«Όλοι, παιδί μου, άγιοι ήταν. Αγωνιστές ήταν. Τί να σου πω. Και στη μνήμη μου όταν έρχονται και στην προσευχή μου όταν τους φέρνω, η κατάνυξη την ψυχή μου λιώνει. Αφανείς. Σιωπηλοί. Ταπεινοί.
Να, ο γέροντας Γεράσιμος. Ήταν Χιώτης. Πέρασε τα ενενήντα του χρόνια. Στην κορυφή του προφήτη Ηλία έμεινε 17 χρόνους. Ξέρεις τί σημαίνει αυτό; Τον χτύπαγε κεραυνός, τον σήκωνε ο αέρας, τον μούσκευε η βροχή, τον πάγωνε ο χιονιάς, και αυτός εκεί έμενε για την αγάπη του Χριστού. Δύναμη, αντοχή, υπομονή, Χάρη Θεού. Εκεί, σαν σταυρωμένος, στην κορυφή.
Ο γέρο – Νήφων, ο φιλέορτος. Αυτός δεν άφηνε αγρυπνία για αγρυπνία. Πανηγύρι για πανηγύρι. Εορτή για εορτή. Μεγάλο πράγμα να τιμάς τους αγίους της περιοχής σου. Μα είναι, τρόπον τινά, οι γείτονές σου. Περνούν τακτικά από την αυλή σου, το σπίτι σου. Ε!!! Να μην τους φιλέψεις έναν ύμνο, ένα κερί, μια Λειτουργία; Να μην τους επισκεφθείς στη γιορτή τους; Έτσι ο γέρο – Νήφων φιλόθεος, φιλάγιος, φιλακόλουθος και φιλέορτος ήταν.
Ο γέρο – Στάχυς είχε καλύβι στο βορεινότερο μέρος της περιοχής μας. Είχε έρθει από το Σινά. Ήταν εικόνα πραότητος παραδείσου. Τον έβριζαν, σιωπούσε. Τον αδικούσαν, ευλογούσε. Τον συκοφαντούσαν, συγχωρούσε. Παράδεισος, σας λέω. Η πραότητα, η ειρήνη, η αταραξία του νου, της ψυχής είναι Χάρη Θεού. Όπου κατοικεί ο πράος Θεός εκεί και η πραότητα. Ο γέρο – Στάχυς για να διακονήσει τον κατάκοιτο γέροντά του εγκατέλειψε το εργόχειρο. Σα μωρό τον είχε. Τέτοια αφοσίωση. Τέτοια υπακοή. Τέτοια αγάπη. Να τον σηκώνει, να τον καθαρίζει, να τον ταΐζει στο στόμα, όπως η μάνα το παιδί. Όλα τα άφησε ο ευλογημένος. Χωρίς εργόχειρο τί θα έτρωγαν; Έτσι βγήκε στη ζητιανιά. Ναι, ζητιάνος από αγάπη έγινε και έτσι σιγά – σιγά και ταπεινά μάζεψε τον παράδεισο.
Είχαμε γείτονα και τον γέρο – Ραφαήλ. Αυστηρός μοναχός. Από τους παλαιούς. Πήγαινα τακτικά και τον λειτουργούσα. Πόση χαρά είχα, όταν τον έβλεπα. Ένιωθα και εγώ με τη Λειτουργία κοντά του τη Χάρη. Ο προσευχόμενος μέσα στη θεία Λειτουργία ανοίγει ολόκληρος και απορροφά τη Χάρη. Να σας πω τι έπαθα μια φορά στο γέρο – Ραφαήλ. Δεν είχα πάει μόνος μου, αλλά με τον παπά – Νικηφόρο, για να του κάνουμε ευχέλαιο. Μεγάλη η χάρη του μυστηρίου. Τί να σας πω. Όπως και στη Λειτουργία, τα πάντα γεμίζουν, τα πάντα λούζονται, τα πάντα χαριτώνονται με το ιερό Ευχέλαιο. Την ώρα αυτή άκουσα από την εικόνα του Αρχαγγέλου μια φωνή: «Εμείς σε περιμένουμε, πότε θα έρθεις κοντά μας». «Άγιοι, άγγελοι, αρχάγγελοι», φώναζα με όλη μου την ψυχή. Πού να το πω; Χάρηκα, αλλά σιώπησα. Περίμενα και με την πρώτη ευκαιρία έτρεξα στο γέροντα Ιωσήφ. «Γέροντα, το και το», του λέω. Εκείνος προσεκτικά με άκουσε. Όσο προσοχή έδειχνε εξωτερικά, τόση προσευχή είχε εσωτερικά.
«Δεν μίλησε η εικόνα, παιδί μου, αλλά η Χάρις σχηματίσθηκε με αυτόν τον τρόπο που εσύ άκουσες, που εσύ ένιωσες».
Ο τόπος μας, παιδί μου, χορεία αγίων έχει προσφέρει στον παράδεισο. Και αυτούς που γνωρίζουμε, αλλά και αυτούς που μόνον ο Θεός ξέρει. Έρχεται πολλές φορές η ευωδία από τα κόκκαλά τους τα τριμμένα στην άσκηση, τα ποτισμένα από τη Χάρη. Μέχρι το μεδούλι έφτασε το Άγιο Πνεύμα και τα χαρίτωσε. Έρχεται η ευωδία και λέω: «Τώρα, ποιός είσαι εσύ;». Και προσκυνώ τον Άγιο Θεό που αγιάζει τους ανθρώπους. Πόσους μπορείς εδώ να συναντήσεις. Και λες με το λογισμό: «Τώρα, αυτός είναι ένας από τους πατέρες ή άγιος του Θεού;». Έβλεπες άλλους να πιάνουν το φίδι και να το βγάζουν από το κελί τους λες και κρατούσαν μυρμήγκι. Όταν τους ρωτούσες, απαντούσαν: «Μα στα βιβλία ο Χριστός δε λέει ότι εμείς είμαστε δυνατότεροι από τα φίδια και τους σκορπιούς; Αφού το λέει ο Χριστός, έτσι είναι».
Ενθυμούμαι τώρα και το γέρο – Πέτρο. Αυτός έμενε άκρη – άκρη της Μικράς Αγίας Άννης προς τα Κατουνάκια. Όλα γλυκά τα ζούσε και τα ένιωθε. Έτσι είναι ο άνθρωπος της Χάριτος. Γλυκό το παξιμάδι που μάζευε με το ντορβά κάθε εξάμηνο από τα μοναστήρια, όπου έδινε το εργόχειρό του. Γλυκά τα δάκρυα της προσευχής. Γλυκός ο κόπος της αγρυπνίας. Γλυκιά η νηστεία. Γλυκό και το κελί του. Άμα έφευγε, βιαζόταν να επιστρέψει. «Δεν το αλλάζω με τίποτα», έλεγε ο μακάριος. Θεωρούσε το κομποσκοίνι όπλο. «Με το κομποσκοίνι σταύρωσα δαιμονισμένο στις Καρυές και ελευθερώθηκε ο άνθρωπος. Δεν πρόλαβα να ευχηθώ, μόνο τον σταύρωσα και το δαιμόνιο έφριξε και έφυγε», έλεγε με δάκρυα.
Είχε μια ευλογημένη αγωνία. «Να μη σκανδαλίσω, να μην κολάσω άνθρωπο», έλεγε. Τόσο λεπτή, τόσο καθαρή, τόσο ευαίσθητη ψυχή. Το σκάνδαλο πόση ταραχή σπέρνει στις ψυχές των ανθρώπων. Γι’ αυτό έχει μεγάλη ευθύνη ο σκανδαλοποιός. «Ουαί δε τω ανθρώπω, δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται». Ο φθόνος του διαβόλου γεννά τα σκάνδαλα και πιάνουμε εμείς, μοναχοί και λαϊκοί, και μεγαλώνουμε και τρέφουμε τα παιδιά του. Και αυτά όταν μεγαλώσουν, άντε να τα μαζέψεις. Η απουσία της αγάπης διαδίδει, τρόπον τινά, τα σκάνδαλα. Όπου συναντήσουν την αγάπη, βρίσκουν εμπόδιο μεγάλο. Δύσκολα το ξεπερνούν.
Αυτός που σκανδαλίζει έχει φθόνο. Αυτός που σκανδαλίζεται έλλειψη αγάπης. Να έρχεται το σκάνδαλο και να σβήνει, να πεθαίνει στον καλό σου λογισμό, στην καθαρή σου καρδιά και στην πολλή σου προσευχή. Οι πατέρες αυστηρά επιτιμούσαν όσους σκανδάλιζαν. Το σκάνδαλο δημιουργεί, να πούμε, ταραχή. Στην ταραχή αναπαύεται ο διάβολος. Αυτοί που σκανδαλίζουν του στρώνουν το κρεβάτι και αυτοί που σκανδαλίζονται δεν τον ενοχλούν. Η πτώση του άλλου πόνος να γίνεται και στη ψυχή και στην προσευχή και όχι σκάνδαλο. Πόνος, για να διώξεις τον διάβολο από την ανάπαυσή του.
Α!!! Να σας πω και για τον γέρο – Εφραίμ. Αυτός έμενε πάνω ψηλά. Σε μια σπηλιά. Όταν οι άλλοι πατέρες κατέβαιναν και γέμιζαν τους ντορβάδες «ευλογίες», κάνα παξιμάδι και άλλα, αυτός γέμιζε το ντορβά του κονσερβοκούτια και τα σκόρπιζε γύρω από το κελί του. Όταν πήγαινε κανένας προσκυνητής, έλεγε: «Αυτός όλη την κονσερβοβιομηχανία έχει φάει».. Έτσι έκρυβε την αυστηρή του νηστεία και προστάτευε την καλογερική του ζωή από τα ανθρώπινα μάτια.
Και άλλοι. Και άλλοι. Ο π. Βενιαμίν, της αγρυπνίας ο εραστής. Μπορούσες να του πάρεις όλες τις ημέρες και να του δώσεις και άλλες νύχτες να δοξάζει τον Θεό. Ο γέρο – Προκόπιος που έμενε προς την Αγία Άννα. Ο π. Νεκτάριος ο Ρουμάνος. Τα παιδιά του γέροντος Δανιήλ, ο Δανιήλ ο αγγελικός ψάλτης, ο π. Γερόντιος, ο π. Δαμασκηνός, ο π. Νήφων, ο π. Στέφανος, ο π. Γρηγόριος, ο π. Δανιήλ. Γεμάτος ο τόπος μας από αγγέλους. Από αγγελουδάκια της Παναγίας μας. Δόξα τω Θεώ».
«Γέροντα, εδώ όταν ήρθατε στο ησυχαστήριό μας, πώς ήταν τα πράγματα;», τον ρώτησε ο παπά – Εφραίμ.
Σπίτι μου, σπιτάκι μου.
«Καλά λες, παιδί μου, να γυρίσουμε και στο σπιτάκι μας. «Ο Μανώλης με τα λόγια κτίζει ανώγια και κατώγια». Ε! εγώ γύρισα με τα λόγια όλο το Άγιον Όρος. Αλλά χάρηκα. Όση ώρα σας έλεγα για όλα αυτά τα προσωπάκια, τα συναντούσα, τα αγκάλιαζα και τα προσκυνούσα. Τους φιλούσα τα χεράκια, τα ματάκια, την καρδούλα την αγία. Πόσο χάρηκα. Τώρα να μαζευτούμε στο σπιτάκι μας. Σπίτι μου σπιτάκι μου, καλύβι καλυβάκι μου.
Εδώ λοιπόν ο πρώτος που ήλθε ήταν ο γέρο – Λογγίνος. Στου Ξενοφώντος τη μονή ήταν η μετάνοιά του. Θαλασσινός ήταν. Καπετάνιος του καϊκιού της μονής. Ήξερε από φουρτούνες, από δυσκολίες, από ξενύχτια. Τον είχε ψήσει η αλμύρα και η υπακοή. Μια μέρα ψάρεψε την Παναγία. Μάλιστα. Ψάρεψε, να πούμε, την Παναγία μας. Ένιωσε ένα εμπόδιο στο σκαρί του πλεούμενου. Έσκυψε και βρήκε το άγιο εικόνισμα της «Κυρίας των Αγγέλων». Βλέπεις, ρίχνεις το δίχτυ σου να ψαρέψεις τον Θεό και σε ψαρεύει Εκείνος. Εδώ στο Άγιον Όρος, στο δίχτυ της Παναγίας μας δεν είμαστε; Μας ψάρεψε η αγάπη της. Και η Μάνα τί κάνει; Ό,τι έχει στο παιδί της το δίνει. Έτσι και Εκείνη στον Υιό της μας προσφέρει. Ο γέρο – Λογγίνος πήρε το μικρό εικόνισμα και το έφερε εδώ. Έγινε η «Κυρία των Αγγέλων» και δική μας. «Κυρία» της ζωής μας, της καρδιάς μας, του λογισμού μας».
Ανασηκώθηκε ο γέροντας στο άκουσμα του ονόματος της Θεοτόκου. Φωτίστηκε το πρόσωπό του. Νεανικές έγιναν οι εκφράσεις και οι κινήσεις του. Πόση δύναμη αλήθεια προσφέρει και μόνον ο ήχος που μεταφέρει το Όνομά της το άγιο. Ο παππούς συνέχισε τη διήγησή του.
«Ο γέρο – Λογγίνος έφτιαξε ένα κελάκι με τζάκι για να ζεσταίνεται το χειμώνα. Μετά ήρθε ο γέρο – Εφραίμ ο Θηβαίος. Η Θήβα ήταν την εποχή εκείνη καλογερομάνα. Πολλούς μοναχούς και μοναχές έβγαλε. Ο π. Εφραίμ ήταν εργατικός. Δε φοβόταν τον κόπο. Ό,τι βλέπεις σήμερα εδώ, τα περισσότερα έχουν τον κόπο του, τον ιδρώτα του. Εκείνος έφτιαξε, εμείς απολαμβάνουμε. Να έχουμε ευγνωμοσύνη. Να τους μνημονεύουμε. Βλέπω αυτό το ντουβαράκι. Κρατά τα χώματα. Καθόμαστε και συζητάμε και ξεκουραζόμαστε. Κάποιος το έφτιαξε. Κάποιος κουράστηκε. Τόσες πέτρες. Εύκολο πράγμα είναι; Να μην πω «Θεός σχωρέστον;» Να μην τον σκεφτώ; Να μην τον μνημονεύσω;
Στον π. Εφραίμ έστειλε ο Θεός συνοδεία τον π. Νικηφόρο και τον π. Προκόπιο από τη Θήβα και τον π. Λογγίνο. Ο π. Λογγίνος αγγελάκι καθαρό πέταξε γρήγορα για τον ουρανό. Είχε προσβληθεί από φυματίωση. Τότε η μισή Ελλάδα είχε φυματίωση. Φάρμακα δεν υπήρχαν. Εδώ, στους φυματικούς πατέρες για να δυναμώσουν έδιναν ζαχαρόνερο. Ναι, ζάχαρη με νερό και το θεωρούσαν και πολυτέλεια. Τί να σου κάνει η ζάχαρη; Πολλοί όμως συνήλθαν. Έζησαν και έφτασαν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Αφού το πότε θα φύγει ο άνθρωπος δεν είναι του γιατρού, αλλά του Θεού. Άμα ο Θεός δώσει ευλογία. Άμα νεύσει καταφατικά, τρόπον τινά, η ψυχή φεύγει κι ας μην έχει ασθένεια το σώμα. Η ασθένεια είναι η προετοιμασία. Η ευλογία της προετοιμασίας. Η ταπείνωση του σώματος.
Η προίκα της ασθένειας.
Να σας πω. Από τον πόνο, την ασθένεια του σώματος, κερδισμένος βγήκα. Από παιδί, δεκατεσσάρων – δεκαπέντε ετών η αλλεργία εμφανίστηκε στα μάτια μου. Σαν άγριος τοίχος ήταν το δέρμα και η φαγούρα δε με άφηνε να κοιμηθώ. Παρηγορούσα το λογισμό μου. «Για να αγρυπνάς στο έδωσε ο Θεός», έλεγα. Από τους γιατρούς που περνούσαν από το σχολείο για έλεγχο το έκρυβα. Και αν με σταματήσουν; Εγώ τα αγαπώ τα γράμματα. Μετά το Γυμνάσιο, στο στρατό πώς να κρυφτείς; Το ποδάρι μου στον αστράγαλο ήταν σε απελπιστική κατάσταση. Πήρα τότες την αναβολή και ήρθα στο Άγιον Όρος. Ε, αυτοί οι πόνοι, οι εξάρσεις της ασθένειάς μου είναι η προίκά μου. Τα έφερα μαζί μου και με συντροφεύουν. Εδώ και δρόμους έκανα πολλούς. Ο ιδρώτας με βασάνιζε. Αλλά και στα χέρια μου πάλι πρόβλημα. Άμα έπεφτε λίγο νερό με πέθαινε. Έπλενα, καθάριζα, συγύριζα, μαγείρευα, ζύμωνα μόνο με τα δάχτυλα. Στην ευχούλα έβρισκα δύναμη, παρηγοριά, ανάπαυση. Μια φορά είπα πως τελείωνα. Τέτοια φλόγα, τέτοιο πόνο είχα.
Ήταν κατοχή, είχαν φύγει οι Γερμανοί, δε θυμάμαι. Έτρεξα στο νοσοκομείο, στο φαρμακείο μας, στο εκκλησάκι μας, πήρα θέση στο στασίδι απέναντι από το εικόνισμα της Παναγίας μας. Άρχισα να κλαψουρίζω, να παραπονιέμαι, σαν το παιδάκι που έπεσε, χτύπησε και έτρεξε στη μάνα του.
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
