάντως, πας να δώσεις και παίρνεις. Πας να προσφέρεις και κερδίζεις. Πας να σώσεις με τη Χάρη του Θεού και σώζεσαι. Σταδιακά έβλεπα το γέροντα σε καλύτερη κατάσταση, μέχρι που είδα τη Χάρη να τον σκεπάζει και ησύχασα. Και εκείνος ήρθε να με ευχαριστήσει.
Ο γέροντάς μου, ο γέρο – Ιωσήφ ο Ησυχαστής είχε πληροφορία για τις ψυχές που προσευχόταν. Έβλεπε με τη Χάρη του Θεού αν κάποιος είναι χρεωμένος πνευματικά και προσευχόταν περισσότερο. Έβλεπε ότι μετακόμιζαν σε καλύτερο χώρο. Σε υψηλότερο, να πούμε, όροφο. Να σας πω, και εκείνος πολλές φορές έρχεται και με παρηγορεί και με εμψυχώνει. Μας ένωσε ο Χριστός, γίνεται να μας χωρίσει ο θάνατος; Τί είναι ο θάνατος μπροστά στον Χριστό; Ένα τίποτα είναι. Και εμείς φοβόμαστε το τίποτα, αντί να αγαπάμε το παν που είναι ο Κύριος. Πάντως, γι’ αυτούς που δεν είναι καλά εκεί, ρίχνεις ένα σχοινάκι στο πηγάδι τους. Λίγο η προσευχή, λίγο η ελεημοσύνη, τα κόλλυβα, το κεράκι. Λίγο το ένα, λίγο το άλλο. Κατεβαίνει το σχοινάκι και πιάνεται η ψυχούλα και ανεβαίνει. Εάν ο άνθρωπος είναι σεσωσμένος, του δίνεις μια ώθηση, ένα προσευχητικό σπρώξιμο, τρόπον τινά, να πάει πιο κοντά στο Χριστό. Και αφού λες μια κουβεντούλα γι’ αυτούς στον Κύριο, δεν θα πουν και αυτοί για σένα;
Το Σάββατο που είναι η μέρα των κεκοιμημένων να βράζουμε μια χούφτα στάρι. Κάτι είναι κι αυτό. Όλα βοηθούν. Το άσχημο είναι ότι τους αγαπημένους μας, όταν φεύγουν τους προσφέρουμε μόνο το κλάμα, μόνο το θρήνο. Κάνουμε «ως οι λοιποί μη έχοντες ελπίδα», που λέει ο απόστολος Παύλος. Θα μου πεις, δε θα κλάψω; Πώς δε θα κλάψω; Άνθρωπος είμαι. Με πονά ο αποχωρισμός. Αγωνιώ για την κρίση. Αλλά μόνο αυτό; Εκεί θα αναλωθεί η αγάπη μου; Μόνο στο θρήνο; Όχι! Ο πόνος μου θα γίνει προσευχή, θεία Λειτουργία, μνημόσυνο, κερί, ελεημοσύνη, κόλλυβα. Έτσι και η ψυχούλα θα τραφεί, θα αναπαυθεί, και ο πόνος μου θα παρηγορηθεί. Τα πνευματικά, όταν προσφέρονται, προσφέρουν».
Ο παππούς σταμάτησε. Ένιωθες ότι πάλι κάπου ανέβαινε. Σε αυτά τα ύψη που ο καθένας από εμάς δε μπορεί να αναπνεύσει.
«Εε!!! Πόσες Λειτουργίες έχω κάνει σε αυτό το σπιτάκι», φώναξε με φωνή αλλοιωμένη από το ύψος που βρισκόταν.
«Πόσα ονόματα, πόσες ψυχούλες, πόσα μνημόσυνα. Αχ, παιδιά! Το αυτί του Θεού είναι στο στόμα του παπά. Τί άλλο να πω και τί να ομολογήσω. Αυτό ξέρω, αυτό σας λέω. Τίποτα άλλο δεν ξέρω…».
Τώρα καταλάβαμε που βρισκόταν. Στης Λειτουργίας την ατμόσφαιρα. Στης προσευχής το κλίμα. Στης μνημόνευσης την προσφορά. Σιωπή. Όταν βλέπεις τον ακροβάτη, όταν θωρείς τον ορειβάτη, τότε σου κόβεται η ανάσα. Δε χωρά ο λόγος σου. Ιεροσυλία τη στιγμή του άλματος. Όταν τα δευτερόλεπτα τα γεμίζει η αγιότητα, τα κάνει αθάνατα. Το νιώθεις. Δεν είναι σαν τα άλλα που αμέσως πέφτουν και ξεψυχούν σαν κορμιά στης μάχης το πεδίο. Άγια δευτερόλεπτα, μοναδικά, άφθαρτα, θεϊκά. Άχρονα δευτερόλεπτα.
Όταν ο γέροντας επέστρεψε από τα ουράνια λημέρια, σαν τον αετό στη φωλιά του, ο παπά – Εφραίμ εκμεταλλεύτηκε την «προσγείωσή» του και τον ρώτησε:
«Άλλους πατέρες, γέροντα, εδώ της περιοχής μας, θυμάστε;».
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
